search icon

Γνώμες

Νέα μέτρα στήριξης: Η κοινωνική ανακούφιση, η πολιτική γκρίνια και το ελληνικό οικονομικό παράδοξο

Η Ελλάδα εμφανίζει υψηλή κατανάλωση αλλά ασθενή αγοραστική δύναμη, δημιουργώντας ένα οικονομικό παράδοξο που τροφοδοτεί πολιτική σύγκρουση για τα νέα μέτρα στήριξης και τη σχέση ανάπτυξης, ακρίβειας και πραγματικής ευημερίας των πολιτών

Κάθε φορά που δημοσιεύονται τα ευρωπαϊκά στοιχεία για το βιοτικό επίπεδο, η ίδια συζήτηση επιστρέφει σχεδόν μηχανικά στην ελληνική δημόσια σφαίρα. Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση προβάλλει την ανάπτυξη, τη μείωση της ανεργίας και τη διατήρηση υψηλής κατανάλωσης ως αποδείξεις ανθεκτικότητας της οικονομίας. Από την άλλη, η αντιπολίτευση σηκώνει τη σημαία της χαμηλής αγοραστικής δύναμης, υπενθυμίζοντας ότι οι Έλληνες παραμένουν ουραγοί στην Ευρώπη όταν η συζήτηση περνά από τους αριθμούς της ανάπτυξης στην πραγματική ζωή.

Η αλήθεια είναι πως και οι δύο πλευρές ακουμπούν ένα κομμάτι της πραγματικότητας. Το πρόβλημα είναι ότι στην ελληνική οικονομία αυτά τα δύο στοιχεία συνυπάρχουν ταυτόχρονα, δημιουργώντας ένα βαθύ παράδοξο: μια χώρα με υψηλή κατανάλωση αλλά με πολίτες που αισθάνονται ολοένα και φτωχότεροι.
Η κυβέρνηση συχνά επικαλείται τον δείκτη Πραγματικής Ατομικής Κατανάλωσης, ο οποίος αποτυπώνει όχι μόνο όσα πληρώνει απευθείας ο πολίτης από την τσέπη του, αλλά και αγαθά ή υπηρεσίες που παρέχονται μέσω του κράτους, όπως η δημόσια υγεία ή η εκπαίδευση. Δεν είναι παράλογο επιχείρημα. Η ελληνική οικονομία ανέκαθεν λειτουργούσε με ιδιαιτερότητες που δεν αποτυπώνονται πλήρως στα ψυχρά μακροοικονομικά δεδομένα.
Η υψηλή ιδιοκατοίκηση μειώνει για πολλούς το στεγαστικό κόστος. Η οικογένεια εξακολουθεί να λειτουργεί ως άτυπο δίχτυ κοινωνικής προστασίας. Οι επιδοτήσεις και η παραοικονομία, όσο στρεβλή κι αν είναι η ύπαρξή τους, διοχετεύονται τελικά στην κατανάλωση. Αυτό εξηγεί γιατί η αγορά συνεχίζει να κινείται ακόμη και όταν τα εισοδήματα μοιάζουν να μην επαρκούν.

Εδώ όμως βρίσκεται και η παγίδα.

Όταν μια οικονομία διατηρεί τόσο υψηλή κατανάλωση χωρίς αντίστοιχη παραγωγική ισχύ, δημιουργεί μόνη της τις συνθήκες που τροφοδοτούν την ακρίβεια. Η ζήτηση παραμένει ισχυρή, οι επιχειρήσεις βλέπουν ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες συνεχίζουν να απορροφώνται και έτσι δεν έχουν σοβαρό κίνητρο να μειώσουν τιμές ή περιθώρια κέρδους.

