Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Παρά τη ρητορική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ υπέρ των «αδύναμων» και των «φτωχών», τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (Νοέμβριος 2017) οδηγούν σε δύο ανησυχητικά συμπεράσματα. Το πρώτο είναι ότι η πολυδιαφημισμένη πολιτική ΣΥΡΙΖΑ κατά της φτώχειας είναι αναποτελεσματική, αν όχι τελείως ανύπαρκτη. Και αυτό γιατί το μόνο που κατάφεραν μέσα σε δύο χρόνια είναι να μειωθεί ο κίνδυνος φτώχειας μετά την εφαρμογή κοινωνικών πολιτικών μόλις κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες, από 22,1 σε 21,2.

Οταν επί κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας, μέσα σε μόλις έναν χρόνο, το 2014, ο κίνδυνος φτώχειας μετά την επέμβαση του κράτους είχε μειωθεί κατά μία ποσοστιαία μονάδα – δηλαδή έχουμε σχεδόν διπλάσια αποτελεσματικότητα. Και ενώ την εποχή της δύσκολης δημοσιονομικής προσαρμογής 2012-2013 και παρά τις απώλειες και τις θυσίες ο κίνδυνος φτώχειας είχε μείνει σταθερός. Να θυμίσουμε ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛ. υποτίθεται ότι «πολέμησε» και «διαπραγματεύτηκε» με την τρόικα για να εφαρμόσει μια σειρά από μέτρα όπως η κατάργηση των 5 ευρώ στα νοσοκομεία, δωρεάν ρεύμα, κουπόνια σούπερ μάρκετ και άλλα. Σήμερα τα στοιχεία δείχνουν ότι δυστυχώς κανένα από τα μέτρα αυτά δεν είχε ουσιαστική συμβολή στη μείωση της φτώχειας, αντίθετα σε πολλές περιπτώσεις έθεσαν τη δημοσιονομική και τη γενικότερη οικονομική πορεία και σταθερότητα της χώρας σε κίνδυνο.   

Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η οικονομική και κοινωνική πολιτική ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛ. είναι καταστροφική για τη δομή της οικονομίας και εξαντλεί τις αντοχές της χώρας. Και αυτό φαίνεται από δύο δείκτες. Πρώτον, ο κίνδυνος φτώχειας στα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ πριν από τις κοινωνικές μεταβιβάσεις έχει μειωθεί μόνο οριακά (από 26% το 2014 σε μόλις 25,2% το 2016). Αντίθετα, επί Νέας Δημοκρατίας, μέσα σε έναν χρόνο, το 2014, ο αντίστοιχος κίνδυνος μειώθηκε κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες. Ο δείκτης αυτός, δηλαδή πριν από την εφαρμογή των κοινωνικών πολιτικών, μας δείχνει τη δυναμική και τις δυνατότητες της οικονομίας. Η μείωση της φτώχειας, χωρίς την παρέμβαση του κράτους που επετεύχθη το 2014, δείχνει ότι είχαμε μπει σε τροχιά ανάπτυξης, δουλειάς, καλύτερων εισοδημάτων. Σήμερα η οικονομία λιμνάζει.

Το ακόμα δε πιο ανησυχητικό είναι ότι στη διάρκεια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ο κίνδυνος φτώχειας αυξήθηκε για τους εργαζομένους, ιδίως για τις εργαζόμενες γυναίκες, και τους ανέργους. Αυξήθηκε επίσης για τους αποφοίτους Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

Τα παραπάνω αποδεικνύουν και με μετρήσιμα στοιχεία το επιχείρημα της Νέας Δημοκρατίας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ φτωχοποιεί τον πληθυσμό. Σκοτώνει τη μεσαία τάξη. Οι πολιτικές του αποδυναμώνουν σταθερά το κομμάτι εκείνο της κοινωνίας που παράγει και πληρώνει φόρους και σε τελική ανάλυση χρηματοδοτεί την κοινωνική πολιτική, την παιδεία, την υγεία και τις συντάξεις. Η φτωχοποίηση των εργαζομένων, ιδίως των πλέον προσοντούχων, θα αυξήσει τις ροές προς το εξωτερικό και θα δυναμιτίσει ακόμα περισσότερο τη δυνατότητα της οικονομίας να αναπτυχθεί. Ο Προϋπολογισμός του 2018 είναι για άλλη μία φορά φοροκεντρικός και στοχεύει στην επίτευξη υπερπλεονασμάτων. Ωστόσο είναι αμφίβολο πώς θα επιτευχθούν αυτά όταν οι νέες θέσεις εργασίας που δημιουργούνται είναι κυρίως μειωμένης απασχόλησης και χαμηλών μισθών, οι μακροχρόνια άνεργοι αυξάνονται ως ποσοστό του συνόλου των ανέργων και οι καλύτεροι απογοητεύονται και φεύγουν.

Η κοινωνική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται σε υπερπλεονάσματα, υπερφορολόγηση και συνεχή φτωχοποίηση του παραγωγικού πληθυσμού. Δεν μπορεί να είναι συγκυριακή και να έχει τον χαρακτήρα έκτακτου φιλοδωρήματος, όπως κάνει τα τελευταία χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ.

Αντίθετα, πρέπει να στηρίζεται σε δύο βασικούς άξονες: Πρώτον, να μειώσουμε τον αριθμό των ανθρώπων εκείνων που έχουν ανάγκη την κοινωνική πολιτική. Να βρούμε δουλειά στους ανθρώπους, και μάλιστα καλή δουλειά, ώστε να μπορούν να στηριχθούν στις δικές τους δυνάμεις. Δεύτερον, να στηρίξουμε και να ενδυναμώσουμε τους ανθρώπους που στηρίζουν σήμερα με τους φόρους τους το κράτος. Οσοι εργάζονται, να συνεχίσουν να εργάζονται. Οσοι ψάχνουν δουλειά, να βρουν. Οσοι δίνουν δουλειά, να δημιουργήσουν και άλλες.