Ένα μεγάλο επενδυτικό στοίχημα στήνεται στην αγορά βρετανικών κρατικών ομολόγων, καθώς ορισμένοι από τους ισχυρότερους διαχειριστές κεφαλαίων τοποθετούνται ενόψει της παρουσίασης του προϋπολογισμού στις 28 Οκτωβρίου. Το στοίχημά τους είναι ότι ο νέος υπουργός Οικονομικών, Τζον Χίλι, θα επιλέξει τη δημοσιονομική πειθαρχία αντί των πολιτικά ελκυστικών αλλά οικονομικά επικίνδυνων παροχών, ανοίγοντας τον δρόμο για ένα ράλι στα βρετανικά ομόλογα.
Οι M&G, Ninety One, Mediolanum International Funds και Raymond James Wealth Management έχουν ήδη αυξήσει τις τοποθετήσεις τους σε κρατικούς τίτλους, εκτιμώντας ότι ένας προϋπολογισμός χωρίς δυσάρεστες εκπλήξεις μπορεί να οδηγήσει σε πτώση του κόστους δανεισμού.
Η συγκυρία είναι κρίσιμη. Με την απόδοση των 30ετών βρετανικών ομολόγων στο 5,8%, το Λονδίνο εξακολουθεί να δανείζεται ακριβότερα από αρκετούς ομολόγους του στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση αντιμετωπίζει υποτονική ανάπτυξη, πληθωριστικές πιέσεις λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή και αυξημένες απαιτήσεις για κοινωνική στήριξη.
Ωστόσο, η προσοχή των διεθνών επενδυτών έχει στραφεί σε άλλες αγορές, κυρίως στη Γαλλία, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ιαπωνία. Και αυτή ακριβώς η μετατόπιση του ενδιαφέροντος ενδέχεται να αποτελέσει πλεονέκτημα για τη Βρετανία.
«Ένας βαρετός προϋπολογισμός μπορεί να είναι το καλύτερο αποτέλεσμα»
Για τους επενδυτές των βρετανικών ομολόγων, το ζητούμενο δεν είναι ένας προϋπολογισμός με εντυπωσιακές εξαγγελίες, αλλά μια οικονομική πολιτική που δεν θα προκαλέσει αναταράξεις.
«Για έναν νέο υπουργό Οικονομικών που αντιμετωπίζει ένα αβέβαιο περιβάλλον, η παρουσίαση ενός βαρετού προϋπολογισμού μπορεί τελικά να αποδειχθεί η καλύτερη δυνατή εξέλιξη από την άποψη της διαχείρισης της αγοράς ομολόγων», εκτιμά ο Μοΐν Ισλάμ, στρατηγικός αναλυτής της Barclays για τα βρετανικά επιτόκια.
Όπως επισημαίνει, ο Χίλι δεν πρέπει να δώσει στις διεθνείς αγορές έναν ειδικά βρετανικό λόγο ανησυχίας, τη στιγμή που η προσοχή τους επικεντρώνεται στην Ουάσιγκτον, στο Παρίσι και στο Τόκιο.
Η πρόκληση για τον υπουργό Οικονομικών είναι να παρουσιάσει τις φορολογικές και δημοσιονομικές πολιτικές του πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ, παραμένοντας εντός των κανόνων που περιορίζουν τον δανεισμό και τις δημόσιες δαπάνες.
Παράλληλα, θα πρέπει να αποφύγει λογιστικούς χειρισμούς που μπορεί να θεωρηθούν από τους επενδυτές προσπάθεια παράκαμψης των δημοσιονομικών δεσμεύσεων.
Η πρόσφατη βρετανική ιστορία έχει αποδείξει ότι οποιαδήποτε απώλεια εμπιστοσύνης μπορεί να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην αγορά κρατικού χρέους.
