search icon

Γνώμες

Το «γιατί» πριν από το «πώς»: Επαναπροσδιορίζοντας την ηγεσία, την επικοινωνία και την αξία (vid)

Το Πανεπιστήμιο του μέλλοντος θα κριθεί από την απάντηση σε ένα απλό αλλά θεμελιώδες ερώτημα: τι είδους ανθρώπους και τι είδους κοινωνίες θέλουμε να διαμορφώσουμε

Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα δίνουν ολοένα και μεγαλύτερη προτεραιότητα στους δείκτες απόδοσης -στο «πώς» της εκπαίδευσης- εις βάρος του θεμελιώδους «γιατί» της μάθησης. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς μια αλλαγή προτεραιοτήτων· είναι μια αλλαγή ταυτότητας. Η εκπαίδευση κινδυνεύει να μετατραπεί σε γραμμή παραγωγής δεξιοτήτων και πιστοποιήσεων, αποκομμένη από τον λόγο ύπαρξής της.

Για δεκαετίες, το Πανεπιστήμιο αποτελούσε χώρο καλλιέργειας της κρίσης, της αμφισβήτησης και της σκέψης. Σήμερα, αυτή η λειτουργία υποχωρεί μπροστά σε μια μονοδιάστατη προσήλωση στη μετρησιμότητα: δείκτες, κατατάξεις, απασχολησιμότητα. Δεν πρόκειται για ουδέτερη εξέλιξη. Είναι μια πολιτική επιλογή με σαφείς συνέπειες. Σε διεθνές επίπεδο, προγράμματα ανθρωπιστικών σπουδών συρρικνώνονται ή καταργούνται επειδή δεν «αποδίδουν» άμεσα με όρους αγοράς. Το Πανεπιστήμιο, έτσι, παύει σταδιακά να είναι θεσμός παιδείας και μετατρέπεται σε μηχανισμό κατάρτισης.

Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη του «πώς», αλλά η κυριαρχία του. Όταν η εκπαίδευση περιορίζεται στην αποδοτικότητα, χάνει την κατεύθυνσή της. Το «πώς» χωρίς «γιατί» δεν είναι ουδέτερο· είναι επικίνδυνα αποτελεσματικό προς άγνωστη κατεύθυνση. Αντίθετα, ένα άτομο που έχει μάθει να αναζητά το «γιατί» μπορεί να προσαρμόζεται, να κρίνει και να δημιουργεί μέσα σε συνθήκες αβεβαιότητας. Και εδώ βρίσκεται η ειρωνεία της εποχής μας: τη στιγμή που η Τεχνητή Νοημοσύνη αυτοματοποιεί το «πώς», εμείς υποβαθμίζουμε το «γιατί».

Η μετατόπιση αυτή αποκαλύπτει μια βαθύτερη κρίση: την αναδιαμόρφωση του κοινωνικού συμβολαίου της εκπαίδευσης. Για δεκαετίες, η υπόσχεση ήταν σαφής: οι σπουδές οδηγούν σε σταθερότητα και επαγγελματική αποκατάσταση. Σήμερα, αυτή η σχέση έχει ρηγματωθεί. Στην Ελλάδα, η αξία ενός πτυχίου μετριέται όλο και περισσότερο με όρους άμεσης απασχολησιμότητας. Στην Ευρώπη, η εκπαίδευση προσαρμόζεται στις ανάγκες της αγοράς, συχνά εις βάρος του παιδευτικού της ρόλου. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ορισμένα Πανεπιστήμια λειτουργούν ήδη με λογική διαχείρισης χαρτοφυλακίου επενδύοντας σε ό,τι «αποδίδει» και εγκαταλείποντας ό,τι δεν αποτιμάται εύκολα.

Οι ανθρωπιστικές σπουδές βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της πίεσης. Όχι επειδή έχουν χάσει την αξία τους, αλλά επειδή η αξία τους δεν αποτυπώνεται εύκολα σε δείκτες. Και όμως, η φιλοσοφική σκέψη, η ιστορική συνείδηση και η ικανότητα ερμηνείας αποτελούν τον πυρήνα της ηγεσίας σε έναν αβέβαιο κόσμο. Η πραγματική αποτελεσματικότητα δεν είναι μόνο η επίτευξη στόχων· είναι η κατανόηση του γιατί αυτοί οι στόχοι αξίζουν να επιτευχθούν.

Σε αυτό το περιβάλλον, η στρατηγική επικοινωνία παύει να είναι εργαλείο προβολής και γίνεται μηχανισμός διαμόρφωσης νοήματος. Το βασικό έλλειμμα της εποχής δεν είναι η πληροφορία Είναι η ερμηνεία της πληροφορίας. Οι οργανισμοί επιβραβεύονται για ό,τι μετριέται, αλλά κρίνονται για ό,τι νοηματοδοτούν. Ένα συνεκτικό «γιατί» δεν είναι επικοινωνιακή πολυτέλεια· είναι προϋπόθεση εμπιστοσύνης. Και η εμπιστοσύνη, σε περιόδους αβεβαιότητας, είναι το μόνο πραγματικό κεφάλαιο.

Οι ανθρωπιστικές σπουδές παρέχουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο τα δεδομένα αποκτούν νόημα. Επιτρέπουν στους οργανισμούς να διατηρούν συνοχή όταν οι αριθμοί δεν αρκούν. Η ηγεσία, σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι διαχείριση δεικτών· είναι διαμόρφωση κατεύθυνσης. Είναι η ικανότητα να κρατάς μια κοινότητα ενωμένη όταν οι μετρήσεις δείχνουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις.

Το Πανεπιστήμιο του μέλλοντος θα κριθεί από την απάντηση σε ένα απλό αλλά θεμελιώδες ερώτημα: τι είδους ανθρώπους και τι είδους κοινωνίες θέλουμε να διαμορφώσουμε; Θα είναι αναπόφευκτα υβριδικό και τεχνολογικά ενισχυμένο. Όμως η ιεραρχία δεν μπορεί να είναι διαπραγματεύσιμη: πρώτα το «γιατί», μετά το «πώς».

Από την οπτική της πολιτικής φιλοσοφίας, η εκπαίδευση είναι ο πυρήνας του κοινωνικού συμβολαίου. Από την οπτική της στρατηγικής επικοινωνίας, οι εκπαιδευτικοί οργανισμοί οφείλουν να αξιοποιούν την Τεχνητή Νοημοσύνη ως εργαλείο – όχι ως πυξίδα. Η πυξίδα πρέπει να παραμένει ανθρώπινη.

Τελικά, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο τι γνωρίζουν οι απόφοιτοι, αλλά τι μπορούν να κατανοήσουν και να διαμορφώσουν. Εκεί, το «γιατί» δεν αποτελεί απλώς την αφετηρία της εκπαίδευσης. Είναι ο προορισμός της. Και ίσως η τελευταία της ευκαιρία να παραμείνει ουσιαστική.

Το άρθρο είναι αποτέλεσμα της συνομιλίας της Μαρίνας Stenos και του Δρ. Ιακώβου-Αντώνιου Αρμάου, στα πλαίσια του People & Planet United- Global Health & Purpose Summit στη Νέα Υόρκη

Exit mobile version