Η συνήθεια της αναζήτησης της «ιδανικής φωτογραφίας» κατά τη διάρκεια των ταξιδιών επηρεάζει ολοένα και περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν τις διακοπές τους, μετατρέποντας συχνά δημοφιλείς προορισμούς σε σκηνικά για αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Στην Αρούμπα, για παράδειγμα, τα φλαμίνγκο δεν ζουν φυσικά στο νησί, ωστόσο προσελκύουν μεγάλα πλήθη τουριστών που ταξιδεύουν αποκλειστικά για να φωτογραφηθούν μαζί τους. Στην ιδιωτική παραλία Flamingo Beach, τα πτηνά έχουν τοποθετηθεί σκόπιμα, ενώ η πρόσβαση είναι περιορισμένη είτε για τους επισκέπτες του Renaissance Wind Creek Resort, είτε για όσους καταφέρουν να προμηθευτούν έναν μικρό αριθμό ημερήσιων εισιτηρίων, τα οποία εξαντλούνται πολύ γρήγορα, σύμφωνα με το Bloomberg.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί και η ταξιδιωτική blogger Σέιλον Βούκιτς, η οποία επισκέφθηκε την Αρούμπα τον Νοέμβριο του 2020 με στόχο να βγάλει και η ίδια μια εμβληματική φωτογραφία με τα φλαμίνγκο. Είχε προετοιμάσει το ταξίδι της με ιδιαίτερη προσοχή, επιλέγοντας ακόμη και ρούχα που ταίριαζαν με το σκηνικό, όπως ένα γαλάζιο μαγιό που συνδυαζόταν με τα χαρακτηριστικά τιρκουάζ νερά της περιοχής. Αντίστοιχα, και άλλη επισκέπτρια από το Ηνωμένο Βασίλειο, η Κόνι Κάρντι, οργάνωσε το ταξίδι της με βάση την ίδια «influencer» αισθητική, φροντίζοντας να έχει μαζί της ροζ ρούχα για εκείνη και τις κόρες της, ώστε οι φωτογραφίες να είναι πλήρως εναρμονισμένες με το περιβάλλον.
Παρά την προετοιμασία, η εμπειρία δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες. Η Βούκιτς ανέφερε ότι δέχθηκε επανειλημμένα τσιμπήματα από φλαμίνγκο, περιγράφοντας την αίσθηση ως «ιδιαίτερα δυσάρεστη» και λέγοντας ότι ένιωσε σαν να βρίσκεται «σε χώρο που θύμιζε ζωολογικό κήπο ή ακόμη και κάτι χειρότερο». Αντίστοιχα, η Κάρντι χαρακτήρισε το μέρος ως «πολυσύχναστο» και την εμπειρία «χαοτική». Σύμφωνα με εκπρόσωπο του θέρετρου, ωστόσο, οι συνθήκες στον χώρο παραμένουν ασφαλείς και ελεγχόμενες, με σεβασμό τόσο προς τα ζώα όσο και προς τους επισκέπτες.
Η περίπτωση της Αρούμπα δεν είναι μεμονωμένη, καθώς σε πολλούς προορισμούς παγκοσμίως παρατηρείται η ίδια τάση: τα ταξίδια να οργανώνονται γύρω από συγκεκριμένα φωτογραφικά σημεία, μετατρέποντας συχνά τα μνημεία και τα φυσικά αξιοθέατα σε φόντο για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
«Αυτή η συμπεριφορά είναι σχεδόν τόσο παλιά όσο και ο ίδιος ο τουρισμός», υποστηρίζει ο Ντάνιελ Χέρσζμπεργκ, υποψήφιος διδάκτορας κοινωνικο-νομικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ο οποίος ειδικεύεται στον τουρισμό. Από τα πρώτα ταξίδια αναψυχής τον 19ο αιώνα, την εποχή που το λεγόμενο «Grand Tour» άρχισε να γίνεται δημοφιλές, οι προορισμοί προβάλλονταν ήδη μέσα από τα πιο γνωστά τους μνημεία. Αργότερα, οι αφίσες των κρουαζιερόπλοιων παρουσίαζαν πόλεις και χώρες μαζί με τα εμβληματικά αξιοθέατά τους, ενώ η ίδια λογική συνεχίστηκε και με τις πρώτες διαφημίσεις αεροπορικών εταιρειών τη δεκαετία του 1950.
«Πηγαίνεις στο Λονδίνο για το Big Ben ή στην Ινδία για το Taj Mahal. Με άλλα λόγια, το ταξίδι ταυτιζόταν κυρίως με τα «must-see» σημεία κάθε προορισμού. Έτσι πωλούνται τα ταξίδια εδώ και δεκαετίες – μέσα από τα αξιοθέατα», εξηγεί ο Χέρτζμπεργκ,.
