Αν και δεν είναι πλέον πρωθυπουργός, τον καλούν την Τετάρτη 16 Οκτωβρίου να συμμετάσχει στη Συνάντηση Κορυφής του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Είναι η πρώτη φορά που ο Τσίπρας θα συμμετέχει ως αρχηγός κόμματος της (αξιωματικής) αντιπολίτευσης και όχι ως πρωθυπουργός. Θυμίζουμε ότι η πρωθυπουργική ιδιότητά του ήταν το επιχείρημα που πρόβαλαν κάθε φορά οι ηγέτες του S&D για να ξεπερνούν την άρνηση της Φώφης Γεννηματά να είναι ομοτράπεζος των σοσιαλιστών ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ. Ομως και τώρα που έπαψε να είναι πρωθυπουργός οι προσκλήσεις συνεχίζονται. Οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές συνεχίζουν να αδιαφορούν για τις ενστάσεις της Φώφης, ενώ δεν φαίνεται να θεωρούν προβληματικό το γεγονός ότι ο Τσίπρας και το κόμμα του δεν ανήκουν, προσώρας τουλάχιστον, στο S&D, αλλά στην GUE, την ομάδα της Αριστεράς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Και λέμε προσώρας, επειδή, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις πολιτικών παραγόντων από τις Βρυξέλλες, το προνομιακά ιδιόμορφο καθεστώς του Τσίπρα, να εμφανίζεται ως ο συνδετικός κρίκος των σοσιαλιστών με τους κομμουνιστογενείς, θα τερματιστεί -και μάλιστα στο προβλεπτό μέλλον- με πρωτοβουλία του ίδιου. Η ένταξη και επισήμως στην ομάδα των Ευρωσοσιαλιστών δεν πρόκειται να γίνει προτού ολοκληρωθεί -και μέσω του συνεδρίου- η μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ από κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε φορέα έκφρασης των ευρύτερων προοδευτικών δυνάμεων στην Ελλάδα.

Εξυπακούεται ότι σε αυτή την περίπτωση το ΚΙΝ.ΑΛ. θα βρεθεί έτι περαιτέρω σε δύσκολη θέση, ενώ δεν θα πρέπει να αποκλείσουμε και την πιθανότητα η ηγεσία του S&D να πιέσει υπέρμετρα τη Φώφη για να αρχίσει να συζητά με τον Αλέξη το κοινό κυβερνητικό μέλλον των δύο κομμάτων. Πάντως, και μέχρι να συμβεί αυτό, ο Τσίπρας συνεχίζει την προσπάθεια διεμβολισμού, παντί τρόπω, του ΚΙΝ.ΑΛ. Αρχής γενομένης από τα πράσινα κάστρα, την Αχαΐα (Δευτέρα και Τρίτη) και την Κρήτη (το ερχόμενο Σαββατοκύριακο), ξεκινά την «περιοδεία στον λαό» προκειμένου να δείξει, όπως μας λέει εξ απορρήτων συνεργάτης του, ότι «σε αντίθεση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη που, όπως έδειξε και το πολυνομοσχέδιο για την ανάπτυξη, κάνει ρουσφέτια στις ελίτ, αυτός ενδιαφέρεται για τα λαϊκά συμφέροντα».

Τα «δίδυμα»

Βέβαια, όλοι γνωρίζουν ότι η φθινοπωρινή εξόρμηση του Τσίπρα στην επαρχία γίνεται προκειμένου να εγγράψει νέα μέλη, προερχόμενα κυρίως από την Κεντροαριστερά, που θα αλλάξουν τους εσωκομματικούς συσχετισμούς υπέρ εκείνων που επιθυμούν (μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Τσίπρας και οι περισσότεροι εκ των στενών του συνεργατών) ο ΣΥΡΙΖΑ να γίνει ΠΑΣΟΚ στη θέση του ΠΑΣΟΚ. Σημειώνουμε ότι με εξαίρεση τον Τσίπρα και τον γραμματέα του κόμματος Πάνο Σκουρλέτη, όλα τα άλλα στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης προσέρχονται στις προσυνεδριακές εκδηλώσεις ως δίδυμα, ένας από τον ΣΥΡΙΖΑ και ένας από την Προοδευτική Συμμαχία. Για λόγους πολιτικής ισορροπίας ανάμεσα στην Κουμουνδούρου και τους συμμάχους της, αλλά και, το κυριότερο, προκειμένου οι «γεφυροποιοί» να χτίσουν τα θεμέλια της διεύρυνσης του κόμματος με όσο το δυνατόν περισσότερους πασοκογενείς.

Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει ορισμένους στην εδραία πεποίθηση ότι τον Μάρτιο, στο συνέδριο του κόμματος, οι περίπου 5.000 (;) αντιπρόσωποι θα υπερψηφίσουν την πρόταση για μετονομασία του κόμματος σε ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία. Αυτή εξάλλου είναι και η έσχατη υποχώρηση που δέχονται να κάνουν όσοι αντιδρούν στην επιχειρούμενη πασοκοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ. «Πασοκοποίηση» που ο Αλέξης προτιμά να την ορίζει ως το «τρίτο κύμα της μετεξέλιξης του ΣΥΡΙΖΑ», ο οποίος ξεκίνησε ως μικρό κόμμα συνιστωσών, έγινε κυβερνώσα Αριστερά και τώρα χρειάζεται να μετατραπεί σε βασικό φορέα έκφρασης των προοδευτικών δυνάμεων της χώρας προκειμένου αφενός να καθιερωθεί ως ο ένας από τους δύο πόλους του νέου δικομματισμού που συγκροτείται μετά την έξοδο από τα μνημόνια και αφετέρου για να επανέλθει -ει δυνατόν και από τις επόμενες εκλογές- η Κεντροαριστερά στην εξουσία.

Να αναφέρουμε σε αυτό το σημείο ότι μπορεί να είναι -και όντως είναι- νωρίς για οποιαδήποτε εκλογική πρόβλεψη, όμως όλοι συμφωνούν ότι ο εκλογικός νόμος ίσως παίξει τον πλέον καθοριστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις. Και μάλιστα ορισμένοι βλέπουν τις προχθεσινές συναντήσεις του πρωθυπουργού με τους πολιτικούς αρχηγούς ως μια εικόνα από το μέλλον. Η διαφωνία για την αλλαγή του εκλογικού νόμου με 200 βουλευτές -γιατί αυτό είναι και το πλέον σημαντικό και όχι οι απόδημοι για τους οποίους θα υπάρξει συμφωνία των κομμάτων, του ΣΥΡΙΖΑ περιλαμβανομένου, τόσο για τον αριθμό όσο και για τον τρόπο με τον οποίο αυτοί θα μπορούν να ψηφίσουν στις επόμενες εκλογές- οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε διπλές εκλογές το 2023. Οι εκλογές με απλή αναλογική εκ των πραγμάτων θα οδηγήσουν σε νέες κάλπες, αφού με βάση τις δηλώσεις βουλήσεως και τα εικαζόμενα αποτελέσματα είναι μάλλον απίθανο οι πολιτικοί αρχηγοί (οι ίδιοι που συναντήθηκαν προχθές) να συμφωνήσουν στον σχηματισμό κυβέρνησης. Εκτός κι αν υπάρξει συμφωνία των δύο πρώτων σε δύναμη κομμάτων για μεγάλο συνασπισμό, όπως στη Γερμανία, κάτι που όμως στα καθ’ ημάς, τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα, αποκλείεται να συμβεί. Αλλο η ψήφος των αποδήμων κι άλλο ο εκλογικός νόμος. Οπως διαφορετικό πράγμα είναι και η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, για τον οποίο επίσης μπορεί να υπάρξει σύμπτωση, ειδικά εάν αυτός/ή προέρχεται από τον χώρο της Κεντροαριστεράς όπως ζητά επιμόνως η Φώφη Γεννηματά, ή επανεκλεγεί ο Προκόπης Παυλόπουλος, όπως ζητά ο Αλέξης Τσίπρας.

Ο εκλογικός νόμος

Στους απόδημους και στον Πρόεδρο μπορεί να τα βρούν, στον εκλογικό νόμο όμως αποκλείεται ακόμη και αν, εκτός της Φώφης, συμφωνήσουν και οι έτεροι δύο Καππαδόκες του αντισυριζαϊσμού, ο Γιάνης Βαρουφάκης και ο Κυριάκος Βελόπουλος. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η αλλαγή του εκλογικού νόμου δεν είναι, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες από το Μαξίμου, κάτι που απασχολεί άμεσα τον πρωθυπουργό και ως εκ τούτου τα σενάρια ακόμη και για κάλπες στο επόμενο 18μηνο ή για εκλογικό αιφνιδιασμό του Μητσοτάκη, όσο τα πράγματα είναι καλά για την κυβέρνησή του, προκειμένου να καταφέρει μία ακόμη νίκη επί του Τσίπρα είναι περισσότερο πνευματικές ονειρώξεις δημοσιολογούντων ή επιθυμίες όσων θα ήθελαν, για λόγους δικούς τους, το γκουβέρνο να αλλάξει χέρια.

Ούτε βεβαίως υπάρχει κόκκος αληθείας στο σενάριο που θέλει τον Κυριάκο να συνδέει τη διενέργεια εκλογών με τις γιορτές για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821, επειδή τότε, λόγω των αναμνήσεων για τον Κολοκοτρώνη και τον Νικηταρά, η ψυχή των Ελλήνων θα… μεταρσιώνεται. Το πιθανότερο είναι να αφεθεί η απόπειρα αλλαγής του εκλογικού νόμου για αργότερα προκειμένου να συνδυαστεί και με την (αναγκαία) πολιτική σταθερότητα την οποία θα απαιτούν (;) τα δεδομένα της οικονομίας και της κοινωνίας, τον τελευταίο χρόνο πριν από την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.

Στην εκτίμηση αυτή φαίνεται να καταλήγει και το κονκλάβιο της ηγεσίας της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Τα όσα περί του αντιθέτου λένε δημοσίως, ορισμένες φορές και ανοήτως, κάποια ανώτερα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ είναι για κομματική κατανάλωση, ενώ ορισμένες φορές υπάρχει και ιδιοτέλεια, προκειμένου το όνομα αυτών που εκστομίζουν τις κοτσάνες περί «εκδίωξης του Μητσοτάκη» να παραμείνει στη μαρκίζα της Κουμουνδούρου. Μάλιστα, και όσο θα εντείνεται ο προσυνεδριακός, οι δύο γραμμές, που φαίνεται να υπάρχουν αυτή τη στιγμή στον ΣΥΡΙΖΑ, θα γίνονται ολοένα πιο ευκρινείς. Η μία, της οποίας οπαδός είναι και ο Αλέξης Τσίπρας, επιμένει ότι θα πρέπει να υπάρξει στρατηγική πολιτικής και κοινωνικής πλειοψηφίας και να απορριφθεί η παραδοσιακή λογική των μετώπων, της οποίας διαχρονικά είναι οπαδοί οι προερχόμενοι από την κομμουνιστογενή Αριστερά.

Ο Τσίπρας και ορισμένοι -όχι όλοι- στενοί συνεργάτες του θεωρούν πως είναι λάθος η στρατηγική του δεύτερου κόμματος, την οποία ουσιαστικά εισηγούνται όσοι επιμένουν ότι η καλύτερη αντιπολίτευση είναι αυτή που εδράζεται στο τετράπτυχο: Καταγγελία, Συσπείρωση, Προπαγάνδα, Μέτωπο. Ιστορικά έχει τις ρίζες της στον Λεόν Μπλουμ και τη στρατηγική του Λαϊκού Μετώπου για την κατάληψη της εξουσίας και τη διαχείριση των κρατικών υποθέσεων. Τη συνεργασία των αριστερών δυνάμεων και κομμάτων προκρίνουν ως στρατηγική απάντηση στη Δεξιά, ο Τσακαλώτος, ο Φίλης, ο Σκουρλέτης ακόμη και ο Φλαμπουράρης, η Δούρου και ο Βούτσης, που μετά τον Δραγασάκη διεκδικεί και αυτός -όπως έδειξαν και οι πρόσφατες δηλώσεις του για τις αδυναμίες του ΣΥΡΙΖΑ να αναλάβει τον Ιανουάριου του 2015 τη διακυβέρνηση- τον ρόλο του… Νέστορα στον ΣΥΡΙΖΑ.

Αντίθετα, ο αποδεκατισμός των κομμάτων που βρίσκονται πέριξ του ΣΥΡΙΖΑ είτε ανήκουν στο Κέντρο (ΚΙΝ.ΑΛ.), είτε στην Αριστερά (ΛΑΕ, ΜέΡΑ25) και η ένταξη των στελεχών και των οπαδών τους στην Προοδευτική Παράταξη που προσπαθεί να δημιουργήσει, ως μετεξέλιξη της Κουμουνδούρου, ο Τσίπρας είναι το σχέδιο του Παππά, του Σπίρτζη, της Μαριλίζας, του Τζουμάκα κ.ά., προκειμένου ο ΣΥΡΙΖΑ στις επόμενες εκλογές να έρθει πρώτο κόμμα και έτσι να κατοχυρώσει τον ρόλο του ενός από τους δύο πόλους του νέου δικομματισμού, που θα κυριαρχήσει την επόμενη δεκαετία στον πολιτικό και δημόσιο βίο.

Βεβαίως, όσα εκ των ιστορικών στελεχών του ΠΑΣΟΚ παρακολουθούν με ενδιαφέρον τις μετεκλογικές εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ σημειώνουν ότι προσώρας ούτε ο ίδιος ο Τσίπρας φαίνεται να έχει κατανοήσει τη στρατηγική της πολιτικής και κοινωνικής πλειοψηφίας που εφάρμοσαν με επιτυχία ο Ανδρέας Παπανδρέου στην Ελλάδα, ο Φρανσουά Μιτεράν στη Γαλλία, ο Γκέρχαρντ Σρέντερ στη Γερμανία ακόμη και ο Τόνι Μπλερ με τον «Τρίτο Δρόμο» στη Βρετανία. Και φέρνουν ως παράδειγμα τις δύο πρόσφατες ομιλίες του Αλέξη στην Ιταλία, όπου επέμενε στη δημιουργία Μετώπου από τις δυνάμεις του Κέντρου και της Αριστεράς. Επισημαίνουν δε ότι η στρατηγική φθοράς της κυβέρνησης και μόνο δεν είναι η ενδεδειγμένη, ειδικά μετά από μια υπερτετραετή διακυβέρνηση που οδήγησε τον ΣΥΡΙΖΑ στο μπλοκ των συστημικών δυνάμεων, τον ανάγκασε σε πολλές κυβιστήσεις και το σημαντικότερο στην υιοθέτηση μέτρων και πολιτικών, τα οποία δεν μπορεί να καταγγέλει επειδή τώρα τα εφαρμόζει ο Μητσοτάκης.

Ψάχνουν στρατηγική

Οπως παραδέχεται βουλευτής και πρώην υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ, η αξιωματική αντιπολίτευση, τουλάχιστον για τα δύο πρώτα χρόνια, χρειάζεται να χτίσει εκ νέου την αξιοπιστία της και αυτό δεν μπορεί να το πετύχει με την τακτική «αντιπολίτευση για την αντιπολίτευση», όπως κάποιοι εισηγούνται στον Τσίπρα, αλλά με την επεξεργασία και προβολή σοβαρών εναλλακτικών πολιτικών και τη μετριοπαθή συμπεριφορά. Αναμφίβολα, οι εξελίξεις μπορεί να τρέξουν νωρίτερα, ειδικά εάν εμφανιστούν μεγάλα προβλήματα, είτε γεωπολιτικά στην περιοχή λόγω της επιθετικής συμπεριφοράς της Τουρκίας, είτε στην Ευρώπη λόγω της ύφεσης, είτε διεθνώς λόγω του εμπορικού πολέμου, είτε στην περίπτωση που η κυβέρνηση, αντί να σπάσει αυγά, επιλέξει, όπως έκανε και η προηγούμενη, να χαϊδέψει αυτιά φοβούμενη το πολιτικό κόστος.

Ομως επειδή στην πολιτική δεν μπορείς να σχεδιάζεις έχοντας στο μυαλό σου το περιστατικό με τον δούλο του Αργοναύτη Ανταίου και τη συμπεριφορά σου να την υπαγορεύει η φράση «από κύλικος μέχρι χειλέων πολλά πέλει» (από το ποτήρι μέχρι τα χείλη πολλά γίνονται), ο Τσίπρας, λένε κάποιοι συμβουλάτορές του, θα πρέπει να εγκαταλείψει τους καθημερινούς… πολακισμούς και να προσπαθήσει να επεξεργαστεί μια σοβαρή στρατηγική τετραετίας που θα καταστήσει το (ριζοσπαστικά κεντρώο και μετριοπαθώς αριστερό) κόμμα του εκ νέου ελκυστικό.

Ανάλογες συμβουλές φαίνεται να δέχεται και ο τέως πρωθυπουργός από νουνεχείς συνομιλητές του, οι οποίοι θεωρούν ότι «ο Μητσοτάκης αυτή τη στιγμή έχει μόνο καλές θάλασσες μπροστά του. Αργότερα, όταν θα αρχίσουν να εμφανίζονται προβλήματα, όπως άλλωστε συμβαίνει σε κάθε κυβέρνηση, ειδικά αν δεν λαμβάνει εγκαίρως τα αντιδημοφιλή μέτρα που χρειάζονται η οικονομία και η κοινωνία για να ανασυγκροτηθούν, ο Τσίπρας θα έχει κάθε δικαίωμα να ανεβάσει τους τόνους της αντιπαράθεσης». Μετριοπαθή στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζουν πως ο συνδικαλισμός στην πολιτική, οι γενικόλογες περιγραφές, η άκριτη υιοθέτηση αιτημάτων διαμαρτυρίας και η ταύτιση με καταστάσεις και πρόσωπα που δεν είναι ελκυστικά -όπως για παράδειγμα ο Μίμης Παπαγγελόπουλος και ο πολιτικός κουτσαβακισμός που επέδειξε, αντί για την τεκμηριωμένη αποδόμηση των κατηγοριών στην προανακριτική για τη Novartis- μπορεί να αποβούν καταστρεπτικά στην προσπάθεια που πρέπει να καταβάλουν ο Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ προκειμένου να αποκαταστήσουν το κύρος τους, ευρύτερα στην κοινωνία και όχι μόνο στην Αριστερά