search icon

Γνώμες

Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, αλλά εμείς ζοριζόμαστε

Καμία δημοσκόπηση δεν εμφανίζει αυτοδυναμία, ούτε διάθεση των κομμάτων να συνεργαστούν μεταξύ τους και το ερώτημα που προκύπτει είναι ποιοι μπορεί να συνεργαστούν για να φτιάξουν κυβέρνηση

Αμέσως μετά τις εκλογές, είτε αυτές γίνουν φέτος το φθινόπωρο είτε την άνοιξη του 2027, η κατάσταση της χώρας θα είναι πάνω κάτω η εξής. Η ακρίβεια θα έχει αυξηθεί έναντι αυτής που βιώνουμε σήμερα και θα είναι το σημαντικότερο πρόβλημα για κάθε νοικοκυριό. Οι μισθοί θα είναι ελαφρώς αυξημένοι, θα έχουν αυξηθεί όμως λιγότερο από τον σωρευτικό πληθωρισμό της χρονιάς και σε καμία περίπτωση δεν θα καλύπτουν την αύξηση του κόστους ζωής. Η αγοραστική δύναμη θα είναι μειωμένη και η δυσαρέσκεια ανάλογη των οικονομικών δυσκολιών.

Αν η ενεργειακή κρίση χειροτερέψει, όπως προβλέπει η Λαγκάρντ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και ανέβει το κόστος της ενέργειας ακόμη περισσότερο, το ζήτημα της ακρίβειας θα πάρει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις.

Αν οι πόλεμοι σε Ρωσία και Ιράν συνεχιστούν, κάτι πάρα πολύ πιθανό, η κατάσταση θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο.

Ολα τα προβλήματα που καταγράφονται σήμερα στις δημοσκοπήσεις θα υπάρχουν και μετά τις εκλογές, ίσως και αυξημένα σε σχέση με σήμερα.

Ισως αν οι εκλογές γίνουν το φθινόπωρο, η δυσαρέσκεια να έχει υποχωρήσει λίγο λόγω της εισροής χρήματος το καλοκαίρι από τον τουρισμό. Το χρήμα αυτό όμως καταναλώνεται και τελειώνει πριν από τις γιορτές των Χριστουγέννων και η άνοιξη βρίσκει τους πολίτες με άδειες τσέπες.

Κάπως έτσι θα είναι τα πράγματα σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις εφόσον η κυβέρνηση συνεχίσει να αρνείται να προχωρήσει σε σημαντικά μέτρα αύξησης της ρευστότητας, καθώς και σε γενναία μείωση του ΦΠΑ, των ενεργειακών φόρων και των φόρων που επιβαρύνουν την εργασία.

Η έκθεση της Κομισιόν πριν από μία εβδομάδα για τη φορολογική κατάσταση της χώρας ήταν αποκαλυπτική. Η Ελλάδα επιβαρύνει υπερβολικά την εργασία και την κατανάλωση με φόρους. Τα δημοσιονομικά πλεονάσματα προκύπτουν όχι από την ανάπτυξη της οικονομίας, αλλά από την αυξημένη φορολογική επιβάρυνσή της.

Από την άλλη μεριά, και φέτος και του χρόνου η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να έχει δημοσιονομικά πλεονάσματα, και μάλιστα αυξανόμενα ανάλογα με την αύξηση του πληθωρισμού, αφού στηρίζονται στην επιβολή του φόρου επί των αυξανόμενων τιμών. Τα δημόσια ταμεία δηλαδή θα είναι γεμάτα και γι’ αυτό θα υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια για μείωση φόρων από την κυβέρνηση που θα εκλεγεί ή θα διαμορφωθεί αργά ή γρήγορα μέσα από δύσκολες συμμαχίες.

Ποια κυβέρνηση;

Ολα αυτά -μαζί με τις γεωπολιτικές εξελίξεις, τα θέματα της υγείας, της παιδείας κ.λπ.- θα κληθεί να τα διαχειριστεί η νέα κυβέρνηση, η οποία, όπως όλα δείχνουν, δεν θα είναι ισχυρή. Καμία δημοσκόπηση δεν εμφανίζει αυτοδυναμία, ούτε διάθεση των κομμάτων να συνεργαστούν μεταξύ τους. Η διενέργεια δεύτερων εκλογών είναι σχεδόν νομοτελειακή – ίσως χρειαστούν και τρίτες για να εκλεγεί τελικά μια κυβέρνηση, η οποία, ακόμη κι αν έχει την πλειοψηφία αυτών που θα ψηφίσουν, θα αντιπροσωπεύει τελικά μια μικρή μειοψηφία του πληθυσμού.

Ενα ερώτημα που προκύπτει από τώρα είναι ποιοι μπορεί να συνεργαστούν για να φτιάξουν κυβέρνηση σε περίπτωση που δεν προκύπτει αυτοδυναμία. Μπορεί σήμερα να μη συζητούν συνεργασίες, αλλά θα τις συζητήσουν τότε αναγκαστικά. Το θέμα είναι ποιοι θα συζητήσουν τότε.
Και ενώ προβλέπεται ότι θα μπουν στη Βουλή περίπου 9 κόμματα, το ζήτημα είναι ποια είναι αυτά τα κόμματα.