HSBC και UBS βλέπουν περιθώρια ανόδου
Η αισιοδοξία ορισμένων μεγάλων επενδυτικών οίκων στηρίζεται στην εκτίμηση ότι οι δημοσιονομικοί κίνδυνοι έχουν ήδη αποτυπωθεί σε μεγάλο βαθμό στις τιμές των βρετανικών ομολόγων.
Ο Μαξ Κέτνερ, επικεφαλής στρατηγικής πολλαπλών κατηγοριών επενδύσεων της HSBC, προτιμά τους βρετανικούς κρατικούς τίτλους, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις μεγαλύτερες διάρκειες.
Μάλιστα, τα βρετανικά ομόλογα είναι τα μοναδικά κρατικά ομόλογα ανεπτυγμένων αγορών για τα οποία διατυπώνει σύσταση αγοράς.
Αντίστοιχα, αναλυτές της UBS εκτιμούν ότι η απόδοση του 10ετούς βρετανικού ομολόγου θα μπορούσε να υποχωρήσει έως και κατά 20 μονάδες βάσης, δηλαδή κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες, εφόσον η παρουσίαση του προϋπολογισμού εξελιχθεί ομαλά.
Η πτώση των αποδόσεων θα συνεπαγόταν άνοδο των τιμών των ομολόγων, προσφέροντας κεφαλαιακά κέρδη στους επενδυτές που έχουν ήδη τοποθετηθεί.
Ο Τζέισον Μπορμπόρα-Σιν, διαχειριστής χαρτοφυλακίου της Ninety One, έχει αυξήσει φέτος τις τοποθετήσεις του σε βρετανικά ομόλογα μεγάλης διάρκειας.
Όπως εξηγεί, η αγορά έχει ήδη «περάσει μέσα από τη φωτιά», ενώ η νέα κυβέρνηση έχει επιδείξει έναν βαθμό δημοσιονομικής ορθοδοξίας και ευαισθησίας απέναντι στον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν τα ομόλογα στις πολιτικές αποφάσεις.
Το φάντασμα της Λιζ Τρας εξακολουθεί να στοιχειώνει το Λονδίνο
Η βρετανική αγορά κρατικών ομολόγων εξακολουθεί να βρίσκεται υπό την επίδραση της κρίσης του 2022, όταν η τότε πρωθυπουργός Λιζ Τρας παρουσίασε ένα πακέτο μεγάλων φορολογικών περικοπών που θα χρηματοδοτούνταν μέσω αύξησης του δημοσίου δανεισμού.
Ο λεγόμενος «μίνι προϋπολογισμός» προκάλεσε ισχυρή αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές, εκτίναξη των αποδόσεων των ομολόγων και κατάρρευση της εμπιστοσύνης στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης.
Η κρίση ήταν τόσο σοβαρή ώστε η Τρας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις περισσότερες από τις εξαγγελθείσες παρεμβάσεις, να αποπέμψει τον υπουργό Οικονομικών της και τελικά να παραιτηθεί, έχοντας παραμείνει στην πρωθυπουργία μόλις 44 ημέρες.
Έκτοτε, οι επενδυτές αντιδρούν ιδιαίτερα έντονα σε κάθε ένδειξη δημοσιονομικής χαλάρωσης.
Η εμπειρία του 2022 έχει μετατρέψει τη δημοσιονομική αξιοπιστία σε βασική προϋπόθεση για τη συγκράτηση του βρετανικού κόστους δανεισμού.
Οι διαδοχικοί υπουργοί Οικονομικών επιδιώκουν να πείσουν τις αγορές ότι θα τηρήσουν τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους η κυβέρνηση μπορεί να δανείζεται μόνο για επενδύσεις, ενώ το καθαρό χρηματοοικονομικό χρέος πρέπει να ακολουθεί πτωτική πορεία σε κυλιόμενο ορίζοντα τριών ετών.
Δημοσιονομικοί κανόνες: Το πλεονέκτημα έναντι ΗΠΑ και Ευρώπης
Παρά τις δυσκολίες της βρετανικής οικονομίας, ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι το θεσμικό πλαίσιο δημοσιονομικής πειθαρχίας αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα.