Σήμερα, η τάση αυτή έχει ενισχυθεί ακόμη περισσότερο. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι τουριστικές προωθήσεις, αλλά και ο περιορισμένος διαθέσιμος χρόνος για διακοπές συμβάλλουν στο να οργανώνουν πολλοί ταξιδιώτες τα προγράμματά τους με βάση συγκεκριμένες «λίστες εμπειριών». Η Κέιτι Ρόκετ, περιφερειακή διευθύντρια για τη Βόρεια Αμερική της ταξιδιωτικής εταιρείας Explore Worldwide, αναφέρει ότι ιδιαίτερα οι Αμερικανοί ταξιδιώτες τείνουν να σκέφτονται έτσι, καθώς ο χρόνος άδειάς τους είναι περιορισμένος και προσπαθούν να χωρέσουν όσο το δυνατόν περισσότερες εμπειρίες σε λίγες ημέρες. Σύμφωνα με την ίδια, «αυτό έχει οδηγήσει στην αυξανόμενη δημοτικότητα προγραμμάτων που βασίζονται σε γρήγορες στάσεις για φωτογραφίες, είτε στο Παρίσι είτε στο Μπαλί, ακόμη και την ώρα που οι προβληματισμοί για τον υπερτουρισμό γίνονται όλο και πιο έντονοι».
«Δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να θέλεις τη μαγική φωτογραφία του Πύργου του Άιφελ», λέει ο Χέρτζμπεργκ. «Ωστόσο, όταν ολόκληρο το επίκεντρο ενός ταξιδιού γίνεται το να βγάλεις ένα μέρος από τη λίστα σου τραβώντας μια φωτογραφία έτοιμη για τα κοινωνικά μέσα, το ταξίδι σταματά να αφορά την περιέργεια και την εξερεύνηση», λέει.
Προβλήματα
Σε μεγαλύτερη κλίμακα, ο λεγόμενος «τουρισμός της φωτογραφίας» μπορεί να αποδειχθεί επιβαρυντικός για τους ίδιους τους προορισμούς. Στην Καππαδοκία της Τουρκίας, για παράδειγμα, μεγάλος αριθμός επισκεπτών με αερόστατα δεν περιορίζεται στις εναέριες λήψεις, αλλά εισέρχεται σε τοπικές καλλιέργειες και πατά πάνω σε ευαίσθητους ηφαιστειακούς σχηματισμούς, προκειμένου να τραβήξει selfie με φόντο το τοπίο στην περιοχή που είναι γνωστή ως «βράχος των εραστών». Η αυξημένη παρουσία επισκεπτών έχει προκαλέσει φθορές, ακόμη και ρωγμές σε ορισμένα σημεία του μνημειακού τοπίου. Για να το αντιμετωπίσουν αυτό, οι τοπικές αρχές της Καππαδοκίας το 2025 προχώρησαν σε αυστηρότερους κανόνες, περιορίζοντας μεταξύ άλλων τις διαδρομές με ATV και άλογα.
Αντίστοιχα προβλήματα παρατηρούνται και στη Σαντορίνη, όπου μικρές επιχειρήσεις αναφέρουν ότι η καθημερινότητά τους δυσκολεύει λόγω των μεγάλων ουρών επισκεπτών που συγκεντρώνονται για να φωτογραφίσουν το ηλιοβασίλεμα από συγκεκριμένα σημεία με τους χαρακτηριστικούς λευκούς τρούλους. Στην Ισλανδία, η δημοφιλία του φαραγγιού Fjaðrárgljúfur εκτοξεύθηκε μετά την εμφάνισή του σε μουσικό βίντεο του Τζάστιν Μπίμπερ το 2015, οδηγώντας σε ραγδαία αύξηση επισκεπτών και σημαντική επιβάρυνση του οικοσυστήματος. Η πίεση ήταν τέτοια, ώστε οι αρχές έκλεισαν την περιοχή το 2019 για να προστατεύσουν το περιβάλλον και να δημιουργήσουν κατάλληλες υποδομές επισκεψιμότητας, πριν την ξανανοίξουν αργότερα.
«Η μεγάλη συγκέντρωση επισκεπτών σε συγκεκριμένα σημεία οδηγεί σε σταδιακή φθορά τόσο του φυσικού τοπίου όσο και των ιστορικών μνημείων, ενώ παράλληλα επιβαρύνει σημαντικά τις τοπικές υποδομές και τη διαχείριση απορριμμάτων», όπως σημειώνει η Λίζα Τσεν, διευθύνουσα σύμβουλος της πλατφόρμας ToursByLocals.
