Από τις χθεσινές ανακοινώσεις της κυβέρνησης για τα μέτρα στήριξης της κοινωνίας, υπάρχει ένα καλό και ένα κακό νέο. Το καλό είναι πως η απόδοση της οικονομίας που παράγει υπερπλεονάσματα, μοιράζεται σε μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας τόσο με έκτακτες όσο και κυρίως με μόνιμες παρεμβάσεις. Το κακό νέο είναι η αναθεώρηση προς τα κάτω της ανάπτυξης για το 2026 από το 2,4% που προέβλεπε ο προϋπολογισμός σε 2% αλλά και οι φόβοι για συνεχείς πληθωριστικές πιέσεις.
Κι αυτό από τον μήνα Απρίλιο και τις αβεβαιότητες της ενεργειακής κρίσης λόγω του πολέμου σε ιδιαίτερη ένταση καθώς ουδείς αυτή τη στιγμή μπορεί να προδιαγράψει για πόσο ακόμα διάστημα, η παγκόσμια οικονομία θα υφίσταται τις συνέπειες. Άλλωστε δεν είναι τυχαίες και οι πρωτοβουλίες που ανακοίνωσε χθες, η συνήθως δυσκίνητη Κομισιόν, για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης από τα κράτη μέλη, είτε συντονισμένα είτε σε εθνικό επίπεδο.
Στον καλόπιστο παρατηρητή που αναρωτιέται αν τα μέτρα αυτά που ανακοινώθηκαν αντιμετωπίζουν τα προβλήματα των πολιτών που δοκιμάζονται από την ακρίβεια και τη μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, η απάντηση νομίζω είναι απλή.
Όχι προφανώς, αλλά μήπως θα ήταν καλύτερα να μη δινόταν; Μπορεί για κάποιους τα 150 ευρώ επίδομα για κάθε παιδί να φαίνονται ψίχουλα, όμως οι 900.000 οικογένειες που είναι δικαιούχοι, αν ρωτηθούν μάλλον θα έχουν άλλη άποψη. Ή μήπως η αύξηση της μόνιμης παροχής στους χαμηλοσυνταξιούχους από 250 ευρώ σε 300 ευρώ είναι κι αυτή άνευ ουσίας; Καλύτερα να το κρίνουν οι ίδιοι οι χαμηλοσυνταξιούχοι. Κατά την άποψή μου όμως, ιδιαίτερα σημαντική είναι η απόφαση με τις 72 δόσεις για τις αρρύθμιστες οφειλές και η άρση της κατάσχεσης τραπεζικών λογαριασμών που αφορά σε εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις που ασφυκτιούν, αδυνατούν να λειτουργήσουν και τους βρήκε και η νέα κρίση. Όποιος δεν βρίσκεται σε αυτή τη δυσχερή θέση, δεν μπορεί εύκολα να το καταλάβει.
Είναι επίσης σημαντικό πως αυτό το πλεόνασμα των 800 εκατ. που ανακοίνωσε η EUROSTAT, δεν προέρχεται από υπερφορολόγηση λόγω αυξημένου ΦΠΑ από τις υψηλές τιμές αλλά κυρίως από την ανάπτυξη, τις νέες θέσεις εργασίας και τη μείωση της φοροδιαφυγής. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν μια καλή μαγιά για την επίτευξη πλεονασμάτων υπέρ της κοινωνίας τόσο για την τρέχουσα χρονιά όσο και για το 2027.
Δεν μπορεί φυσικά κανείς να ισχυριστεί πως η κατάσταση είναι ρόδινη.
Τα προβλήματα των Ελλήνων πολιτών είναι πολλά και υπήρχαν και πριν από την πρόσφατη παγκόσμια κρίση. Ο ευρωπαϊκός δείκτης της αγοραστικής δύναμης που μας κατατάσσει στην τελευταία θέση ανάμεσα στους 27 της ΕΕ, δεν είναι κάτι αφηρημένο. Μας στοιχειώνει έτσι κι αλλιώς κι αυτό πρέπει να απασχολεί όχι μόνο τούτη, αλλά και όλες τις επόμενες κυβερνήσεις. Αυτή η σύγκριση με τους άλλους Ευρωπαίους πολίτες μας πληγώνει, γιατί αυτοί τα καταφέρνουν καλύτερα από εμάς και ποιες δράσεις πρέπει να αναληφθούν ώστε κάποια στιγμή να απαλλαγούμε από αυτό το στίγμα. Βλέπετε, η επιτυχία των μακροοικονομικών δεικτών και η αλματώδης μείωση του χρέους αφορούν κυρίως τους οίκους αξιολόγησης και τους δανειστές. Η πραγματική αξία όμως του διαθέσιμου χρήματος των πολιτών, αφορά στις ίδιες τις ζωές και το βιοτικό τους επίπεδο.
Κι αυτό είναι που ενδιαφέρει εμάς, αλλά πρέπει να ενδιαφέρει και τις πολιτικές των κομμάτων και των κυβερνήσεων.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.