Με απλά λόγια, η ίδια η κατανάλωση που παρουσιάζεται ως ένδειξη αντοχής της οικονομίας γίνεται καύσιμο για τον πληθωρισμό. Και ο πληθωρισμός είναι αυτός που διαβρώνει τελικά την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Έτσι εξηγείται γιατί η Ελλάδα μπορεί να εμφανίζει σχετικά υψηλή κατανάλωση αλλά ταυτόχρονα να καταγράφει από τις χαμηλότερες επιδόσεις στην Ευρώπη ως προς το τι πραγματικά μπορεί να αγοράσει ένας πολίτης με το εισόδημά του.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ήρθαν και τα νέα μέτρα στήριξης της κυβέρνησης, προκαλώντας την αναμενόμενη πολιτική αντιπαράθεση. Η αντιπολίτευση τα αντιμετώπισε σχεδόν περιφρονητικά, χαρακτηρίζοντάς τα ανεπαρκή μπροστά στο μέγεθος της ακρίβειας. Μην τρελαθούμε, προφανώς και τα μέτρα αυτά δεν λύνουν το πρόβλημα. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ένα επίδομα ή μια προσωρινή ενίσχυση θεραπεύει τις βαθιές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας ή εξαφανίζει την πίεση που νιώθουν τα νοικοκυριά.

Αλλά υπάρχει και ένα άλλο ερώτημα: Θα ήταν καλύτερα να μη δοθούν καθόλου;

Για μια οικογένεια που δυσκολεύεται καθημερινά να καλύψει βασικά έξοδα, ακόμη και μια περιορισμένη ενίσχυση μπορεί να λειτουργήσει ως ανάσα. Ίσως για έναν πολιτικό αναλυτή των τηλεοπτικών πάνελ τα 150 ευρώ ανά παιδί να μοιάζουν αμελητέα. Για πολλές από τις εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες που τα λαμβάνουν, όμως, δεν είναι. Το ίδιο ισχύει και για τις ενισχύσεις προς τους χαμηλοσυνταξιούχους. Κανένα ποσό δεν αλλάζει μαγικά τη ζωή ενός ανθρώπου που ζει χρόνια με πίεση και στερήσεις. Όμως η διαφορά ανάμεσα στα 250 και στα 300 ευρώ μπορεί να σημαίνει φάρμακα, λογαριασμούς ή λίγη μεγαλύτερη ασφάλεια στο τέλος του μήνα.

Ακόμη πιο ουσιαστικές ίσως είναι οι παρεμβάσεις για τις οφειλές και τις κατασχέσεις λογαριασμών. Για χιλιάδες μικρομεσαίους επαγγελματίες και πολίτες που βρίσκονται οικονομικά εγκλωβισμένοι, η δυνατότητα ρύθμισης ή αποδέσμευσης λογαριασμών δεν είναι θεωρητική πολιτική. Είναι όρος επιβίωσης.

Το πραγματικό πρόβλημα, βέβαια, παραμένει βαθύτερο. Μια οικονομία δεν μπορεί να στηρίζεται επ’ άπειρον στην κατανάλωση χωρίς αντίστοιχη αύξηση παραγωγικότητας και εισοδημάτων. Όταν μια χώρα καταναλώνει σταθερά περισσότερα από όσα παράγει, αργά ή γρήγορα το κόστος επιστρέφει μέσω χρέους, ελλειμμάτων και νέων πιέσεων. Και γι’ αυτό ο δείκτης αγοραστικής δύναμης συνεχίζει να στοιχειώνει τη χώρα. Δεν είναι ένας αφηρημένος αριθμός των Βρυξελλών. Είναι η καθημερινή αίσθηση ότι, παρά την ανάπτυξη και τα θετικά μακροοικονομικά στοιχεία, ο μέσος πολίτης στην Ελλάδα εξακολουθεί να νιώθει ότι τρέχει συνεχώς πίσω από το κόστος ζωής.

Η επιτυχία των δημοσιονομικών δεικτών μπορεί να καθησυχάζει τις αγορές και τους οίκους αξιολόγησης. Η πραγματική οικονομική αξιοπρέπεια όμως μετριέται αλλού: στο πόσο αντέχει το πορτοφόλι του πολίτη μέχρι το τέλος του μήνα. Επειδή, όπως όλοι ξέρουμε, σε πολλές περιπτώσεις, τελειώνει ο μισθός και περισσεύουν ημέρες από τον κάθε μήνα…

Exit mobile version