Ο περιορισμός του κόστους του ρεύματος για την ελληνική βιομηχανία που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός ικανοποίησε τους βιομηχάνους που περίμεναν την παρέμβαση εδώ και έναν χρόνο. Το γεγονός ότι τα μέτρα αυτά είναι αναδρομικά καλύπτει μέρος της μεγάλης καθυστέρησης. Την ικανοποίηση των βιομηχάνων εξέφρασε με δηλώσεις του ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος.
Αυτό που ανακοίνωσε ο Μητσοτάκης είναι ο περιορισμός του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας –μικρής και μεγάλης– ο οποίος αποσκοπεί αφενός στη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής παραγωγής και αφετέρου στη συγκράτηση των τιμών προϊόντων και υπηρεσιών, αφού η ενεργειακή κρίση έχει οδηγήσει σε αλματώδη αύξηση του κόστους παραγωγής και αυτή μεταφέρεται στις τιμές και τελικά στην τσέπη του καταναλωτή.
Η βιομηχανία λοιπόν καλύπτεται προς το παρόν σε ό,τι αφορά το κόστος του ρεύματος από τα μέτρα της κυβέρνησης. Υπάρχουν όμως εδώ δύο ακόμη ζητήματα:
Πρώτον, ότι πέραν του αυξημένου κόστους του ρεύματος, που αντιμετωπίστηκε από την κυβέρνηση, η ελληνική βιομηχανία έχει διά στόματος Θεοδωρόπουλου επισημάνει πλήθος άλλων προβλημάτων, τα οποία σχετίζονται τελικά όχι μόνο με τη βιομηχανία, αλλά με το επιχειρείν συνολικά, με τις παραγωγικές επενδύσεις, με την παραγωγικότητα, με την εκπαίδευση εργαζόμενων και με την ανταγωνιστικότητα. Τα προβλήματα που επισημαίνουν οι επιχειρηματίες παραμένουν και δεν έχουν αντιμετωπιστεί επαρκώς από την κυβέρνηση.
Ο κ. Θεοδωρόπουλος πρότεινε συγκεκριμένα μέτρα για αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, τα οποία αφορούν κυρίως τις μεγάλες και πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, ίσως και κάποιες από τις μεγαλύτερες μεσαίες επιχειρήσεις.
Πρόβλημα ρευστότητας
Το δεύτερο και επιτακτικό ζήτημα αφορά τις εκατοντάδες χιλιάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που έχουν σοβαρά προβλήματα που δεν έχουν αντιμετωπιστεί από την κυβέρνηση.
Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, εκτός από το πρόβλημα του κόστους, έχουν και ένα ακόμη, πολύ πιο επικίνδυνο από το ψηλό κόστος. Το πρόβλημα της ρευστότητας. Δεν έχουν λεφτά, για να το πούμε απλά, και αυτό δεν οφείλεται στη χαμηλή παραγωγικότητά τους, αλλά στο κράτος. Είναι ένα πολύ επείγον πρόβλημα που πρέπει να λύσει η κυβέρνηση, διότι για το πρόβλημα ευθύνεται το Ελληνικό Δημόσιο και η επίλυσή του εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τις κυβερνητικές αποφάσεις – που δεν λαμβάνονται.
Πού εντοπίζεται το πρόβλημα της ρευστότητας;
Ολα ξεκινάνε από τις καθυστερήσεις πληρωμών. Οι μεγάλες επιχειρήσεις καθυστερούν πολλούς μήνες μετά την τιμολόγηση να πληρώσουν τους προμηθευτές τους, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις έχουν εισπράξει μετρητά από τους καταναλωτές. Αυτό είναι παράνομο, αφού ο νόμος λέει ότι όλα τα εμπορικά τιμολόγια πρέπει να εξοφλούνται σε έναν μήνα από την έκδοσή τους.
Ο απλήρωτος προμηθευτής, συνήθως μικρομεσαία επιχείρηση χωρίς καμία δυνατότητα διαπραγμάτευσης έναντι των μεγάλων, πληρώνει τον ΦΠΑ του τιμολογίου που δεν εισέπραξε, πληρώνει όλους τους φόρους μισθωτών υπηρεσιών και τις ασφαλιστικές εισφορές, χαρτόσημα κ.λπ. χωρίς να έχει έσοδα, πληρώνει και φόρο εισοδήματος επί των λογιστικών κερδών που δεν έχουν εισπραχθεί, πληρώνει και προκαταβολή φόρου για την επόμενη χρονιά, χωρίς να έχει εισπράξει τίποτα από αυτά για τα οποία φορολογείται. Για παράδειγμα, αν η καθυστέρηση φτάνει τους έξι μήνες, πράγμα συνηθισμένο στις υπηρεσίες ή τους τέσσερις μήνες, πράγμα συνηθισμένο στα προϊόντα, η μικρομεσαία επιχείρηση φορολογείται επί έξι ή 4 μήνες επί χρημάτων που δεν έχει εισπράξει.
