Για χρόνια στην Ευρώπη κυκλοφορούσε ένα σχεδόν στερεοτυπικό αφήγημα για τους Έλληνες εργαζόμενους: ότι δουλεύουν λίγο, ότι το πρόβλημα της οικονομίας είναι η «τεμπελιά του Νότου», ότι η κρίση χρέους ήταν και αποτέλεσμα χαμηλής εργασιακής κουλτούρας. Μόνο που αυτή η εικόνα έχει εδώ και καιρό καταρρεύσει. Οι Έλληνες εργάζονται από τις περισσότερες ώρες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η ανεργία έχει υποχωρήσει αισθητά σε σχέση με τη δεκαετία της κρίσης και η αγορά εργασίας έχει απορροφήσει εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους τα τελευταία χρόνια.
Κι όμως, το μεγάλο πρόβλημα παραμένει. Και ίσως τώρα γίνεται πιο ορατό από ποτέ.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι ουραγός στην παραγωγικότητα της εργασίας στην Ευρώπη. Παρά την ανάπτυξη των τελευταίων ετών, παρά την αύξηση του ΑΕΠ και τη μείωση της ανεργίας, η παραγωγικότητα παραμένει ουσιαστικά στάσιμη εδώ και περίπου 25 χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι η οικονομία μεγαλώνει κυρίως επειδή περισσότεροι άνθρωποι εργάζονται και όχι επειδή παράγεται περισσότερη αξία ανά εργαζόμενο ή ανά ώρα εργασίας.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα πίσω από τους «παγωμένους» μισθούς. Δουλεύουμε πολύ, αλλά παράγουμε λίγο σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Και όταν η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλή, δεν υπάρχουν μεγάλα περιθώρια για βιώσιμες αυξήσεις εισοδημάτων, για πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη ή για ένα καλύτερο επίπεδο ζωής.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα αντιστοιχεί περίπου στο 54% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ανά ώρα εργασίας πέφτει ακόμη χαμηλότερα, περίπου στο 43%. Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι το μοντέλο που στήριξε την ανάκαμψη μετά την κρίση φαίνεται να εξαντλεί τα όριά του. Η ανεργία δεν μπορεί να μειώνεται επ’ άπειρον, η δεξαμενή νέων εργαζομένων στενεύει λόγω δημογραφικού και η Ελλάδα συνεχίζει να χάνει εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό προς το εξωτερικό. Αυτό σημαίνει ότι η επόμενη φάση ανάπτυξης δεν μπορεί να στηριχθεί απλώς στο να «βρίσκουν περισσότεροι δουλειά». Θα πρέπει να στηριχθεί στο να παράγεται περισσότερη αξία.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη διαφορά της Ελλάδας με τις πιο ισχυρές οικονομίες της Ευρώπης. Οι οικονομίες αυτές δεν στηρίζονται μόνο στην εργασία. Στηρίζονται στην τεχνολογία, στις επενδύσεις, στις μεγάλες επιχειρήσεις, στην καινοτομία, στις υποδομές, στην οργάνωση και στην ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η οικονομία παραμένει κατακερματισμένη. Η συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων είναι πολύ μικρού μεγέθους, με περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, χαμηλή τεχνολογική ένταση και μικρή δυνατότητα επένδυσης σε καινοτομία. Δεν είναι τυχαίο ότι όσο μεγαλύτερη είναι μια επιχείρηση τόσο πιο κοντά φτάνει στον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραγωγικότητας.
Υπάρχει επίσης ένα ακόμη ζήτημα που σπάνια συζητείται σοβαρά: το παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Μεγάλο μέρος της ελληνικής οικονομίας βασίζεται σε τομείς με χαμηλή προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο. Το εμπόριο, η εστίαση και ο τουρισμός απασχολούν τεράστιο αριθμό ανθρώπων, όμως η παραγωγικότητά τους παραμένει σχετικά χαμηλή. Αντίθετα, κλάδοι όπως η τεχνολογία, η βιομηχανία και οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες παράγουν σημαντικά μεγαλύτερη αξία, αλλά απασχολούν μικρότερο ποσοστό εργαζομένων. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο τουρισμός ή η εστίαση δεν είναι σημαντικοί τομείς. Σημαίνει όμως ότι μια οικονομία δεν μπορεί να συγκλίνει ουσιαστικά με την Ευρώπη αν δεν επενδύσει πιο επιθετικά στην τεχνολογία, στη βιομηχανία, στις ψηφιακές υποδομές, στην καινοτομία και στην εκπαίδευση.
Και εδώ οι ευθύνες είναι μοιρασμένες.
Οι επιχειρήσεις πρέπει να επενδύσουν περισσότερο σε εξοπλισμό, τεχνολογία, έρευνα και ανάπτυξη. Πρέπει να μεγαλώσουν, να συνεργαστούν, να αποκτήσουν εξωστρέφεια και να αξιοποιήσουν εργαλεία όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η αυτοματοποίηση.
Από την άλλη πλευρά, η πολιτεία οφείλει να δημιουργήσει ένα περιβάλλον που δεν θα λειτουργεί αποτρεπτικά για την παραγωγή και τις επενδύσεις. Η γραφειοκρατία, η αργή απονομή δικαιοσύνης, η δυσκολία αδειοδοτήσεων και οι χρόνιες στρεβλώσεις παραμένουν βασικά εμπόδια για την ανάπτυξη της παραγωγικότητας. Το ίδιο ισχύει και για τις αδυναμίες στην επαγγελματική εκπαίδευση και στη σύνδεση δεξιοτήτων με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς.
Η Ελλάδα έχει πλέον φτάσει σε ένα κρίσιμο σημείο. Το μοντέλο ανάπτυξης μέσω αύξησης της απασχόλησης έδωσε ό,τι μπορούσε να δώσει. Από εδώ και πέρα, το στοίχημα είναι άλλο: να παράγουμε περισσότερα, καλύτερα και πιο ανταγωνιστικά. Γιατί χωρίς πραγματική αύξηση της παραγωγικότητας, οι μισθοί θα συνεχίσουν να κινούνται αργά, το χάσμα με την Ευρώπη θα παραμένει και η οικονομία θα δυσκολεύεται να περάσει σε μια νέα εποχή ισχυρής και βιώσιμης ανάπτυξης.
Και αυτή είναι ίσως μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της επόμενης δεκαετίας για τη χώρα μας.