Ο Τζεφ Μπέζος πιθανότατα δεν σκέφτεται συχνά την Πορτογαλία. Ωστόσο, η μικρή χώρα των περίπου 10 εκατομμυρίων κατοίκων έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε έναν απρόσμενο πονοκέφαλο για την Amazon.
Οργανώσεις καταναλωτών έχουν καταθέσει σειρά ομαδικών αγωγών κατά του αμερικανικού κολοσσού, κατηγορώντας τον για παραπλανητικές εκπτώσεις, αμφιλεγόμενες πρακτικές στο Amazon Prime και προβλήματα στη διαχείριση των συμβάσεων και της ενημέρωσης των καταναλωτών.
Μόνο η οργάνωση Citizens’ Voice έχει καταθέσει τέσσερις διαφορετικές ομαδικές αγωγές κατά της Amazon, μετατρέποντας την Πορτογαλία σε ένα από τα πιο δραστήρια μέτωπα δικαστικών διεκδικήσεων κατά της εταιρείας στην Ευρώπη.
Ο Μπέζος δεν είναι ο μόνος. Το 2022 κατατέθηκαν ομαδικές αγωγές κατά της Apple και της Google εκ μέρους περίπου 6,5 εκατομμυρίων Πορτογάλων χρηστών, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι οι δύο εταιρείες καταχρώνται τη δεσπόζουσα θέση τους επιβάλλοντας προμήθεια έως 30% μέσω των App Store και Google Play.
Δύο χρόνια αργότερα ακολούθησε η Meta, η οποία βρέθηκε αντιμέτωπη με αγωγή για ζητήματα που σχετίζονται με τα δικαιώματα των καταναλωτών και τη χρήση προσωπικών δεδομένων.
Οι υποθέσεις αυτές δεν είναι οι μόνες. Τα τελευταία χρόνια η Ius Omnibus έχει κινηθεί επίσης κατά της Google και της Meta σε ξεχωριστές υποθέσεις προστασίας προσωπικών δεδομένων, διεκδικώντας αποζημιώσεις που ξεπερνούν συνολικά τα 15 δισ. ευρώ.
Ποιος κάνει αγωγή για 5 ή 10 ευρώ;
Δεν βρίσκονται όμως μόνο οι Big Tech στο στόχαστρο. Στα πορτογαλικά δικαστήρια έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με συλλογικές αγωγές και άλλοι μεγάλοι παίκτες της παγκόσμιας οικονομίας. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται η Mastercard, σε υπόθεση που συνδέεται με παραβιάσεις των κανόνων ανταγωνισμού, καθώς και η πορτογαλική ζυθοποιία Super Bock. Και στις δύο περιπτώσεις οι διεκδικήσεις προσεγγίζουν τα 400 εκατομμύρια ευρώ. Αντίστοιχες υποθέσεις αφορούν τράπεζες, τηλεπικοινωνιακούς παρόχους και αεροπορικές εταιρείες.
Πώς όμως μια χώρα με πληθυσμό μικρότερο από εκείνον πολλών ευρωπαϊκών πρωτευουσών κατάφερε να μετατραπεί σε επίκεντρο ομαδικών αγωγών; Η απάντηση βρίσκεται στο ιδιαίτερα ευνοϊκό νομικό πλαίσιο που έχει αναπτυχθεί τις τελευταίες δεκαετίες.
Σε αντίθεση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, το πορτογαλικό σύστημα λειτουργεί με τη λογική του «opt-out», επιτρέποντας σε οργανώσεις καταναλωτών να εκπροσωπούν αυτόματα ολόκληρες κατηγορίες πολιτών (όπως όλοι οι χρήστες μιας πλατφόρμας ή οι πελάτες μιας τράπεζας), εκτός αν οι ίδιοι δηλώσουν ότι επιθυμούν να εξαιρεθούν από τη διαδικασία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι αγωγές κατά της Apple και της Google. Οι ενάγοντες δεν συγκέντρωσαν εκατομμύρια υπογραφές ούτε εξουσιοδοτήσεις. Υποστήριξαν ότι περίπου 2,9 εκατ. χρήστες iPhone και 3,6 εκατ. χρήστες Android επηρεάζονται από τις επίμαχες πρακτικές των δύο εταιρειών και επομένως μπορούν να εκπροσωπηθούν συλλογικά στο πλαίσιο της αγωγής.
Οι υποστηρικτές του συστήματος εξηγούν ότι χωρίς αυτό οι καταναλωτές δε θα διεκδικούσαν ποτέ αποζημιώσεις από πολυεθνικούς κολοσσούς για μικρές ατομικές ζημίες, ύψους για παράδειγμα 5 ή 10 ευρώ.
Οι επικριτές θεωρούν ότι η δυνατότητα αυτόματης εκπροσώπησης εκατομμυρίων πολιτών δημιουργεί ισχυρά κίνητρα για μαζικές δικαστικές διεκδικήσεις, αυξάνοντας το νομικό και οικονομικό ρίσκο για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη χώρα.
«Εργαστήρια» μαζικών αγωγών
Πίσω από πολλές υποθέσεις βρίσκονται πλέον εξειδικευμένες οργανώσεις που έχουν ως βασική δραστηριότητα την άσκηση συλλογικών αγωγών. Οι Ius Omnibus, Citizens’ Voice και Wondrous Manifest συγκαταλέγονται στους πιο δραστήριους φορείς της χώρας, έχοντας κινηθεί δικαστικά εναντίον εταιρειών όπως οι Amazon, Google, Apple, Meta, Microsoft, Sony και Mercedes-Benz.