Το πρόβλημα της ρευστότητας που δημιουργείται από αυτήν την καθυστέρηση ευθύνεται για τη συσσώρευση οφειλών των επιχειρήσεων προς το Δημόσιο, για την αδυναμία εξυπηρέτησης των ρυθμίσεων της εφορίας, για την καθυστέρηση πληρωμών δόσεων στις τράπεζες και για ένα ντόμινο καθυστερήσεων σε όλες ανεξαιρέτως τις πληρωμές τους, ακόμη και προς τους εργαζόμενους.
Η λύση του προβλήματος
Πώς θα λυνόταν αυτό το πρόβλημα; Αν το κράτος επέβαλε την έγκαιρη εξόφληση των εμπορικών τιμολογίων. Και αν, όπως είναι λογικό, δεν μπορεί άμεσα να επιβάλλει τον νόμο να εξοφλούνται όλα σε έναν μήνα, διότι θα δημιουργήσει τεράστιο πρόβλημα στην κακορυθμισμένη αγορά, θα μπορούσε να επιβάλει σταδιακά τη μείωση του χρόνου καθυστερήσεων, ας πούμε στους 3 μήνες αρχικά με στόχο τους 1-2 μήνες σε ένα χρόνο. Αυτό θα περιόριζε σε σημαντικό βαθμό το πρόβλημα, αλλά για να γίνει, πρέπει η ΑΑΔΕ, μέσω του ηλεκτρονικού συστήματός της, να ελέγχει την εξόφληση των τιμολογίων και να επιβάλει μεγάλα πρόστιμα σε όσους καθυστερούν. Στη Γαλλία, εκτός από τα τεράστια πρόστιμα για τις καθυστερήσεις πάνω από 30 ημέρες, υπάρχει και δημόσιος διασυρμός με δημοσιεύσεις στον Τύπο των επιχειρήσεων που καθυστερούν.
Γιατί το κράτος δεν λύνει το πρόβλημα;
Διότι το ίδιο το κράτος δεν πληρώνει στην ώρα του. Χρωστάει στην αγορά 3,8 δισ. ευρώ κυλιόμενα (στοιχεία Αυγούστου) διαρκώς. Τα χρωστάει σε φορολογούμενους από επιστροφές, σε νοσοκομεία από προμήθειες, σε κατασκευαστές και προμηθευτές, σε όποιον αναπνέει, που λέμε.
Αυτό είναι μια παλιά τακτική της εποχής των ελλειμμάτων, η οποία είναι ακατανόητο γιατί συνεχίζεται σε περιόδους πλεονασμάτων και όταν τα αποθέματα του Δημοσίου στον λογαριασμό τους στην Τράπεζα της Ελλάδος πλησιάζουν τα 40 δισ. ευρώ. Εχει τα λεφτά και δεν τα δίνει και η δικαιολογία είναι ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι δεν υπογράφουν τις εκταμιεύσεις, διότι φοβούνται ότι θα κατηγορηθούν. Γιατί θα κατηγορηθούν; Διότι τα συστήματα ελέγχου των υπουργείων, οι διαδικασίες, αλλά και ο τρόπος των αναθέσεων που δημιουργούν τα έξοδα στο Δημόσιο είναι ιδιαιτέρως προβληματικά, με αποτέλεσμα οι υπάλληλοι να φοβούνται ότι θα τους χρεωθούν ευθύνες. Αυτό είναι κεντρικό πρόβλημα στη λειτουργία του Δημοσίου που επιβαρύνει όλη την αγορά.
Το πόσο σημαντικό είναι αυτό το πρόβλημα προκύπτει και από τη στάση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η οποία πριν από λίγες ημέρες έστειλε επιστολή-«τελεσίγραφο» στην κυβέρνηση, να πληρώσει όσα χρωστάει στα νοσοκομεία, επισημαίνοντας ότι η καθυστέρηση δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα ρευστότητας και βιωσιμότητας στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η Κομισιόν απειλεί την κυβέρνηση ότι αν σε δύο μήνες δεν έχει συμμορφωθεί, θα προσφύγει εκ νέου στο ευρωπαϊκό δικαστήριο (μας είχε καταδικάσει και το 2025), ζητώντας την επιβολή χρηματικών κυρώσεων. Η επιστολή αφορά τα χρέη των κρατικών νοσοκομείων τα οποία είναι 1,3 δισ., αλλά το ίδιο σκεπτικό ισχύει για όλα τα χρέη του Δημοσίου, που είναι 3,8 δισ.
Αν η κυβέρνηση αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το πρόβλημα της ρευστότητας των επιχειρήσεων, θα διαπιστώσει ότι και επενδύσεις θα γίνονται, ώστε οι μικρές επιχειρήσεις να γίνουν μεσαίες και οι μεσαίες μεγάλες, και ο ρυθμός ανάπτυξης θα επιταχυνθεί, και πολιτικό όφελος θα έχει από τους εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρηματίες του ιδιωτικού τομέα που σήμερα πνίγονται από έλλειψη ρευστότητας και χρέη.