Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η Ελλάδα, που πριν από μία δεκαετία βρέθηκε ένα βήμα πριν από τη χρεοκοπία, αποτελεί σήμερα παράδειγμα για το πώς μια χώρα μπορεί να αξιοποιήσει τη δημόσια περιουσία ως μοχλό επενδύσεων, ανάπτυξης και δημοσιονομικής σταθερότητας, χωρίς να προκαλεί ανησυχία στις αγορές ομολόγων. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα ανάλυσης του Simon Nixon στο Bloomberg, η οποία υποστηρίζει ότι η νέα κυβέρνηση της Βρετανίας θα μπορούσε να αντλήσει πολύτιμα διδάγματα από την ελληνική εμπειρία.

Ο Άντι Μπέρναμ, ο οποίος αναμένεται να αναλάβει την πρωθυπουργία στις 20 Ιουλίου, έχει δεσμευθεί να αλλάξει ριζικά το οικονομικό μοντέλο της χώρας. Ο πρώην δήμαρχος του Μάντσεστερ προωθεί μεγαλύτερο δημόσιο έλεγχο στην ενέργεια, το νερό, τις μεταφορές και την εκπαίδευση, καθώς και αυξημένες επενδύσεις στην κοινωνική κατοικία και σε στρατηγικούς κλάδους της οικονομίας.

Σύμφωνα με τον ίδιο, στόχος είναι να δημιουργηθεί ανάπτυξη σε κάθε περιοχή της χώρας, αναστρέφοντας μια δεκαετία οικονομικής στασιμότητας.

Το μεγάλο πρόβλημα της Βρετανίας

Κατά την ανάλυση, ο Μπέρναμ περιγράφει σωστά τις χρόνιες αδυναμίες της βρετανικής οικονομίας. Το μοντέλο που βασίστηκε στις ιδιωτικοποιήσεις, τη χαμηλή φορολογία και την περιορισμένη κρατική παρέμβαση οδήγησε σε χρόνια υποεπένδυση, υποβάθμιση των υποδομών, πιέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες, χαμηλή παραγωγικότητα και στάσιμα εισοδήματα.

Η χρηματοπιστωτική κρίση, το Brexit και οι αλλεπάλληλες διεθνείς αναταράξεις επιδείνωσαν περαιτέρω την κατάσταση, αυξάνοντας παράλληλα το δημόσιο χρέος.

Ωστόσο, παραμένει ασαφές με ποιον τρόπο θα χρηματοδοτηθούν οι φιλόδοξες εξαγγελίες της νέας κυβέρνησης.

Η Βρετανία ξεκινά τη νέα πολιτική περίοδο με δημοσιονομικό κενό περίπου 5 δισ. λιρών, ενώ οι αγορές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα οποιαδήποτε αύξηση του δανεισμού μετά την κρίση που προκάλεσε η σύντομη πρωθυπουργία της Λιζ Τρας. Επιπλέον, ο Μπέρναμ έχει δεσμευθεί ότι θα τηρήσει τους υφιστάμενους δημοσιονομικούς κανόνες, περιορίζοντας σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών.

Το ελληνικό παράδειγμα

Σε αυτό το σημείο, σύμφωνα με το Bloomberg, η Ελλάδα προσφέρει ένα διαφορετικό μοντέλο.

Από το 2015 έως σήμερα, η χώρα κατάφερε να μειώσει το δημόσιο χρέος της από περίπου 200% του ΑΕΠ σε περίπου 137%, επίπεδο χαμηλότερο από της Ιταλίας. Παράλληλα, όλοι οι μεγάλοι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης έχουν επαναφέρει την Ελλάδα στην επενδυτική βαθμίδα, ενώ οι αποδόσεις των δεκαετών ελληνικών ομολόγων διαμορφώνονται γύρω στο 3,6%, περισσότερο από μία ποσοστιαία μονάδα χαμηλότερα από τις αντίστοιχες βρετανικές.

Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την πορεία διαδραμάτισε το Υπερταμείο, το οποίο δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του τρίτου προγράμματος διάσωσης το 2015, ύστερα από απαίτηση των ευρωπαϊκών θεσμών και του ΔΝΤ.

Αρχικά αντιμετωπίστηκε με έντονες αντιδράσεις στην Ελλάδα, καθώς πολλοί θεωρούσαν ότι επρόκειτο ουσιαστικά για μεταφορά της δημόσιας περιουσίας υπό τον έλεγχο των πιστωτών.

Πάνω από 20 δισ. ευρώ στο Δημόσιο

Παρά τις αντιδράσεις, το Υπερταμείο έχει αποδώσει περισσότερα από 20 δισ. ευρώ στο ελληνικό Δημόσιο από την ίδρυσή του, εκ των οποίων περίπου 15 δισ. ευρώ χρησιμοποιήθηκαν για τη μείωση του δημόσιου χρέους.

Παράλληλα συνέβαλε στη βελτίωση της διαχείρισης κρατικών περιουσιακών στοιχείων, στην αξιοποίηση ακινήτων, στην ιδιωτικοποίηση συμμετοχών σε τράπεζες, λιμάνια και αεροδρόμια, αλλά και στον εκσυγχρονισμό άλλων δημόσιων επιχειρήσεων και υποδομών.

Το 2025 η Ελλάδα προχώρησε ακόμη και σε πρόωρη αποπληρωμή δανείου ύψους 1,1 δισ. ευρώ προς τη Γαλλία, γεγονός που προκάλεσε θετικά σχόλια ακόμη και στη γαλλική Γερουσία.

Από Ταμείο Αξιοποίησης σε κρατικό επενδυτικό ταμείο

Σήμερα το Growthfund εισέρχεται σε νέα φάση.

Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, ανακοίνωσε τη μετεξέλιξή του σε Ελληνικό Επενδυτικό Ταμείο Ανάπτυξης (Hellenic Growth Fund), με χαρακτηριστικά κρατικού επενδυτικού ταμείου (sovereign wealth fund).

Με τη σύμφωνη γνώμη των πιστωτών, μέρος των ετήσιων κερδών του —που εκτιμάται ότι θα φθάσουν το 1 δισ. ευρώ το 2026— θα επανεπενδύεται σε στρατηγικούς τομείς της οικονομίας.

Ήδη έχει δημιουργηθεί ειδικό Ταμείο Υποδομών και Καινοτομίας, το οποίο συγχρηματοδοτεί επενδύσεις με τον ιδιωτικό τομέα στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών, των ψηφιακών υποδομών και της τεχνητής νοημοσύνης, μεταξύ άλλων μέσω του Pharos AI Factory.

Ένα διαφορετικό μοντέλο κρατικών επενδύσεων

Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά κρατικά επενδυτικά ταμεία που επενδύουν κυρίως στις διεθνείς κεφαλαιαγορές, το ελληνικό μοντέλο βασίζεται στην αξιοποίηση ήδη υπαρχόντων δημόσιων περιουσιακών στοιχείων.

Το Growthfund δημιούργησε επίσης ειδική μονάδα ωρίμανσης έργων (Project Preparation Facility), η οποία αναλαμβάνει να σχεδιάζει έργα και να τα προετοιμάζει ώστε να προσελκύσουν ιδιωτικά κεφάλαια.

Από το 2021 μέχρι σήμερα έχει προκηρύξει έργα συνολικής αξίας περίπου 10 δισ. ευρώ, λειτουργώντας περισσότερο ως επενδυτικός οργανισμός τύπου private equity ή venture capital παρά ως ένα κλασικό κρατικό ταμείο.

Παράλληλα, έχει συμβάλει στην επιστροφή εξειδικευμένων στελεχών της ελληνικής διασποράς, τα οποία διαθέτουν σημαντική εμπειρία στις διεθνείς αγορές.

Προσελκύει ιδιωτικά κεφάλαια αντί να τα εκτοπίζει

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα όσων ασκούν κριτική σε τέτοιου είδους δημόσια επενδυτικά σχήματα είναι ότι περιορίζουν τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα.

Ο διευθύνων σύμβουλος του Growthfund, Γιάννης Παπαχρήστου, υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο. Όπως επισημαίνει, η δημιουργία ώριμων επενδυτικών έργων αυξάνει το ενδιαφέρον ιδιωτικών επενδυτών, οι οποίοι συχνά δυσκολεύονται να βρουν αξιόπιστα έργα προς χρηματοδότηση.

Η πολυεπίπεδη εταιρική διακυβέρνηση του οργανισμού, αλλά και η παρουσία εκπροσώπου του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) στο διοικητικό συμβούλιο, ενισχύουν, σύμφωνα με τον ίδιο, την αξιοπιστία του απέναντι στις αγορές.

Η μεγάλη συμμετοχή διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων στην πρόσφατη Ημέρα Επενδυτών που διοργάνωσε το Growthfund στην Αθήνα επιβεβαιώνει, σύμφωνα με την ανάλυση, ότι υπάρχει πλέον ισχυρό διεθνές ενδιαφέρον για ελληνικά έργα.

Ένα μάθημα και για τη Βρετανία

Το βασικό δίδαγμα για τη Βρετανία είναι ότι ακόμη και χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος μπορούν να κινητοποιήσουν σημαντικούς επενδυτικούς πόρους χωρίς να αυξήσουν τον δανεισμό τους.

Το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθεί να διαθέτει τεράστια δημόσια περιουσία — από ακίνητα του Εθνικού Συστήματος Υγείας μέχρι υποδομές μεταφορών και περιουσιακά στοιχεία των τοπικών αρχών — η οποία παραμένει κατακερματισμένη και συχνά υποαξιοποιημένη.

Η εμπειρία της Ελλάδας δείχνει ότι η επαγγελματική διαχείριση αυτών των περιουσιακών στοιχείων μπορεί να δημιουργήσει νέες πηγές χρηματοδότησης για επενδύσεις, χωρίς να διαταράσσει τη δημοσιονομική αξιοπιστία μιας χώρας.

Βεβαίως, το Bloomberg αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα οδηγήθηκε σε αυτές τις μεταρρυθμίσεις υπό την πίεση μιας πρωτοφανούς κρίσης χρέους και της απώλειας πρόσβασης στις αγορές. Παράλληλα, σημειώνει ότι ο εκσυγχρονισμός του ελληνικού κράτους παραμένει ανολοκλήρωτος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές αδυναμίες, όπως η έλλειψη ολοκληρωμένου κτηματολογίου και η ύπαρξη σημαντικών δημόσιων περιουσιακών στοιχείων που παραμένουν εκτός του Growthfund.

Ωστόσο, το τελικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι σαφές: η Ελλάδα απέδειξε ότι ένας ισχυρός δημόσιος ισολογισμός μπορεί να αξιοποιηθεί με τρόπο που ενισχύει την εμπιστοσύνη των αγορών αντί να την υπονομεύει. Το ερώτημα πλέον είναι αν η Βρετανία θα μπορέσει να ακολουθήσει μια αντίστοιχη πορεία χωρίς να χρειαστεί πρώτα να περάσει από μια δική της κρίση χρέους.

Διαβάστε ακόμη

ElvalHalcor: Το στοίχημα των 850 εκατ. ευρώ στη νέα εποχή του χαλκού και του αλουμινίου (γραφήματα)

Ο Κάθετος Διάδρομος διευρύνεται: Σερβία και Βόρεια Μακεδονία στο νέο σχήμα, επόμενος σταθμός η Κεντρική Ευρώπη

Motor Oil – AKTOR: Η στρατηγική συμμαχία πίσω από το τριπλό deal σε ενέργεια και υποδομές

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα