Η ιδέα ότι η ακρίβεια είναι ένα προσωρινό φαινόμενο, που θα υποχωρήσει μόλις ηρεμήσουν οι διεθνείς αγορές μετά την κρίση στη Μέση Ανατολή -όποτε και εάν αυτή τελειώσει- μοιάζει όλο και περισσότερο με αυταπάτη. Οι τιμές στα καύσιμα μπορεί να εμφανίζουν σημάδια αποκλιμάκωσης σε επίπεδο πρώτων υλών, όμως η πραγματικότητα που φτάνει στον καταναλωτή απέχει σημαντικά από αυτή την εικόνα. Και το σημαντικότερο: ακόμη κι όταν πέφτουν, δεν επιστρέφουν εκεί που ήταν προ πολεμικών συρράξεων.
Η πραγματικότητα ότι τα καύσιμα κοντά στα 2 ευρώ το λίτρο αποτελούν τη «νέα κανονικότητα» δεν αφορά μόνο τη βενζίνη. Είναι μια φράση-κλειδί που εξηγεί τι συμβαίνει συνολικά στην ελληνική οικονομία. Όταν η ενέργεια –ο βασικός πυλώνας κόστους για κάθε προϊόν και υπηρεσία– σταθεροποιείται σε υψηλά επίπεδα, τότε συμπαρασύρει τα πάντα: από τα τρόφιμα μέχρι την εστίαση και από τα ενοίκια μέχρι τα ρούχα.
Η αλυσίδα είναι απλή, αλλά αδυσώπητη. Ακριβή ενέργεια σημαίνει ακριβή παραγωγή, μεταφορά, αποθήκευση. Σημαίνει αυξημένο κόστος για επιχειρήσεις που, αργά ή γρήγορα, μετακυλίεται στον τελικό καταναλωτή. Και ακόμη κι όταν το κόστος μειώνεται οριακά, η προσαρμογή προς τα κάτω είναι πολύ πιο αργή – συχνά σχεδόν ανύπαρκτη.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα. Οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου μπορεί να υποχωρούν, αλλά τα τελικά προϊόντα διύλισης παραμένουν ακριβά. Οι μειώσεις φτάνουν με καθυστέρηση στην αντλία και, ακόμη κι όταν φτάσουν, είναι περιορισμένες. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο καταναλωτής δεν βιώνει πραγματική ανακούφιση, αλλά απλώς μια λιγότερο επώδυνη εκδοχή της ίδιας πίεσης.
Αν αυτή είναι η εικόνα στα καύσιμα, η κατάσταση σε άλλους τομείς είναι ακόμη πιο δύσκολη. Στα τρόφιμα, οι τιμές έχουν ενσωματώσει το αυξημένο κόστος παραγωγής και δύσκολα θα υποχωρήσουν. Στην εστίαση, οι επιχειρήσεις που επιβίωσαν της κρίσης λειτουργούν πλέον με νέα δεδομένα κόστους και δεν έχουν περιθώρια να μειώσουν τιμές. Στα τεχνολογικά προϊόντα και τα ρούχα, οι διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού έχουν επανατιμολογηθεί σε υψηλότερα επίπεδα.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, καταγράφεται στη στέγαση. Η Ελλάδα σημείωσε τη δεύτερη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση ενοικίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με ρυθμό 10,1%, ενώ στην Αθήνα το κόστος στέγασης έχει φτάσει σε επίπεδα που δοκιμάζουν τα όρια αντοχής των νοικοκυριών. Ένα διαμέρισμα με ένα υπνοδωμάτιο απορροφά πλέον πάνω από το 70% του μέσου μισθού, ενώ για δύο υπνοδωμάτια το ποσοστό αγγίζει σχεδόν το σύνολο του εισοδήματος. Και, εννοείται, όλο αυτό δεν σχετίζεται με τις εχθροπραξίες στο Ιράν…
Σε αυτές τις συνθήκες, η καθημερινότητα στη χώρα μας μετατρέπεται σε διαρκή άσκηση ισορροπίας. Οι πολίτες καλούνται να καλύψουν βασικές ανάγκες με εισοδήματα που δεν ακολουθούν την ίδια ανοδική πορεία με τις τιμές. Η αγοραστική δύναμη συρρικνώνεται και οι επιλογές περιορίζονται, αφού οι τιμές ανεβαίνουν με ασανσέρ, αλλά κατεβαίνουν με τις σκάλες – και πολύ αργά.
Η απάντηση της πολιτείας μέχρι στιγμής κινείται κυρίως στη λογική των επιδοτήσεων και των έκτακτων ενισχύσεων. Τα διάφορα pass προσφέρουν μια προσωρινή ανάσα, αλλά δεν αλλάζουν τη μεγάλη εικόνα. Δεν αντιμετωπίζουν τις δομικές αιτίες της ακρίβειας, ούτε μπορούν να ανατρέψουν μια τάση που φαίνεται να παγιώνεται.
Από την άλλη πλευρά, η αντιπολίτευση ασκεί κριτική χαρακτηρίζοντας αυτά τα μέτρα ανεπαρκή. Ωστόσο, σπάνια παρουσιάζει ένα ολοκληρωμένο και κοστολογημένο σχέδιο για το πώς θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί η κατάσταση διαφορετικά. Η δημόσια συζήτηση εγκλωβίζεται έτσι ανάμεσα σε αποσπασματικές λύσεις και γενικές καταγγελίες.
Η πραγματικότητα είναι πιο σκληρή: η επιστροφή στις τιμές πριν από την κρίση στη Μέση Ανατολή δεν είναι ρεαλιστικό σενάριο. Οι αγορές έχουν ήδη προσαρμοστεί σε νέα επίπεδα κόστους και αυτά τείνουν να παγιωθούν. Χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις, όπως μείωση φορολογικών επιβαρύνσεων ή βαθύτερες διαρθρωτικές αλλαγές, η ακρίβεια θα παραμείνει μέρος της καθημερινότητας. Και αυτό σημαίνει κάτι εξαιρετικά κρίσιμο: Η Ελλάδα εισέρχεται σε μια περίοδο όπου το κόστος ζωής δεν θα είναι μια προσωρινή κρίση, αλλά ένα μόνιμο χαρακτηριστικό της οικονομίας.
Και όποιος πολιτικός χρησιμοποιεί το επιχείρημα ότι «όλος ο πλανήτης πλήττεται από τις γεωπολιτικές εξελίξεις», κάνει τους πολίτες να τον ακούνε «βερεσέ». Ειδικά όταν αυτό το επιχείρημα δεν περνάει στο ταμείο του σούπερ μάρκετ και δεν το ακούει και ο ιδιοκτήτης του σπιτιού που νοικιάζεις.