Τα κόμματα στην Ελλάδα είναι τρία: Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν συνασπισμός αριστερών ομάδων και κυβέρνησε σε σύμπραξη με τον Καμμένο. Εχει όμως ολοσχερώς διαλυθεί – και μάλιστα με μεγάλη εχθρότητα μεταξύ των στελεχών του. Συνεπώς τα κόμματα που έχουν ιδεολογία, μηχανισμό, στελέχη είναι αυτά τα τρία, εκ των οποίων το ένα, δηλαδή το ΚΚΕ, επιθυμεί την επιβολή ενός σταλινικού κομμουνιστικού καθεστώτος με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Οι δυνατότητες κομματικής συνεργασίας, λοιπόν, περιορίζονται σε δύο κόμματα, Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, εκτός αν αποφάσιζε το ΚΚΕ, όπως επί οικουμενικής Ζολώτα, να στηρίξει κυβέρνηση μαζί με τους άλλους.

Θα μου πείτε, υπάρχουν άλλα μικρότερα κόμματα που μπορεί να μπουν στη Βουλή. Στα χαρτιά, ναι, υπάρχουν. Αλλά στην πραγματικότητα είναι ομάδες που περιστοιχίζουν κάποιες «πολιτικές προσωπικότητες»: τον κ. Βελόπουλο, την κυρία Κωνσταντοπούλου, την κυρία Καρυστιανού, την κυρία Λατινοπούλου.

Πέραν των αρχηγών τους, δεν υπάρχουν στελέχη που θα μπορούσαν να στελεχώσουν μια κυβέρνηση, δεν υπάρχουν σαφείς ιδεολογίες, αποδείξεις αποτελεσματικότητας, μηχανισμοί – δεν έχουν καν μια ελάχιστη πολιτική ιστορία. Παρ’ όλα αυτά, αν το αποφασίσουν σε ένα παζάρι οι αρχηγοί τους, μπορεί να συνεργαστούν σε κυβέρνηση.

Τέλος, υπάρχουν δύο πρώην πρωθυπουργοί, ο κ. Τσίπρας και ο κ. Σαμαράς. Ο κ. Τσίπρας ανακοίνωσε το κόμμα και τα στελέχη της Κεντρικής Επιτροπής του και κρατάει ακόμη κλειστή την πόρτα στα στελέχη του πρώην ΣΥΡΙΖΑ. Ιδεολογικά είναι ασαφής, το όνομα ΕΛΑΣ παραπέμπει στην Αριστερά, ενώ οι δηλώσεις του για τα διάφορα ζητήματα καλύπτουν από κεντροδεξιές μέχρι ακροαριστερές απόψεις και νοοτροπίες.

Οι δημοσκοπήσεις τον δείχνουν να παίρνει τη δεύτερη θέση. Προσωπικά, ο ίδιος, μόνος του, ανεξαρτήτως παρέας και κόμματος, ως πολιτική προσωπικότητα. Η ΕΛΑΣ είναι προς το παρόν ένα απολύτως προσωποπαγές κόμμα, όπως και τα υπόλοιπα, πλην ΚΚΕ, ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ.

Ο κ. Σαμαράς δεν έχει ακόμη ανακοινώσει την ίδρυση κόμματος, όλοι όμως οι πολιτικοί αναλυτές θεωρούν ότι θα ιδρύσει κόμμα. Προσωποπαγές και αυτό. Και ο κ. Σαμαράς είναι αυτή τη στιγμή μόνος του, δεν ξέρουμε ποια στελέχη θα προσελκύσει.

Ξέρουμε όμως ότι ιδεολογικά θα είναι σαφώς δεξιότερα του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά εντός των ευρύτερων ορίων της Ν.Δ., και αυτό σημαίνει ότι θα προσελκύσει ψηφοφόρους από διάφορους χώρους της Δεξιάς, αλλά και από τη Νέα Δημοκρατία, θα κόψει δηλαδή από τον Μητσοτάκη κάποιο ποσοστό. Δεν ξέρουμε ποιο θα είναι αυτό – οι εκτιμήσεις ξεκινούν από το 3%, που είναι το όριο εισόδου στη Βουλή, και φτάνουν σε ακραία αισιόδοξες για τον Σαμαρά εκτιμήσεις, σε οριακά διψήφιο ποσοστό.

Αυτοί όλοι θα πρέπει να κάτσουν και να συζητήσουν, να βρουν πεδία συνεννόησης και συνεργασίας αν θέλουν να έχουμε κυβέρνηση μετά τις εκλογές. Και αν καταφέρουν να συνεννοηθούν και να φτιάξουν κυβέρνηση, θα πρέπει να κυβερνήσουν και να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τα δύσκολα προβλήματα στην οικονομία και σε όλους τους άλλους τομείς.

Το τι θα γίνει ακόμη ουδείς γνωρίζει, ούτε το πότε ακριβώς θα γίνουν όλα αυτά. Αυτό που όλοι γνωρίζουμε είναι ότι η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει και δεν τη σκιάζει φοβέρα καμιά. Οπως γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι, παρόλο που η Ελλάδα τα αντέχει όλα, εμείς θα συνεχίσουμε να ζοριζόμαστε. Αυτό τουλάχιστον μπορούμε να το θεωρούμε βέβαιο.

Exit mobile version