Ο Κρις Τζέφρι, επικεφαλής μακροοικονομικής στρατηγικής της Legal & General, επισημαίνει ότι οι βρετανικοί κανόνες θέτουν σαφή όρια τόσο στον κρατικό δανεισμό όσο και στο μέγεθος του δημόσιου χρέους.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ανάλογη δημοσιονομική πειθαρχία «ειλικρινά δεν υπάρχει στις ΗΠΑ», ενώ σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες οι κανόνες είναι πολύ λιγότερο σαφείς.
«Πιστεύω ότι οι θεσμοί που έχουν δημιουργηθεί για να κατοχυρώσουν μια βιώσιμη δημοσιονομική πολιτική στη Βρετανία λειτουργούν», υποστηρίζει.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η αξιολόγηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, αν και συνοδεύεται από προειδοποιήσεις.
Το ΔΝΤ, το οποίο είχε διασώσει τη Βρετανία στη διάρκεια νομισματικής και δημοσιονομικής κρίσης τη δεκαετία του 1970, έχει καλέσει τον Χίλι να χρησιμοποιήσει με φειδώ τα μέτρα στήριξης απέναντι στην ακρίβεια, προκειμένου να μην αναζωπυρωθούν οι πληθωριστικές πιέσεις.
Την ίδια στιγμή, η επικεφαλής οικονομολόγος του Ταμείου, Σιλβάνα Τενρέιρο, έχει επισημάνει ότι η Βρετανία ξεχωρίζει μεταξύ των χωρών της G7, καθώς εφαρμόζει δημοσιονομικά σχέδια που αποσκοπούν στη σταθεροποίηση του χρέους και στην αποκατάσταση του ελέγχου των δημόσιων οικονομικών.
Από τη δυσπιστία στην αποκλιμάκωση της ανησυχίας
Η μεταβολή της στάσης των επενδυτών απέναντι στη Βρετανία έχει αρχίσει να γίνεται αισθητή τους τελευταίους μήνες.
Τον Ιούλιο, την πρώτη ημέρα του Άντι Μπέρναμ στην πρωθυπουργία, τα βρετανικά κρατικά ομόλογα βρέθηκαν υπό πίεση, όταν ο νέος πρωθυπουργός δήλωσε ότι θα αναζητούσε «κάθε διαθέσιμη ευελιξία», παραμένοντας παράλληλα εντός των δημοσιονομικών κανόνων.
Η δήλωση προκάλεσε ανησυχία στην αγορά, καθώς ερμηνεύθηκε ως πιθανή ένδειξη ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε να διευρύνει τα περιθώρια δαπανών.
Έναν χρόνο νωρίτερα, ο Μπέρναμ είχε προκαλέσει επίσης αντιδράσεις υποστηρίζοντας ότι η Βρετανία βρίσκεται ουσιαστικά σε κατάσταση εξάρτησης από τις χρηματοπιστωτικές αγορές, για να ανασκευάσει στη συνέχεια τις δηλώσεις του.
Πιο πρόσφατα, ωστόσο, η προσήλωσή του στους δημοσιονομικούς κανόνες φαίνεται να έχει περιορίσει τις ανησυχίες των επενδυτών.
Η προσοχή των αγορών έχει στραφεί σε άλλες χώρες, όπου οι πολιτικοί και δημοσιονομικοί κίνδυνοι εμφανίζονται εντονότεροι.
Από τις 18 Ιουνίου, όταν ο Μπέρναμ εξελέγη στο Κοινοβούλιο ανοίγοντας τον δρόμο για την εγκατάστασή του στην Ντάουνινγκ Στριτ, η απόδοση του βρετανικού 10ετούς ομολόγου έχει αυξηθεί κατά περίπου 0,6 ποσοστιαίες μονάδες.
Στο ίδιο διάστημα, η απόδοση των αντίστοιχων γαλλικών τίτλων έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από μία ποσοστιαία μονάδα, εν μέσω πολιτικών και δημοσιονομικών ανησυχιών.
Η σύγκριση δείχνει ότι η βρετανική αγορά έχει εμφανίσει μικρότερη επιδείνωση από τη γαλλική.
Ο Μοΐν Ισλάμ της Barclays επισημαίνει ότι η άνοδος του μακροπρόθεσμου κόστους δανεισμού της Βρετανίας κατά τον τελευταίο χρόνο οφείλεται κυρίως στις μεταβολές των προσδοκιών για τα επιτόκια των κεντρικών τραπεζών και όχι σε αύξηση της αντίληψης των επενδυτών για τον ειδικό κίνδυνο κατοχής βρετανικού χρέους.
Οι επιφυλάξεις: Ανάπτυξη, πληθωρισμός και κοινωνικές δαπάνες
Παρά τη βελτίωση του κλίματος, δεν συμμερίζονται όλοι οι επενδυτές την αισιοδοξία για τις προοπτικές των βρετανικών ομολόγων.
Η οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις.
Η κατάσταση αυτή περιορίζει τις δυνατότητες της κυβέρνησης να στηρίξει την οικονομική δραστηριότητα χωρίς να επιβαρύνει περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά.
Ο Ντέιβιντ Ζαν, επικεφαλής ευρωπαϊκών ομολόγων της Franklin Templeton Investment Management, εκτιμά ότι η κυβέρνηση ουσιαστικά προσπαθεί να κερδίσει χρόνο προκειμένου να διαμορφώσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο.
Όπως υποστηρίζει, στο Εργατικό Κόμμα του Μπέρναμ δεν υπάρχει πολιτική διάθεση για περικοπές δαπανών, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η κοινωνική πρόνοια.
«Μεταθέτουν το πρόβλημα στο μέλλον, ελπίζοντας ότι κάτι θα προκύψει και θα διορθώσει την κατάσταση», δηλώνει χαρακτηριστικά.
Η κριτική αυτή αναδεικνύει τον βασικό κίνδυνο για την κυβέρνηση: η δημοσιονομική πειθαρχία μπορεί να καθησυχάσει τις αγορές, αλλά χωρίς ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη η δυνατότητα αντιμετώπισης των κοινωνικών και δημοσιονομικών πιέσεων παραμένει περιορισμένη.
Γιατί η αδιαφορία των αγορών μπορεί να είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα
Παρά τις προκλήσεις, το κλίμα γύρω από τον βρετανικό προϋπολογισμό εμφανίζεται πιο ευνοϊκό σε σχέση με προηγούμενες περιόδους.
Η Γαλλία βρίσκεται στο επίκεντρο των ανησυχιών για την πολιτική και δημοσιονομική σταθερότητα, ενώ το αυξανόμενο αμερικανικό δημόσιο χρέος συγκεντρώνει ολοένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τους διεθνείς επενδυτές.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο προϋπολογισμός της 28ης Οκτωβρίου, που αρχικά θεωρούνταν πιθανή πηγή αναταραχής, αντιμετωπίζεται πλέον από ορισμένους διαχειριστές κεφαλαίων ως ευκαιρία για θετική εξέλιξη στην αγορά ομολόγων.
Η επιτυχία του Χίλι δεν θα κριθεί απαραίτητα από το εύρος των οικονομικών εξαγγελιών του, αλλά από την ικανότητά του να διατηρήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Και όπως επισημαίνει ο Ισλάμ της Barclays, η καλύτερη στρατηγική ίσως είναι να μη δώσει στη διεθνή αγορά κανέναν λόγο να ασχοληθεί ιδιαίτερα με τη Βρετανία.
«Το πλεονέκτημα του Ηνωμένου Βασιλείου αυτή τη στιγμή είναι ότι το αγνοούν και, κατά κάποιον τρόπο, η δουλειά του υπουργού Οικονομικών είναι να διατηρήσει αυτή την κατάσταση».
