Το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο εποπτείας των δημόσιων οικονομικών φαίνεται να περνά με επιτυχία ίσως τη δυσκολότερη δοκιμασία του από τότε που αναθεωρήθηκε μετά την πανδημία.
Σε μια περίοδο όπου οι αγορές έχουν ταρακουνηθεί από δημοσιονομικές ανησυχίες σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιαπωνία, η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία σε υπερχρεωμένα κράτη, όπως η Ιταλία, δεν έχει προκαλέσει αναστάτωση στους επενδυτές ούτε έχει εγείρει σοβαρές ανησυχίες στους οίκους αξιολόγησης.
Η κίνηση των Βρυξελλών να επιτρέψουν περιορισμένη δημοσιονομική χαλάρωση για μέτρα που συνδέονται με την ενεργειακή ασφάλεια, αξιοποιώντας μια «ρήτρα διαφυγής» που είχε αρχικά σχεδιαστεί για αμυντικές δαπάνες, αντιμετωπίζεται με σχετική ψυχραιμία από οργανισμούς όπως η S&P Global Ratings και η Fitch Ratings. Παρ’ όλα αυτά, η απόφαση έχει ανοίξει έναν ευρύτερο διάλογο στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα όρια της δημοσιονομικής ευελιξίας.
Πειθαρχία ή πραγματισμός;
Η συζήτηση αντανακλά ένα βαθύτερο δίλημμα που αντιμετωπίζει η Ευρώπη: από τη μία πλευρά βρίσκεται η ανάγκη διατήρησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας και από την άλλη η ανάγκη προσαρμογής σε ένα περιβάλλον χαμηλής ανάπτυξης, υψηλού χρέους και συνεχώς αυξανόμενων δημοσίων δαπανών.
Οι μνήμες της κρίσης χρέους της προηγούμενης δεκαετίας παραμένουν ζωντανές. Ωστόσο, η πρόσφατη μεταρρύθμιση του ευρωπαϊκού πλαισίου εποπτείας φαίνεται να προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία χωρίς να υπονομεύει την αξιοπιστία του συστήματος.
Ο Φρανκ Γκιλ, επικεφαλής αναλυτής κρατικών αξιολογήσεων της S&P για την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, υποστηρίζει ότι η εξαίρεση δεν αφορά επιδοτήσεις κατανάλωσης, φορολογικές ελαφρύνσεις ή παροχές, αλλά επενδύσεις με μακροπρόθεσμο χαρακτήρα.
Όπως επισημαίνει, η μείωση της ευρωπαϊκής εξάρτησης από ενεργειακά σοκ αποτελεί στρατηγικό στόχο με σημαντικά οφέλη για τη σταθερότητα των οικονομιών της ηπείρου.
Οι αγορές παραμένουν ήρεμες
Η θετική υποδοχή της απόφασης αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο όπου τα κράτη εξαρτώνται ολοένα και περισσότερο από τις αγορές ομολόγων για τη χρηματοδότησή τους.
Η S&P εκτιμά ότι ο παγκόσμιος κρατικός δανεισμός θα φτάσει τα 14,1 τρισ. δολάρια το 2026, ποσό διπλάσιο σε σχέση με το 2019.
Την ίδια στιγμή, οι χώρες της Ευρωζώνης βρίσκονται αντιμέτωπες με μια ακόμη πρόκληση: η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μειώνει σταδιακά το χαρτοφυλάκιο ομολόγων που διατηρεί, ενώ μεγάλοι θεσμικοί επενδυτές, όπως τα ολλανδικά συνταξιοδοτικά ταμεία, περιορίζουν την έκθεσή τους σε ομόλογα μεγάλης διάρκειας.
Παρά τις συνθήκες αυτές, οι πρόσφατες κινήσεις των αγορών επικεντρώθηκαν κυρίως στο κατά πόσο τα επιτόκια πρέπει να παραμείνουν υψηλά για να αντιμετωπιστούν οι πληθωριστικές πιέσεις που προέρχονται από την ενέργεια και όχι στην ευρωπαϊκή δημοσιονομική χαλάρωση.
Η περίπτωση της Ιταλίας
Η ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τον πόλεμο με το Ιράν ώθησε αρκετές κυβερνήσεις να αναζητήσουν πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο προκειμένου να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Στην Ιταλία, η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι μείωσε τους ειδικούς φόρους στα καύσιμα και ζήτησε μεγαλύτερη ευελιξία μέσω της ειδικής ρήτρας διαφυγής.
Αν και αρχικά οι Βρυξέλλες εμφανίστηκαν επιφυλακτικές, τελικά αποδέχθηκαν μέρος των αιτημάτων, επιτρέποντας παρεμβάσεις που στοχεύουν στον περιορισμό της ενεργειακής κατανάλωσης.
Η στάση αυτή προκάλεσε αντιδράσεις από ορισμένα κράτη-μέλη. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι υπουργοί Οικονομικών της Γαλλίας και της Ολλανδίας εξέφρασαν επιφυλάξεις κατά τη συνεδρίαση του Eurogroup στις 11 Ιουνίου.
Ακόμη πιο επικριτική εμφανίστηκε η υπουργός Οικονομικών της Φινλανδίας, Ρίικα Πούρα, η οποία προειδοποίησε ότι η διεύρυνση των εξαιρέσεων αποδυναμώνει το δημοσιονομικό πλαίσιο και αυξάνει τον κίνδυνο διάβρωσης των κανόνων.
Οι προειδοποιήσεις και η αντίθετη άποψη
Το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο εξέφρασε επίσης ανησυχίες, επισημαίνοντας ότι η χρήση μιας εξαίρεσης που σχεδιάστηκε για αμυντικές δαπάνες προκειμένου να καλυφθούν ενεργειακές ανάγκες είναι «ιδιαίτερα αμφισβητήσιμη».
Ο Μόριτς Κρέμερ, πρώην επικεφαλής κρατικών αξιολογήσεων της S&P και σήμερα επικεφαλής οικονομολόγος της Landesbank Baden-Württemberg, ήταν ακόμη πιο αυστηρός. Υποστήριξε ότι, εφόσον οι κανόνες χαλαρώνουν, η ευθύνη επιβολής δημοσιονομικής πειθαρχίας μεταφέρεται στις αγορές ομολόγων, κάτι που οι ευρωπαϊκοί κανόνες είχαν σχεδιαστεί ακριβώς για να αποτρέψουν.
Ωστόσο, η άποψη αυτή δεν φαίνεται να κυριαρχεί στους κύκλους των αναλυτών.
Οι οίκοι αξιολόγησης βλέπουν τη μεγάλη εικόνα
Οι περισσότεροι αξιολογητές θεωρούν ότι το περιστατικό αυτό αντανακλά περισσότερο μια ευέλικτη αντίδραση σε μια έκτακτη οικονομική συγκυρία παρά μια συστηματική αποδυνάμωση των κανόνων.
Ο Φεντερίκο Μπαρίγκα-Σαλαζάρ, επικεφαλής κρατικών αξιολογήσεων της Fitch για τη Δυτική Ευρώπη, σημειώνει ότι η Ιταλία αναζητά τρόπους να παραμείνει εντός του πλαισίου αντί να το αγνοεί.
Αντίστοιχα, ο Άλβιζε Λενκ-Γιούνους της Scope Ratings αναγνωρίζει ότι η πολιτική ηγεσία σε ορισμένες περιπτώσεις παρακάμπτει τις συστάσεις των δημοσιονομικών θεσμών, ωστόσο επισημαίνει ότι για τους αναλυτές το κρίσιμο στοιχείο παραμένουν τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη και η πραγματική δυναμική του χρέους.
Οι νέοι κανόνες της Ευρώπης
Το αναθεωρημένο πλαίσιο που υιοθετήθηκε μετά την πανδημία διατήρησε το όριο ελλείμματος στο 3% του ΑΕΠ, αλλά ταυτόχρονα προσαρμόζει καλύτερα τις συστάσεις στις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας.
Τα κράτη-μέλη απέκτησαν μεγαλύτερη ευελιξία ως προς την επίτευξη των στόχων τους σε πολυετή βάση, ενώ η παρακολούθηση μετατοπίστηκε περισσότερο στις δημόσιες δαπάνες και λιγότερο σε σύνθετους υπολογισμούς του διαρθρωτικού ελλείμματος.
Παράλληλα, προβλέπεται η δυνατότητα ενεργοποίησης εθνικών ρητρών διαφυγής σε περιπτώσεις έκτακτων οικονομικών σοκ.
Ο Ευρωπαίος Επίτροπος Οικονομίας, Βάλντις Ντομπρόβσκις, υπερασπίστηκε την επιλογή, υπογραμμίζοντας ότι η ενεργειακή κρίση που προκλήθηκε από τον πόλεμο με το Ιράν είναι πραγματική και απαιτεί στοχευμένες παρεμβάσεις, ενώ τόνισε ότι η πρόσθετη ευελιξία παραμένει αυστηρά περιορισμένη.
Η αξιοπιστία του ευρωπαϊκού μοντέλου
Παρά τις επιμέρους ενστάσεις, οι περισσότεροι αναλυτές συμφωνούν ότι το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο εξακολουθεί να διαθέτει υψηλή αξιοπιστία.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρείται ότι έχει συμβάλει ουσιαστικά στη διαφάνεια των δημόσιων οικονομικών και στην έγκαιρη προειδοποίηση για δημοσιονομικούς κινδύνους.
Παράλληλα, όταν συγκρίνεται με άλλα μεγάλα οικονομικά μπλοκ, η Ευρώπη εμφανίζεται σε καλύτερη θέση. Στο Ηνωμένο Βασίλειο οι δημοσιονομικοί κανόνες αλλάζουν συχνά, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες το ζήτημα του ανώτατου ορίου χρέους εξακολουθεί να προκαλεί πολιτικές συγκρούσεις και ανησυχία στις αγορές.
Για αρκετούς αναλυτές, αυτό καθιστά το ευρωπαϊκό μοντέλο, παρά τις αδυναμίες του, ένα από τα πιο αξιόπιστα συστήματα δημοσιονομικής διακυβέρνησης παγκοσμίως.
Διαβάστε ακόμη
Το αμερικανικό όνειρο του Mr Mailo’s και ο νέος συνεταίρος (pics)
MORE: Δύο νέες εταιρείες ΑΠΕ στο «πράσινο» δυναμικό της Motor Oil (pics)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.