Η ίδια, περιγράφοντας τη διαφορά ανάμεσα στον τουρισμό που βασίζεται σε «λίστες» και σε μια πιο ουσιαστική εμπειρία, αναφέρεται σε ένα ταξίδι στην Πέτρα της Ιορδανίας τον Απρίλιο του 2025. Εκεί, ο ξεναγός της εξήγησε ότι πολλοί επισκέπτες φτάνουν με την προσδοκία να τραβήξουν μια φωτογραφία από ένα σημείο έξω από τον κύριο αρχαιολογικό χώρο, που προσφέρει πανοραμική θέα στο Θησαυροφυλάκιο από μεγάλο ύψος. Όταν η ίδια εξέφρασε την επιθυμία να κάνει το ίδιο, αλλά χωρίς τις χαρακτηριστικές αλλαγές ενδυμασίας που είχε δει στα κοινωνικά δίκτυα, ο ξεναγός της πρότεινε μια πιο «εύκολη» λύση, αποφεύγοντας την πολύωρη πεζοπορία και προτείνοντας μια συντομότερη διαδρομή με τη βοήθεια ντόπιου οδηγού.
«Μερικοί άνθρωποι έρχονται εδώ μόνο για τις φωτογραφίες», είπε.
Ο Τούντορ Μόργκαν, αρχηγός αποστολών στην εταιρεία κρουαζιέρας περιπέτειας HX Expeditions, έχει δει αυτό το φαινόμενο ακόμη και στα πιο απομακρυσμένα σημεία του πλανήτη. Όπως εξηγεί, «αρκετοί ταξιδιώτες αντιμετωπίζουν την Ανταρκτική ως έναν προορισμό που απλώς πρέπει να δουν ώστε να τη βγάλουν από τη λίστα τους».
«Από την εμπειρία μου, κάποιοι επιλέγουν την εταιρεία ακριβώς επειδή δίνει έμφαση στην εκπαίδευση και τις επιστημονικές δραστηριότητες. Ωστόσο, άλλοι συχνά αφήνουν στην άκρη τις ομιλίες και τις παρουσιάσεις επιστημόνων, κλιματολόγων και ειδικών της άγριας ζωής που αποτελούν μέρος του προγράμματος, και αντί γι’ αυτό επικεντρώνονται στο να βγάλουν την «τέλεια» φωτογραφία μπροστά από ένα παγόβουνο ή μια αποικία πιγκουίνων», λέει ο ίδιος.
Εύρεση λύσεων
Οι κυβερνήσεις αναζητούν τρόπους ώστε να ενθαρρύνουν πιο υπεύθυνη συμπεριφορά απέναντι στα πιο ευαίσθητα και δημοφιλή αξιοθέατα. Τα τελευταία χρόνια, έχουν επιχειρήσει να περιορίσουν τον λεγόμενο «τουρισμό της λίστας» σε διάφορους προορισμούς, από τις ιερές παραλίες της Χαβάης μέχρι το Μάτσου Πίτσου στο Περού.
Στην Αίγυπτο, για παράδειγμα, η τουριστική κίνηση βρισκόταν σε υψηλά επίπεδα τον Απρίλιο του 2025, όταν οι αρχές προχώρησαν σε αλλαγές στον τρόπο επίσκεψης στις Μεγάλες Πυραμίδες της Γκίζας. Ο χώρος είχε αρχίσει να δέχεται μεγάλη πίεση, τόσο ως προς τη διαχείριση των επισκεπτών, όσο και ως προς ζητήματα βιωσιμότητας και μεταχείρισης των ζώων. Για τον λόγο αυτό, αυξήθηκε η τιμή του εισιτηρίου για τους ξένους επισκέπτες έως και 50%, δημιουργήθηκε νέο και μεγαλύτερο κέντρο υποδοχής, περιορίστηκε σημαντικά η παρουσία πλανόδιων πωλητών και απαγορεύτηκε η πρόσβαση με ιδιωτικά οχήματα που αντικαταστάθηκαν με ηλεκτρικά λεωφορεία.
Παρόμοιες παρεμβάσεις εφαρμόζονται και στα μουσεία, τα οποία τα τελευταία χρόνια καλούνται να διαχειριστούν μεγάλα πλήθη επισκεπτών, διατηρώντας παράλληλα την ποιότητα της εμπειρίας του επισκέπτη. Η πρώην διευθύντρια της Galleria dell’Accademia στη Φλωρεντία, Σεσίλια Χόλμπεργκ, επιδίωξε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι επισκέπτες προσεγγίζουν το πιο διάσημο έργο του μουσείου, τον Δαβίδ του Μιχαήλ Άγγελου. Σήμερα, το μουσείο δέχεται πάνω από 3 εκατομμύρια επισκέπτες τον χρόνο, οι περισσότεροι από τους οποίους κατευθύνονται κατευθείαν προς το συγκεκριμένο γλυπτό. Η ίδια έχει επισημάνει ότι γύρω από το έργο έχει αναπτυχθεί μια ολόκληρη αγορά αναμνηστικών, γεγονός που έχει επηρεάσει έντονα το ιστορικό κέντρο της Φλωρεντίας και έχει προκαλέσει αντιδράσεις στους κατοίκους της πόλης.
Για να ενθαρρυνθούν οι επισκέπτες να παραμένουν περισσότερο στο μουσείο μετά τις φωτογραφίες τους, εφαρμόστηκαν μια σειρά από αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας του. Οι ώρες επίσκεψης επεκτάθηκαν, περιορίστηκε το μέγεθος των ξεναγούμενων ομάδων, οργανώθηκαν δωρεάν κοινοτικές εκδηλώσεις για τους κατοίκους της Φλωρεντίας και αναβαθμίστηκε ο φωτισμός, ώστε να αναδεικνύονται καλύτερα οι λεπτομέρειες του γλυπτού. Όταν η επισκεψιμότητα έφτασε το ρεκόρ των 2 εκατομμυρίων επισκεπτών το 2023, διαπιστώθηκε ότι η ροή των επισκεπτών ήταν πιο ομαλή και ότι περισσότεροι άνθρωποι μπορούσαν να δουν το έργο με μεγαλύτερη άνεση.
Για την Μπέβιν Σάβατζ Γιαμαζάκι, η οποία ασχολείται με έργα πολιτισμού και μουσείων στο αρχιτεκτονικό γραφείο Gensler, οι αλλαγές αυτές ήταν εμφανείς κατά την οικογενειακή της επίσκεψη το 2025, αν και ούτε η ίδια ούτε η εταιρεία της συμμετείχαν στις παρεμβάσεις της Galleria. «Η είσοδος με συγκεκριμένη ώρα, οι πιο καθαρές ροές επισκεπτών και η πιο στοχευμένη παρουσίαση των εκθεμάτων συνέβαλαν σε μια πιο ήρεμη ατμόσφαιρα μέσα στις αίθουσες. Αντί για συνωστισμό, υπήρχε η δυνατότητα για πιο αργή και ουσιαστική περιήγηση, με χρόνο να παρατηρήσει κανείς τον χώρο, το φως και τις αναλογίες πριν φτάσει στο ίδιο το γλυπτό», είπε η ίδια.
«Η διαφορά σε σχέση με παλαιότερες επισκέψεις», όπως σημειώνει, «ήταν αισθητή». Η εμπειρία απέκτησε ξανά μεγαλύτερο συναισθηματικό βάθος, καθώς οι επισκέπτες ένιωθαν λιγότερο ότι αντιμετωπίζουν το έργο ως ένα απλό αξιοθέατο και περισσότερο ότι έρχονται σε άμεση επαφή με ένα αριστούργημα.
Η ίδια λογική βρίσκεται πίσω και από τον σχεδιασμό νέων παρεμβάσεων στο Μουσείο του Λούβρου, όπου η Μόνα Λίζα αναμένεται να αποκτήσει ξεχωριστή αίθουσα έως το 2031. Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, έχει δηλώσει ότι η αλλαγή αυτή αποσκοπεί στη βελτίωση της διαχείρισης της αυξημένης επισκεψιμότητας και στη μείωση του συνωστισμού που παρατηρείται μπροστά από το έργο του Λεονάρντο ντα Βίντσι. Σήμερα, οι επισκέπτες συχνά περιμένουν πολλή ώρα για να δουν τη Μόνα Λίζα μόνο για λίγα λεπτά, λόγω της μεγάλης προσέλευσης.
Με τη νέα διαμόρφωση να βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, δεν αποκλείεται η πρόσβαση στο έργο στο μέλλον να συνδέεται με επιπλέον κόστος, είτε μέσω εισιτηρίου για τον ειδικό χώρο είτε, στην πράξη, για την ίδια τη σύντομη εμπειρία θέασης ή φωτογράφισης μπροστά στο πιο διάσημο πορτρέτο στον κόσμο.
Διαβάστε ακόμη
Ματιέ Πιγκάς: Ο εκδότης που θέλει να γίνει πρόεδρος της Γαλλίας
Πορτογαλία: Πώς μια χώρα 10 εκατομμυρίων κατοίκων έγινε ο φόβος των Big Tech
Πώς οι Δήμοι γίνονται Smart Cities – Από τους ψηφιακούς βοηθούς στα droneports και τα GR-eco Islands
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
