Ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε τελικά να εξηγήσει στο αμερικανικό κοινό τη στρατηγική του για τον πόλεμο με το Ιράν. Ωστόσο, η ομιλία του, πέντε εβδομάδες μετά την έναρξη μιας ήδη χαοτικής σύγκρουσης, αντί να καθησυχάσει, ανέδειξε την αυξανόμενη αμυντική του στάση, καθώς εντείνονται οι πιέσεις στις παγκόσμιες αγορές, στις ενεργειακές τιμές και στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο.

Ο Τραμπ υποστήριξε ότι η στρατιωτική επιχείρηση πλησιάζει στην ολοκλήρωσή της, επιχειρώντας να καθησυχάσει μια επιφυλακτική κοινή γνώμη. Ωστόσο, η ομιλία του, όπως σημειώνει στην ανάλυσή του το Bloomberg,  δεν περιείχε καμία ουσιαστική νέα ανακοίνωση — κυρίως, δεν υπήρξε σαφές χρονοδιάγραμμα εξόδου. Αντίθετα, επανέλαβε την πρόθεσή του για πιο επιθετικές κινήσεις τις επόμενες δύο έως τρεις εβδομάδες, συμπεριλαμβανομένων πιθανών πληγμάτων σε ενεργειακές υποδομές.

Παράλληλα, δεν παρουσίασε νέα επιχειρήματα για τη συνέχιση του πολέμου, περιοριζόμενος στην επανάληψη του στόχου εξουδετέρωσης των στρατιωτικών και πυρηνικών δυνατοτήτων του Ιράν. Δεν υπήρξε επίσης συγκεκριμένο σχέδιο για την επαναλειτουργία των Στενά του Ορμούζ, ενός από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα παγκοσμίως. Αν και ανέφερε ότι οι διπλωματικές συνομιλίες συνεχίζονται, δεν παρουσίασε καμία ένδειξη προόδου.

Αναγνωρίζοντας τις πολιτικές πιέσεις στο εσωτερικό, ο Τραμπ αναφέρθηκε εν συντομία στις τιμές των καυσίμων — έναν βασικό δείκτη για την αμερικανική οικονομία — που έχουν ξεπεράσει τα 4 δολάρια το γαλόνι. «Όταν τελειώσει ο πόλεμος, οι τιμές της βενζίνης θα πέσουν γρήγορα και οι μετοχές θα ανακάμψουν», δήλωσε.

Ωστόσο, οι αγορές αντέδρασαν αντίθετα. Οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων αυξήθηκαν, το δολάριο ενισχύθηκε και οι τιμές του πετρελαίου κινήθηκαν ανοδικά, ενώ τα futures των αμερικανικών μετοχών υποχώρησαν, αντανακλώντας την απογοήτευση των επενδυτών από την έλλειψη σαφήνειας.

Η απουσία ξεκάθαρης στρατηγικής εξόδου ενισχύει την αβεβαιότητα. Αν και ο Τραμπ επανέλαβε ότι η «δύσκολη φάση έχει ολοκληρωθεί», η αξιοπιστία των εκτιμήσεων για λήξη της σύγκρουσης εντός εβδομάδων παραμένει αμφίβολη, δεδομένου ότι αντίστοιχες προβλέψεις έχουν διαψευστεί στο παρελθόν.

To πολιτικό κόστος και οι ενδιάμεσες εκλογές

Το πολιτικό κόστος αρχίζει να γίνεται εμφανές. Ο Τραμπ είχε δεσμευθεί προεκλογικά για μείωση του κόστους ζωής και αποφυγή μακροχρόνιων πολεμικών εμπλοκών — δύο υποσχέσεις που δοκιμάζονται από την εξέλιξη του πολέμου. Η άνοδος των τιμών ενέργειας και καυσίμων επιβαρύνει τα νοικοκυριά, ενισχύοντας τη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων.

Δημοσκοπήσεις καταγράφουν χαμηλά ποσοστά αποδοχής, με σημαντικό ποσοστό Αμερικανών να δηλώνει ότι οι αυξήσεις τιμών έχουν επηρεάσει την οικονομική τους κατάσταση. Για τους Ρεπουμπλικανούς, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, η συγκυρία καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη.

Στο οικονομικό πεδίο, οι επιπτώσεις είναι ήδη αισθητές. Η σύγκρουση έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις σε μία από τις πιο κρίσιμες ενεργειακές περιοχές του κόσμου, με το πετρέλαιο να ξεπερνά τα 100 δολάρια ανά βαρέλι — επίπεδα που είχαν καταγραφεί τελευταία φορά μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Παράλληλα, η βενζίνη στις ΗΠΑ επανήλθε πάνω από τα 4 δολάρια το γαλόνι.

Η πίεση αυτή αντανακλάται και στις αγορές. Η αγορά αμερικανικών ομολόγων, ύψους 31 τρισ. δολαρίων, κατέγραψε τον χειρότερο μήνα της από τα τέλη του 2024 τον Μάρτιο, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν ότι η άνοδος του πετρελαίου θα ενισχύσει τον πληθωρισμό και θα αναγκάσει τη Federal Reserve να διατηρήσει πιο αυστηρή νομισματική πολιτική.

Την ίδια στιγμή, το δολάριο σημείωσε τον ισχυρότερο μήνα του από τα μέσα του 2025, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο του ως ασφαλές καταφύγιο σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης.

Παρά τις στρατιωτικές επιτυχίες που επικαλείται η Ουάσινγκτον, η πολιτική ηγεσία στην Τεχεράνη εμφανίζεται αμετακίνητη. Ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν απηύθυνε μήνυμα προς τον αμερικανικό λαό, προειδοποιώντας ότι η συνέχιση της σύγκρουσης είναι ολοένα και πιο δαπανηρή και μάταιη.

Ο Τραμπ συνεχίζει να «εναλλάσσει» πιέσεις και ανοίγματα προς το Ιράν, ενώ παράλληλα ασκεί κριτική στους συμμάχους των ΗΠΑ για τη στάση τους, ζητώντας τους να αναλάβουν μεγαλύτερο ρόλο, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ασφάλεια των ενεργειακών διαδρομών.

Παρά την προσπάθεια να προβάλει εικόνα ισχύος, η στρατηγική του αφήνει κρίσιμα ερωτήματα αναπάντητα — τόσο για την πορεία του πολέμου όσο και για τις επιπτώσεις του στην παγκόσμια οικονομία. Οι αγορές, προς το παρόν, δείχνουν να απαντούν με επιφυλακτικότητα.

Διαβάστε ακόμη

Τέλη κυκλοφορίας με το μήνα: Το «κουμπί» που βγάζει ξανά τα ΙΧ στο δρόμο

Σκλαβενίτης – Lidl: Διπλό στοίχημα 200 εκατ. ευρώ στα logistics με fast track στρατηγικές επενδύσεις (χάρτες)

UBS: Πιθανή άνοδος του δολαρίου έως τα 175 γιεν σε περίπτωση παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης (γράφημα)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα