Γερμανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι υπάρχει κίνδυνος η οικονομία της χώρας να αναπτυχθεί με μόλις το ήμισυ του ρυθμού που αρχικά προβλεπόταν, εάν ο πόλεμος στο Ιράν παραταθεί, σύμφωνα με πηγές με γνώση του θέματος.

Εσωτερικές εκτιμήσεις κάνουν λόγο, στο δυσμενέστερο σενάριο, για ανάπτυξη μόλις 0,5%, έναντι της πιο πρόσφατης πρόβλεψης για 1%, εφόσον η κρίση στη Μέση Ανατολή συνεχιστεί. Οι πηγές ζήτησαν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους, καθώς τα στοιχεία δεν έχουν δημοσιοποιηθεί.

Σε λιγότερο αρνητικά σενάρια, όπου οι αυξημένες τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου διατηρηθούν στα σημερινά επίπεδα τις επόμενες εβδομάδες, οι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η ανάπτυξη θα κινηθεί μεταξύ 0,6% και 0,7%.

Στο ίδιο πλαίσιο, προβλέπεται ότι η ανάπτυξη το 2027 θα είναι χαμηλότερη κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα, και θα διαμορφωθεί στο 1,2%.

Το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών απέφυγε να σχολιάσει τα πιθανά σενάρια για την οικονομία, ενώ το υπουργείο Οικονομίας δεν απάντησε άμεσα σε αιτήματα για σχόλιο.

Τα σενάρια αυτά δεν αναμένεται απαραίτητα να αποτυπωθούν στις επίσημες προβλέψεις της Γερμανίας, οι οποίες πρόκειται να δημοσιευθούν από κορυφαία οικονομικά ινστιτούτα την 1η Απριλίου.

Οι εκτιμήσεις αποτυπώνουν τη διευρυνόμενη ζημία στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, λόγω των διαταραχών στον ενεργειακό εφοδιασμό που προκάλεσε ο πόλεμος μετά την επίθεση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ  στο Ιράν.

Η κρίση αναγκάζει κυβερνήσεις σε όλη την ευρωζώνη να επανεξετάσουν τις προοπτικές τους. Την περασμένη εβδομάδα, η ΕΚΤ μείωσε τις προβλέψεις ανάπτυξης, ενώ η κυβέρνηση της Ιταλίας αναμένεται να περιορίσει τη δική της εκτίμηση για το 2026 έως και στο 0,5%, σύμφωνα με πηγές.

Σημαντική οπισθοδρόμηση

Για τον κυβερνητικό συνασπισμό του καγκελάριου Μερτς, η έκρηξη του πολέμου συνιστά σαφή οπισθοδρόμηση. Η κυβέρνηση προσδοκούσε ότι η οικονομία θα έμπαινε σε τροχιά ανάκαμψης μετά από δύο χρόνια ύφεσης και ένα έτος σχεδόν στασιμότητας, ενώ είχαν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται πρώιμα σημάδια βελτίωσης, κυρίως χάρη στις δημόσιες επενδύσεις.

Η Bundesbank αναθεώρησε σήμερα προς τα κάτω τις εκτιμήσεις της για τη γερμανική οικονομία, επικαλούμενη μεταξύ άλλων τον πόλεμο στο Ιράν, ο οποίος πιθανότατα θα οδηγήσει σε στασιμότητα το πρώτο τρίμηνο, σε αντίθεση με προηγούμενες προσδοκίες για μέτρια ανάπτυξη.

Το συντηρητικό μπλοκ CDU/CSU του Μερτς και οι Σοσιαλδημοκράτες υπό τον υπουργό Οικονομικών Λας Κλίνκμπαϊλ βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις για εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις, με στόχο την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας και τη μείωση δημοσιονομικού κενού που ενδέχεται να φτάσει έως και τα 140 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος της κοινοβουλευτικής περιόδου το 2029.

Την ίδια στιγμή, ενισχύονται οι πιέσεις από την άκρα δεξιά. Το εθνικιστικό κόμμα Alternative für Deutschland επωφελείται από τη δυσαρέσκεια των πολιτών για την οικονομική επιβράδυνση και εμφανίζεται δημοσκοπικά ισόπαλο με τους συντηρητικούς του Μερτς. Οι περιφερειακές εκλογές στην ανατολική Γερμανία αργότερα φέτος ενδέχεται να οδηγήσουν για πρώτη φορά το κόμμα στην εξουσία σε κάποιο ομόσπονδο κρατίδιο.

Πίεση στα δημόσια οικονομικά

Η ασθενέστερη ανάπτυξη δημιουργεί ιδιαίτερες προκλήσεις για τα δημόσια οικονομικά, καθώς συνεπάγεται χαμηλότερα φορολογικά έσοδα. Παρότι η κυβέρνηση έχει ήδη δρομολογήσει επενδυτικό πακέτο υποδομών ύψους περίπου 500 δισ. ευρώ και έχει εξαιρέσει τις αμυντικές δαπάνες από τους αυστηρούς κανόνες του «φρένου χρέους», εξακολουθεί να απαιτείται μείωση δαπανών κατά 20 δισ. ευρώ το επόμενο έτος και κατά 60 δισ. ευρώ το 2028.

Καθώς οι περικοπές δαπανών ενδέχεται να μην επαρκούν, αξιωματούχοι έχουν αρχίσει να εξετάζουν το ενδεχόμενο αύξησης του ΦΠΑ από το 19% σε τουλάχιστον 21%, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές. Μια τέτοια κίνηση θα έσπαγε ένα ακόμη «ταμπού» για τους συντηρητικούς ψηφοφόρους, μετά τη χαλάρωση του φρένου χρέους για τη χρηματοδότηση επενδύσεων σε υποδομές. Ο Μερτς έχει δεσμευτεί να μην αυξήσει φόρους και η συμφωνία του κυβερνητικού συνασπισμού δεν προβλέπει τέτοιο μέτρο.

Ερωτηθείς σχετικά σε κυβερνητική συνέντευξη Τύπου την Τετάρτη, εκπρόσωπος απέφυγε να σχολιάσει.

Παράλληλα, ο συνασπισμός εξετάζει πρόσθετα πακέτα στήριξης για την ανακούφιση των καταναλωτών από τις υψηλές τιμές καυσίμων. Ο Κλίνγκμπαϊλ έχει προτείνει την επιβολή έκτακτου φόρου στα υπερκέρδη των ενεργειακών εταιρειών, προκειμένου να αποφευχθεί επιπλέον επιβάρυνση του προϋπολογισμού — πρόταση στην οποία αντιτίθεται η υπουργός Οικονομίας των Χριστιανοδημοκρατών, Κατερίνα Ράιχε.

Διαβάστε ακόμη

Fed: Συνεχίζεται το θρίλερ με την αντικατάσταση του Πάουελ

Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας: Ο πόλεμος στο Ιράν αναμένεται να φέρει νέο κύμα με επενδύσεις

ΠΑΣΟΚ: Η αντίστροφη μέτρηση για το κρίσιμο Συνέδριο, οι συγκρούσεις και οι γέφυρες πριν την έναρξή του

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα