Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Στα τέλη Οκτωβρίου του περασμένου έτους, η οικογενειακή εταιρεία παραγωγής σκωτσέζικου ουίσκι Glenfiddich, William Grant & Sons Distillers Ltd., και ο διευθύνων σύμβουλός της χώρισαν ξαφνικά τους δρόμους τους.

Αν και αιφνιδιαστική, η αποχώρηση του Σόρεν Χαγκ από τη θέση του CEO, ύστερα από λιγότερο από δύο χρόνια στο τιμόνι της εταιρείας, δεν αποτέλεσε μεγάλη έκπληξη για πολλούς στο εσωτερικό της ιστορικής σκωτσέζικης εξαγωγικής επιχείρησης, σύμφωνα τα όσα μεταδίδει το Bloomberg. Για μήνες, όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, διαμορφωνόταν μια δυνητικά εκρηκτική κατάσταση. Από τη μία πλευρά βρισκόταν ένας νέος CEO που έσπευδε να αλλάξει πράγματα, από την άλλη μια οικογένεια και ένα διοικητικό συμβούλιο συνηθισμένα να έχουν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο, ενώ στο βάθος υπήρχε ένας ολόκληρος κλάδος που αντιμετωπίζει μία από τις χειρότερες υφέσεις των τελευταίων δεκαετιών.

Στη συνέχεια, στέλεχος της εταιρείας φέρεται να υπέβαλε καταγγελία στο διοικητικό συμβούλιο για αντιπαράθεση που, όπως υποστήριξε, είχε με τον διευθύνοντα σύμβουλο στη διάρκεια επαγγελματικού ταξιδιού στη Σαγκάη. Ο Χαγκ, ο οποίος «αρνείται κατηγορηματικά» τον ισχυρισμό, ολοκλήρωσε λίγο αργότερα τη θητεία του των μόλις 21 μηνών στην εταιρεία. Η εταιρεία και ο πρόεδρός της, Γκλεν Γκραντ Γκόρντον, δισέγγονος του ιδρυτή του αποστακτηρίου, δεν απάντησαν σε αίτημα σχολιασμού.

Εκπρόσωπος του Χαγκ δήλωσε ότι ο πρώην CEO είναι υπερήφανος για την πρόοδο που σημείωσε κατά τη διάρκεια της θητείας του στη William Grant, αρνούμενος οποιαδήποτε κατηγορία για ανάρμοστη συμπεριφορά και σημειώνοντας ότι η παραίτησή του δεν σχετιζόταν με την καταγγελία. Ο Χαγκ «είναι βαθιά λυπημένος που τέτοιοι εντελώς ψευδείς και αβάσιμοι ισχυρισμοί μπορούν να διατυπώνονται, πόσο μάλλον να δημοσιεύονται», ανέφερε ο εκπρόσωπός του.

Η αγωγή στις ΗΠΑ και οι νέες αναταράξεις

Την ώρα που η William Grant προσπαθούσε να αφήσει πίσω της την αποχώρηση του Χαγκ, ο πρώην επικεφαλής των δραστηριοτήτων της εταιρείας στις Ηνωμένες Πολιτείες κατέθεσε τον περασμένο μήνα αγωγή στη Νέα Υόρκη.

Στην αγωγή του, ο Τζέιμς Κέισι ισχυρίστηκε ότι ο πρόεδρος Γκόρντον και η εταιρεία τον απέλυσαν «παράνομα», κατηγορώντας τους για «διάκριση» λόγω αναπηρίας που, όπως υποστηρίζει, ανέπτυξε στην εργασία του. Παράλληλα, κατηγόρησε την εταιρεία ότι παραβίαζε αμερικανικούς νόμους για την επισήμανση αλκοολούχων προϊόντων. Ο διάδοχος του Κέισι είναι ο τέταρτος πρόεδρος της εταιρείας στις ΗΠΑ μέσα σε πέντε χρόνια.

Τα δύο περιστατικά προσφέρουν μια σπάνια ματιά στο εσωτερικό της 139χρονης ιδιωτικής εταιρείας, αποκαλύπτοντας τον βαθμό εμπλοκής των απογόνων του ιδρυτή, Γουίλιαμ Γκραντ, στην καθημερινή διοίκηση της επιχείρησης που φέρει το όνομά του. Η αγωγή 18 σελίδων στις ΗΠΑ καθώς και συνομιλίες με περισσότερους από δώδεκα ανθρώπους που δεν θέλησαν να κατονομαστούν, σημερινούς και πρώην εργαζομένους της εταιρείας αλλά και πρόσωπα που έχουν συνεργαστεί στενά με τον Χαγκ στη διάρκεια της εικοσαετούς καριέρας του, ρίχνουν φως στη λειτουργία και την εταιρική κουλτούρα της William Grant.

Στην περίπτωση του Χαγκ, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη ενός ανυπόμονου outsider που προσπάθησε να εκσυγχρονίσει έναν παραδοσιακό οργανισμό με ιστορία άνω του ενός αιώνα. Οι εντάσεις ήταν πιο εμφανείς στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη μεγαλύτερη αγορά της εταιρείας, όπου η βαθιά υποχώρηση της κατανάλωσης αλκοόλ οδήγησε εργαζομένους να κατηγορήσουν την κεντρική διοίκηση για μη ρεαλιστικούς στόχους και για διάβρωση της εταιρικής κουλτούρας λόγω της συνεχούς εναλλαγής στελεχών.

Μία ιστορική εταιρεία σε δύσκολη αγορά

Για χρόνια, η William Grant ευημερούσε στον παγκόσμιο κλάδο αλκοολούχων ποτών, αναπτύσσοντας και αποκτώντας γνωστά σκωτσέζικα ουίσκι, όπως τα Glenfiddich, The Balvenie και The Famous Grouse. Όμως, καθώς η αγορά αλκοόλ, την αξία της οποίας ο εμπορικός οργανισμός IWSR εκτιμούσε στα 1,2 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2025, άρχισε να υποχωρεί, έγιναν εμφανείς οι δυσκολίες διοίκησης μιας βαθιά ριζωμένης οικογενειακής επιχείρησης σε ένα σκληρό περιβάλλον.

Μετά την αποχώρηση του 51χρονου Χαγκ, ο οικονομικός διευθυντής Γκρέιμ Τζένκινς και ο εμπορικός διευθυντής Νταγκ Μπάγκλεϊ ορίστηκαν από κοινού διάδοχοί του. Ωστόσο, σύμφωνα με μία από τις πηγές, η διοίκηση της εταιρείας ουσιαστικά επέστρεψε στα χέρια της οικογένειας, με τον πρόεδρο Γκόρντον, ο οποίος είχε διατελέσει CEO πριν από τον Χαγκ, να προσπαθεί να κρατήσει τα κορυφαία στελέχη και να αναστρέψει τις αδύναμες πωλήσεις.

Σύμφωνα με τη γενική αντίληψη, οι οικογενειακές επιχειρήσεις σπάνια επιβιώνουν πέρα από την τρίτη γενιά, αν και τα διαθέσιμα στοιχεία είναι περιορισμένα, σημειώνει η Μπρίτζετ Κάστιν, διευθύντρια του Ownership Project 2.0 στο Saïd Business School του University of Oxford. «Μετά από μια συγκεκριμένη γενιά, ποιες είναι οι πιθανότητες να είσαι αρκετά τυχερός ώστε να γεννηθεί κάποιος που είναι πραγματικά ο καταλληλότερος για να διοικήσει μια εταιρεία;», αναφέρει, μιλώντας γενικά για τέτοιου είδους επιχειρήσεις. Όπως προσθέτει, σε ορισμένες περιπτώσεις είναι προτιμότερο οι οικογένειες να διατηρούν τη μετοχική τους συμμετοχή, χωρίς «απαραίτητα να παραμένουν σε ενεργό διοικητικό ρόλο».

Πτώση κερδών και πίεση στον κλάδο

Η William Grant, όπως και οι εισηγμένοι ανταγωνιστές της Diageo Plc και Pernod Ricard SA, έχει δεχθεί ισχυρό πλήγμα από τη γενικευμένη πτώση της κατανάλωσης αλκοόλ μετά την πανδημία. Τα κέρδη της υποχώρησαν κατά 30% το 2024. Καθώς οι καταναλωτές στρέφονταν στη μετριοπαθέστερη κατανάλωση και οι δασμοί του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επηρέαζαν τις πωλήσεις, η εταιρεία, η οποία παράγει και το Hendrick’s gin, ανακοίνωσε κέρδη προ φόρων 388 εκατομμυρίων λιρών, δηλαδή περίπου 520 εκατομμυρίων δολαρίων.

Αν και η πρόσφατη άρση των δασμών σε εισαγωγές από το Ηνωμένο Βασίλειο ενδέχεται να βοηθήσει τις πωλήσεις σκωτσέζικου ουίσκι, η παγκόσμια αγορά αλκοόλ παραμένει συνολικά αδύναμη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Χαγκ εντάχθηκε στη William Grant το 2024, έπειτα από 10 χρόνια ανοδικής πορείας στη Heineken. Η  εταιρεία, που έχει τις ρίζες της στο 1887, αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες οικογενειακές αποσταγματοποιίες σκωτσέζικου ουίσκι και ιστορικά έναν από τους μεγαλύτερους εργοδότες στο Ντάφταουν της Σκωτίας, γενέτειρα του ιδρυτή της.

Η ιστορία της οικογένειας Γκραντ

Το Ντάφταουν προσφέρει μια μοναδική εικόνα της οικογένειας Γκραντ. Η επιχείρηση πολλών γενεών είναι βαθιά συνδεδεμένη με την τοπική κουλτούρα. Η πόλη, που θεωρείται πνευματική πατρίδα του σκωτσέζικου malt ουίσκι, βρίσκεται περίπου 170 χιλιόμετρα βόρεια του Εδιμβούργου και καλύπτει έκταση μικρότερη από ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο. Πολλοί από τους λιγότερους από 2.000 κατοίκους της εργάζονται είτε στη William Grant, είτε στη Diageo, που από κοινού ελέγχουν και τα έξι βασικά αποστακτήρια του Ντάφταουν, τα οποία άνοιξαν τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα.

Το ουίσκι βρίσκεται παντού στην πόλη. Παλιά βαρέλια χρησιμοποιούνται ως γλάστρες στους δρόμους, ενώ η μυρωδιά της βύνης από τα αποστακτήρια απλώνεται στους δρόμους. Το παιδικό σπίτι του Γουίλιαμ Γκραντ απέχει λιγότερο από ένα μίλι από το διάσημο αποστακτήριο Glenfiddich, ενώ ο τάφος του βρίσκεται σε εκκλησία σε μικρή απόσταση. Σύμφωνα με εργαζομένους στα αποστακτήρια Glenfiddich και The Balvenie, μέλη της οικογένειας εντάσσονται συχνά στην εταιρεία για να μάθουν την επιχείρηση, περνώντας χρόνια εκπαίδευσης σε διαφορετικά τμήματα.

Με την πάροδο των δεκαετιών, οι απόγονοι του Γουίλιαμ Γκραντ, στους οποίους περιλαμβάνεται πλέον και η οικογένεια Γκόρντον λόγω του γάμου της κόρης του ιδρυτή με τον πωλητή Τσαρλς Γκόρντον, επέκτειναν την εταιρεία πολύ πέρα από το Ντάφταουν, δημιουργώντας έναν πολυεθνικό όμιλο.

Ο 68χρονος πρόεδρος Γκόρντον διαμένει πλέον περίπου 1.000 χιλιόμετρα μακριά, στο Τζέρσεϊ των Channel Islands, όπου είναι καταγεγραμμένος ως διευθυντής σε αρκετές εταιρείες. Μαζί με τον αδελφό του, Λόιντ Γκραντ Γκόρντον, ο οποίος εμφανίζεται επίσης ως ενεργός διευθυντής στην επιχείρηση, κατέχει ιδιωτικό αεροσκάφος.  Παρά την περιουσία της οικογένειας, η οποία υπολογίζεται περίπου στα 7,8 δισεκατομμύρια δολάρια, υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες στο διαδίκτυο για τον τρόπο ζωής του Γκόρντον και πολύ λίγες φωτογραφίες του.

Ωστόσο, σύμφωνα με όλες τις περιγραφές, διοικεί την εταιρεία με σταθερό έλεγχο, επηρεάζοντας προσλήψεις και απολύσεις στελεχών, μισθούς, ωράρια και καθήκοντα, ισχυρισμός που περιλαμβάνεται και στην αγωγή στις ΗΠΑ. Ο Γκόρντον, ο αδελφός του Γκραντ Έντουαρντ Γκόρντον και ο ξάδελφός του Πίτερ Γκραντ Γκόρντον αποτελούν την πέμπτη γενιά που συμμετέχει στην οικογενειακή επιχείρηση, σύμφωνα με βιβλίο που εκδόθηκε μετά την 100ή επέτειο της William Grant το 1987.

Η σύγκρουση κουλτούρας

Ο κλάδος των αλκοολούχων ποτών είναι γεμάτος παραδείγματα οικογενειακά ελεγχόμενων επιχειρήσεων, από την Brown-Forman Corp., ιδιοκτήτρια του Jack Daniel’s, και την Pernod Ricard, παραγωγό του Jameson, έως τη Sazerac Co., που παράγει τα Fireball, Buffalo Trace και Southern Comfort. Οι περισσότερες διοικούνται από επαγγελματίες μάνατζερ που συνεργάζονται στενά με τους ιδιοκτήτες και το διοικητικό συμβούλιο. Στη William Grant, όμως, η άφιξη του Χαγκ σε ένα περιβάλλον τόσο φορτισμένο από παράδοση προκάλεσε σύγκρουση κουλτούρας.

Οι εντάσεις εμφανίστηκαν σχεδόν αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, τον Ιανουάριο του 2024. Η πτώση της ζήτησης για αλκοόλ μετά την πανδημία είχε οδηγήσει το διοικητικό συμβούλιο να εξετάσει το ενδεχόμενο περικοπής των μπόνους των εργαζομένων παγκοσμίως, για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, σύμφωνα με τρεις πηγές.

Ο Χαγκ αντιτάχθηκε στην ιδέα, ανησυχώντας ότι θα χάσει την υποστήριξη των εργαζομένων τόσο νωρίς στη θητεία του. Φοβόταν επίσης ότι αυτό θα προκαλούσε μαζικές αποχωρήσεις στις ΗΠΑ, όπου τα μπόνους αποτελούν σημαντικό μέρος των αποδοχών. Στο τέλος της χρονιάς, το διοικητικό συμβούλιο περιόρισε τα μπόνους για όλους, εκτός από το προσωπικό στις Ηνωμένες Πολιτείες, προκαλώντας δυσαρέσκεια σε άλλα τμήματα της εταιρείας.

Η σύγκρουση για τα μπόνους άνοιξε τον δρόμο για νέες αντιπαραθέσεις και εσωτερικές μάχες ισχύος. Ο Χαγκ προχώρησε σε πιο φιλόδοξες κινήσεις, όπως η συμφωνία με την Aston Martin Formula One, κάτι που ερχόταν σε αντίθεση με το χαμηλότερων τόνων ύφος που είχε διατηρήσει η εταιρεία επί χρόνια. Νέα διαφωνία κορυφής προέκυψε όταν προσπάθησε να φέρει στην εταιρεία την Alvarez & Marsal, εξειδικευμένη εταιρεία σε αναδιαρθρώσεις. Οι σύμβουλοι συζήτησαν ζητήματα απόδοσης σε τμήμα της επιχείρησης, αλλά τελικά δεν προσλήφθηκαν.

Το στυλ διοίκησης του Χαγκ

Οι συγκρούσεις επιδεινώθηκαν από το διοικητικό στυλ του CEO. Ορισμένοι άνθρωποι που συνεργάστηκαν μαζί του ανέφεραν ότι οι συσκέψεις του κατέληγαν κάποιες φορές σε εκρήξεις. Ο Χαγκ είχε εργαστεί σε υψηλό επίπεδο σε μεγάλες εταιρείες, όπως η Lego Group και η L’Oréal, πριν ενταχθεί στη William Grant μετά τη δεκαετή θητεία του στη Heineken, όπου είχε αναλάβει πρόεδρος Ευρώπης.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Heineken, Ντολφ φαν ντεν Μπρινκ, τον είχε αποχαιρετήσει με θερμά λόγια, επαινώντας τον για τον μετασχηματισμό της εταιρείας στην Ευρώπη. Ωστόσο, ορισμένοι πρώην συνεργάτες του εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί. Πρώην συνάδελφος στη Heineken ανέφερε ότι θαύμαζε την αποφασιστικότητά του όταν διοικούσε την ιταλική δραστηριότητα της εταιρείας, αλλά εξεπλάγη από τη μεταμόρφωσή του σε έναν απότομο και αδιάλλακτο επικεφαλής Ευρώπης.

Άλλο πρόσωπο που συνεργάστηκε στενά μαζί του στη Heineken ανέφερε ότι υπήρξαν περιστατικά όπου εργαζόμενοι ένιωσαν μειωμένοι. Ο εκπρόσωπος του Χαγκ απέρριψε πλήρως αυτή την περιγραφή. «Απορρίπτουμε πλήρως αυτή την απεικόνιση του διοικητικού στυλ του Σόρεν. Ο Σόρεν αντιμετωπίζει τους συναδέλφους του με επαγγελματισμό και σεβασμό. Είναι γνωστός για την εργασιακή του ηθική και τα υψηλά του πρότυπα», ανέφερε.

Συνεντεύξεις με οκτώ ανθρώπους που είχαν συνεργαστεί μαζί του είτε στη William Grant είτε στη Heineken δείχνουν ότι ορισμένοι τον θεωρούσαν έναν CEO που λειτουργούσε μέσα από κουλτούρα φόβου για να πετύχει απόδοση. Οι ίδιοι, ωστόσο, τον περιγράφουν και ως εξαιρετικά αποφασισμένο επικεφαλής, ο οποίος απαιτούσε από τους άλλους όσα απαιτούσε και από τον εαυτό του. Το διοικητικό του στυλ χαρακτηρίζεται ως απαιτητικό, βασισμένο στα δεδομένα και ιδιαίτερα ακριβές, ενώ όσοι τον υπερασπίζονται σημειώνουν ότι οι υψηλές προσδοκίες και η εργασιακή του ηθική ωθούσαν τις ομάδες σε πολύ υψηλή απόδοση.

Οι υποστηρικτές του αποδίδουν τις εντάσεις στη William Grant στην αδυναμία της οικογένειας και του διοικητικού συμβουλίου να του δώσουν τον απαραίτητο χώρο να λειτουργήσει. Ένας εργαζόμενος ανέφερε ότι η οικογένεια παρενέβαινε στις αποφάσεις και υποστήριξε ότι ο πρόεδρος Γκόρντον έμοιαζε να έχει μείνει στη δεκαετία του 1990, με περιορισμένη κατανόηση του σύγχρονου μάρκετινγκ.

Η αμερικανική αγορά ως σημείο σύγκρουσης

Οι δραστηριότητες της William Grant στις Ηνωμένες Πολιτείες εξελίχθηκαν σε βασικό σημείο έντασης. Εργαζόμενοι εκεί κατηγόρησαν την κεντρική διοίκηση ότι έθετε μη ρεαλιστικούς στόχους, παρά τις αντίξοες συνθήκες σε ολόκληρο τον κλάδο. Επί Χαγκ, η αμερικανική αγορά είχε στόχο αύξησης εσόδων 3% για το 2026, παρότι τα έσοδα της περιοχής είχαν μειωθεί περίπου 6% το προηγούμενο έτος, σύμφωνα με μία πηγή.

Μετά την αποχώρησή του, η διοίκηση πρότεινε την αύξηση του στόχου σε πάνω από 9,7%, σύμφωνα με email που έστειλε ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέιμς Κέισι, σε συναδέλφους του και το οποίο περιλαμβάνεται στην αγωγή του. Στο μήνυμα, ο στόχος χαρακτηριζόταν «μη βασισμένος στις τρέχουσες πραγματικότητες της αγοράς» και αναφερόταν ότι συνέβαλε «σε ένα εκ φύσεως άδικο πρόγραμμα μπόνους».

Ο Κέισι σημείωσε ότι είχε εκφράσει τις ανησυχίες του «ξεκάθαρα και εποικοδομητικά», αλλά η άποψή του «δεν έγινε καλά δεκτή». Οι εργαζόμενοι στις ΗΠΑ κατηγόρησαν επίσης την κεντρική διοίκηση ότι περιόριζε την αυτονομία τους, σύμφωνα με περσινή έρευνα δέσμευσης εργαζομένων που είδε το Bloomberg. Η κατεύθυνση από την ηγεσία συγκέντρωσε στις ΗΠΑ ποσοστό έγκρισης 42%, μειωμένο κατά 11 μονάδες σε σχέση με το 2024.

Το μέλλον του Glenfiddich

Οι συγκρούσεις και η αναταραχή δεν θα μπορούσαν να έρθουν σε χειρότερη στιγμή για τη σκωτσέζικη αποσταγματοποιία. Ο κλάδος αντιμετωπίζει υποχώρηση της ζήτησης για premium ποτά στις Ηνωμένες Πολιτείες, μειωμένη κατανάλωση λόγω της κρίσης κόστους ζωής σε κρίσιμες αγορές, αυξανόμενη αντικατάσταση του αλκοόλ από την κάνναβη και τις επιπτώσεις των φαρμάκων GLP-1 για την απώλεια βάρους. Όλα αυτά καθιστούν τον κλάδο πιο ώριμο για συγκέντρωση και εξαγορές. Στη William Grant, οι εξελίξεις εγείρουν ερωτήματα για το μέλλον της φημισμένης εταιρείας πίσω από το Glenfiddich, το οποίο συχνά προβάλλεται ως το πιο πολυβραβευμένο single malt σκωτσέζικο ουίσκι στον κόσμο.

Διαβάστε ακόμη

AI: Το στοίχημα των 11 τρισ. δολαρίων και η άνοδος των «omniscalers» (γραφήματα)

Επενδυτικό κρεσέντο στην ελληνική ναυτιλία (pics)

Ποια είναι τα επαγγέλματα του μέλλοντος (λίστα + pic)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα