search icon

Γνώμες

Τσίπρας ή Ανδρουλάκης;

Ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Ανδρουλάκης δίνουν σκληρή μάχη για τη δεύτερη θέση, που αποτελεί όρο πολιτικής τους επιβίωσης. Παρά τις οργανωτικές και ηγετικές τους ελλείψεις, ο ανταγωνισμός τους κρίνει την ηγεμονία στην αντιπολίτευση

Το πρόβλημα του Αλέξη Τσίπρα είναι ότι δεν έχει κόμμα. Το πρόβλημα του Νίκου Ανδρουλάκη είναι ακριβώς το αντίστροφο. Διαθέτει έναν οργανωμένο κομματικό μηχανισμό, το ΠΑΣΟΚ, αλλά η προσωπική του απήχηση δεν αρκεί για να τον μετατρέψει σε πλειοψηφικό ρεύμα. Ο πρώτος αναζητεί ένα κόμμα αντάξιο του… rebranding. Ο δεύτερος είναι πρόεδρος ενός κόμματος που αναζητεί ακόμη τα ηγετικά προσόντα για να το οδηγήσει στην εξουσία. Και οι δύο λένε ότι διεκδικούν την πρωθυπουργία, αλλά η πραγματική μεταξύ τους αναμέτρηση αφορά το ποιος θα έρθει δεύτερος.

Διότι, όσο κι αν αποφεύγουν να το ομολογήσουν, η πρώτη θέση παραμένει, με τα σημερινά δεδομένα, υπό τον έλεγχο του Κυριάκου Μητσοτάκη ή, αν προτιμάτε, της Νέας Δημοκρατίας. Προφανώς αντιλαμβάνονται ότι ο Μητσοτάκης ωφελείται από τον κατακερματισμό της αντιπολίτευσης, αλλά επίσης γνωρίζουν ότι χωρίς προηγούμενη επικράτηση στον δικό τους χώρο δεν μπορούν να διεκδικήσουν τίποτε περισσότερο.

Η εξέλιξη των δημοσκοπήσεων αποτυπώνει αυτή την ιδιόμορφη ισορροπία. Τον Ιούνιο η δυναμική έδειχνε να ευνοεί τον Τσίπρα. Η επανεμφάνισή του είχε δημιουργήσει προσδοκίες, η ΕΛΑΣ συγκέντρωνε δυνάμεις από τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο και το ΠΑΣΟΚ έδειχνε αδύναμο να ανακόψει την πίεση. Το ενδιαφέρον είναι ότι η αρχική δυναμική δεν εξελίχθηκε προς το 20%, όπως περίμεναν στο επιτελείο του Τσίπρα. Αντίθετα, η μεταξύ τους διαφορά έχει περιοριστεί, σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις, και η αναμέτρηση εξελίσσεται σε ντέρμπι. Φαίνεται πως ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ κερδίζει χρόνο, αλλά όχι απαραίτητα και τη δεύτερη θέση – και αυτό μπορεί να εξελιχθεί σε παγίδα.

Η ΕΛΑΣ έχει πλέον πολιτική παρουσία, αλλά δεν διαθέτει το οργανωτικό βάθος, την ιστορική συνέχεια και τις κοινωνικές ρίζες του ΠΑΣΟΚ. Η προσωπική απήχηση του ιδρυτή της δεν συνεπάγεται αυτομάτως ισχυρό κόμμα. Χρειάζονται στελέχη, αυτοδιοικητικά ερείσματα, προγραμματική συνοχή και, κυρίως, ψηφοφόροι που θα παραμείνουν τώρα που υποχώρησε ο… ενθουσιασμός της επανεκκίνησης.
Ο Τσίπρας επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο συνεπής αντίπαλος της Δεξιάς, αποκλείοντας οποιαδήποτε συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία και… ξεχνώντας ότι συνεργάστηκε με τον Πάνο Καμμένο. Ο Ανδρουλάκης αντιπαραβάλλει αυτή την κυβερνητική συνεργασία αμφισβητώντας την πολιτική συνέπεια του πρώην πρωθυπουργού. Από την άλλη, το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να κουβαλά το ιστορικό βάρος της συγκυβέρνησης με τη Νέα Δημοκρατία, μολονότι ο σημερινός πρόεδρός του επιμένει ότι δεν πρόκειται να την επαναλάβει.

Η ανταλλαγή επιθέσεων ουσιαστικά μόλις ξεκίνησε και είμαι βέβαιος πως μέχρι τις εκλογές θα ξεπεράσουν πολλές φορές τα όρια της πολιτικής ορθότητας, καθώς η δεύτερη θέση στις εκλογές είναι τελικά θέμα πολιτικής επιβίωσης. Οποιος από τους δύο βρεθεί τρίτος δεν θα έχει άλλη ευκαιρία. Αντίθετα, η δεύτερη θέση στην πρώτη εκλογική αναμέτρηση μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής πολιτικής ισχύος. Εάν δεν σχηματιστεί κυβέρνηση και ακολουθήσουν νέες εκλογές, ο δεύτερος θα επιχειρήσει να εμφανιστεί ως ο μοναδικός αξιόπιστος αντίπαλος της Νέας Δημοκρατίας. Θα διεκδικήσει ψηφοφόρους, στελέχη και πολιτική νομιμοποίηση από τον τρίτο. Η εξ ολοκλήρου απορρόφηση του τρίτου δεν είναι ούτε αυτόματη, ούτε δεδομένη. Οι ψηφοφόροι δεν μεταφέρονται με κομματικές αποφάσεις και οι προσωπικές αντιπάθειες δεν εξαφανίζονται επειδή το επιβάλλει η αριθμητική.

Ο Τσίπρας θέλει να εμφανίζεται ως ο ενωτικός πόλος χωρίς να παραιτείται από τη διεκδίκηση της κυριαρχίας του χώρου – είναι ενδεικτική η πρόσφατη δήλωσή του «με έχετε δει να επιτίθεμαι στον Ανδρουλάκη;», αν και η μία επίθεση διαδέχεται την άλλη. Ο Ανδρουλάκης, αντιθέτως, δεν έχει την πολυτέλεια να αφήσει αναπάντητη αυτή τη διεκδίκηση. Για εκείνον, η σιωπή θα μπορούσε να εκληφθεί ως αποδοχή μιας νέας πολιτικής ιεραρχίας. Σε κάθε περίπτωση, η μάχη των δύο θα είναι μακρά, σκληρή και θα κριθεί τελικά στην κάλπη.

Ο Τσίπρας χρειάζεται κόμμα που να υπερβαίνει το πρόσωπό του. Ο Ανδρουλάκης χρειάζεται ηγετικά χαρακτηριστικά. Και οι δύο χρειάζονται κάτι ακόμη δυσκολότερο, δηλαδή να πείσουν ότι μπορούν να κυβερνήσουν καλύτερα από εκείνον που θέλουν να αντικαταστήσουν. Μέχρι τότε, η δεύτερη θέση μπορεί να κρίνει ποιος θα επιβιώσει, αλλά όχι ποιος θα κυβερνήσει.

Exit mobile version