Ξεχωρίζει η περίπτωση της Ius Omnibus, μιας μη κερδοσκοπικής οργάνωσης που ιδρύθηκε μόλις το 2020. Τον Νοέμβριο του 2025, πορτογαλικό δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η οργάνωση πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις για να ασκεί συλλογικές αγωγές, απορρίπτοντας τις ενστάσεις επιχειρήσεων που αμφισβητούσαν τη νομιμοποίησή της. Η οργάνωση ηγήθηκε αγωγών κατά της Google (για παραβιάσεις της προστασίας δεδομένων, με αίτημα αποζημίωσης άνω των 8 δισεκατομμυρίων ευρώ), κατά της Meta (με αιτούμενες αποζημιώσεις που υπερβαίνουν τα 7 δισεκατομμύρια ευρώ), κατά φαρμακευτικών εταιρειών σχετικά με την φερόμενη έλλειψη αποτελεσματικότητας ορισμένων φαρμάκων και κατά αυτοκινητοβιομηχανιών. Επίσης βρίσκεται σήμερα πίσω από 5 ομαδικές αγωγές κατά 12 τραπεζών, με το συνολικό ύψος των διεκδικήσεων να ξεπερνά τα 5 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Ευρωπαϊκού Κέντρου Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας (European Centre for International Political Economy, ECIPE), το οικονομικό κόστος που συνδέεται με την αυξανόμενη δραστηριότητα των ομαδικών αγωγών στην Πορτογαλία θα μπορούσε να κυμανθεί από 640 εκατ. έως και 1,93 δισ. ευρώ.
Η έκθεση «Η άνοδος των συλλογικών δράσεων και ο κίνδυνος για την οικονομία της Πορτογαλίας» (The Rise of Collective Actions and the Risk to Portugal’s Economy) υποστηρίζει ότι η χώρα έχει εξελιχθεί σε μία από τις πλέον «φιλικές» δικαιοδοσίες στην Ευρώπη για τέτοιου είδους υποθέσεις, γεγονός που προσελκύει ολοένα και περισσότερες προσφυγές μεγάλης κλίμακας.
Οι συντάκτες προειδοποιούν ότι οι επιπτώσεις μπορεί να ξεπεράσουν κατά πολύ τις δικαστικές αίθουσες. Όπως υποστηρίζουν, η αύξηση του νομικού κινδύνου ενδέχεται να λειτουργήσει αποτρεπτικά για επενδύσεις σε τομείς υψηλής τεχνολογίας, έρευνας και ανάπτυξης, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη επιχειρεί να ενισχύσει τη θέση της στην τεχνητή νοημοσύνη και στις ψηφιακές τεχνολογίες.
Κίνδυνος για την εικόνα «τεχνολογικού κόμβου»
Η ανησυχία αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη η πορεία της πορτογαλικής τεχνολογικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια.
Η απασχόληση στον κλάδο των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών αυξήθηκε από 1,3% σε 3,3% της συνολικής απασχόλησης μεταξύ 2008 και 2023, ενώ ο κύκλος εργασιών του κλάδου εκτινάχθηκε από 14 δισ. σε 24 δισ. ευρώ. Την ίδια περίοδο ο αριθμός των μικρομεσαίων επιχειρήσεων του τομέα αυξήθηκε κατά 139%, από 15.800 σε 37.724 εταιρείες. Η Λισαβόνα έχει καθιερωθεί ως σημαντικός προορισμός για επενδύσεις του ψηφιακού κλάδου.
«Την τελευταία δεκαετία, η Πορτογαλία έχει μετασχηματίσει συστηματικά την οικονομία της, απομακρυνόμενη από τους παραδοσιακούς τομείς για να οικοδομήσει μια οικονομία γνώσης βασισμένη στην τεχνολογία» προειδοποιεί η έκθεση του ECIPE. «Αυτή η σκόπιμη στρατηγική βασίζεται στη ρυθμιστική σταθερότητα και την προβλεψιμότητα για την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ) υψηλής αξίας. Ωστόσο, έχει πλέον αναδυθεί μια θεμελιώδης ένταση που απειλεί αυτήν την πρόοδο: η Πορτογαλία έχει γίνει γρήγορα μια εξαιρετικά ελκυστική δικαιοδοσία για συλλογικές δράσεις.»
Σύμφωνα με τη μελέτη, ο τομέας των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών συγκεντρώνει ήδη το 29% του συνόλου των συλλογικών αγωγών που κατατίθενται στη χώρα, ποσοστό υψηλότερο από κάθε άλλο κλάδο της οικονομίας.
Η έκθεση εκτιμά ότι η αυξημένη έκθεση σε μαζικές αγωγές θα μπορούσε να μειώσει κατά 63- 188 εκατομμύρια ευρώ την αξία εταιρειών που επενδύουν σημαντικά σε έρευνα και ανάπτυξη.
Διαβάστε ακόμη
Ματιέ Πιγκάς: Ο εκδότης που θέλει να γίνει πρόεδρος της Γαλλίας
Το πιο επικίνδυνο Μουντιάλ στην Ιστορία
Πώς οι Δήμοι γίνονται Smart Cities – Από τους ψηφιακούς βοηθούς στα droneports και τα GR-eco Islands
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.