Ο Τζόναθαν Άντικ, συνιδιοκτήτης και αντιπρόεδρος της αλυσίδας μόδας Mango, ανακρίθηκε σχετικά με τις συνθήκες θανάτου του πατέρα του, Ίσακ Άντικ, και αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση λίγο αργότερα.
Η υπόθεση ξεκίνησε στις 14 Δεκεμβρίου 2024, όταν ο Ίσακ Άντικ έχασε τη ζωή του έπειτα από πτώση κατά τη διάρκεια πεζοπορίας στα βουνά της Καταλονίας μαζί με τον γιο του. Πλέον, ο δικαστής καλείται να αποφασίσει αν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ώστε ο Τζόναθαν να παραπεμφθεί σε δίκη για ανθρωποκτονία.
Ο Τζόναθαν Άντικ αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή σε παράνομη ενέργεια, ενώ η οικογένειά του επιμένει στην αθωότητά του. Ωστόσο, η δημόσια σύλληψή του αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον στην Ισπανία γύρω από τη διαμάχη με τον πατέρα του για τη διαδοχή στη Mango, αλλά και τις τεταμένες σχέσεις ανάμεσα στον Ίσακ και τον γιο του.
Κάθε ελπίδα ότι η παρουσία του θα περνούσε απαρατήρητη εξαφανίστηκε μόλις ο 45χρονος Τζόναθαν Άντικ έφτασε στο δικαστήριο κοντά στη Βαρκελώνη. Με χειροπέδες, το βλέμμα χαμηλωμένο και συνοδευόμενος από πέντε Καταλανούς αστυνομικούς, ανέβηκε τα σκαλιά του κτιρίου υπό τις συνεχείς λήψεις των φωτογράφων που είχαν παραβρεθεί. Λίγο περισσότερο από δύο ώρες αργότερα, αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση.
Η σχέση πατέρα και γιου ήταν εδώ και χρόνια τεταμένη, εξαιτίας διαφωνιών που συχνά μπέρδευαν τα όρια ανάμεσα στην οικογένεια και την επιχείρηση. «Στο επίκεντρο βρισκόταν κυρίως η διοίκηση της Mango και το ποιος θα αναλάμβανε τελικά την ηγεσία της εταιρείας», σύμφωνα με πρώην στελέχη και εργαζομένους της Mango, αλλά και φίλους της οικογένειας. Τα άτομα αυτά ζήτησαν να διατηρηθεί η ανωνυμία τους, καθώς αναφέρονταν σε προσωπικά ζητήματα.
Ο Τζόναθαν, που εντάχθηκε στη Mango το 2005, θεωρούνταν για χρόνια ο επικρατέστερος διάδοχος σε μια εταιρεία που εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους ομίλους ένδυσης στην Ευρώπη και βασικό ανταγωνιστή της Zara. Για ένα διάστημα λειτουργούσε ουσιαστικά ως ο ανεπίσημος επικεφαλής της εταιρείας, έχοντας την ευθύνη για όλους τους τομείς προϊόντων, σύμφωνα με το Bloomberg.
Ωστόσο, σύμφωνα με ανθρώπους που γνώριζαν καλά την οικογένεια, ο πατέρας του είχε πάντα τον πρώτο λόγο και αυτό επηρέαζε έντονα τη ζωή και τη θέση του Τζόναθαν μέσα στην εταιρεία. Ένα από τα πρόσωπα που μίλησαν για τη σχέση τους ανέφερε πως «έμοιαζε σαν ο γιος να είχε τοποθετηθεί σε έναν ρόλο από τον οποίο δεν μπορούσε πραγματικά να ξεφύγει».
Όπως έχει συμβεί και σε πολλές άλλες οικογενειακές επιχειρήσεις που εξακολουθούν να βρίσκονται υπό τον έλεγχο του ιδρυτή τους, έτσι και στη Mango η διαδικασία διαδοχής αποδείχθηκε ιδιαίτερα δύσκολη όσο ο Ίσακ μεγάλωνε. Άτομα που είχαν συνεργαστεί μαζί του αναφέρουν ότι, για πολλά χρόνια, «παρέμενε στενά συνδεδεμένος με κάθε πτυχή της εταιρείας και δεν ήταν πρόθυμος να παραδώσει ολοκληρωτικά τον έλεγχο, ακόμη και όταν τη διοίκηση ανέλαβαν εξωτερικά στελέχη».
Σύμφωνα με δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στις 19 Μαΐου σχετικά με την κράτηση του γιου του, ο Ίσακ επιθυμούσε στα τελευταία χρόνια της ζωής του να δημιουργήσει ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα, στο οποίο θα έδινε μέρος της περιουσίας του.
Στα ίδια δικαστικά έγγραφα αναφέρεται ότι ο Τζόναθαν περνούσε μια «επαγγελματική, προσωπική και οικογενειακή κρίση», ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε τη σχέση του με τον πατέρα του. Παράλληλα, σημειώνεται πως στα μέσα του 2024 είχε πληροφορηθεί ότι ο Ίσακ σκόπευε να αλλάξει τη διαθήκη του και να δημιουργήσει το συγκεκριμένο ίδρυμα. Ο δικαστής έκανε επίσης λόγο για «εμμονή» του Τζόναθαν με τα χρήματα.
Ο Τζόναθαν αφέθηκε ελεύθερος αφού κατέβαλε εγγύηση ύψους 1 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, υποχρεώθηκε να παραδώσει το διαβατήριό του και να εμφανίζεται στο δικαστήριο μία φορά την εβδομάδα. Εκπρόσωπος του ίδιου, αλλά και της οικογένειάς του, αρνήθηκε να κάνει οποιοδήποτε σχόλιο μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, παραπέμποντας σε προηγούμενη ανακοίνωση με την οποία επαναλαμβανόταν το ότι είναι αθώος.
«Η θεωρία περί ανθρωποκτονίας δεν στηρίζεται σε στοιχεία και, πάνω απ’ όλα, είναι βαθιά οδυνηρή», ανέφερε η ανακοίνωση. «Στιγματίζει έναν αθώο άνθρωπο. Τώρα ξεκινά η ουσιαστική δικαστική διαδικασία και τότε θα αποδειχθούν η αλήθεια και η αθωότητά του».
Στο πλευρό του Τζόναθαν στάθηκε και η διοίκηση της Mango, η οποία τον χαρακτήρισε ως «θύμα της υπόθεσης». Η εταιρεία απέφυγε επίσης να σχολιάσει όταν της ζητήθηκε τοποθέτηση μέσω email, όπως έκανε και η εταιρεία δημοσίων σχέσεων που εκπροσωπεί την οικογένεια.
Πώς ξεκίνησε
Ο Ίσακ Άντικ, Τούρκος Εβραίος μετανάστης που έφτασε στην Ισπανία σε νεαρή ηλικία, ξεκίνησε την πρώτη του επιχειρηματική δραστηριότητα τη δεκαετία του 1970, λίγο μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο, πουλώντας εισαγόμενες μπλούζες σε συμμαθητές του. Αργότερα, μαζί με τον αδελφό του, Νάχμαν, άνοιξαν ένα μικρό κατάστημα στη Βαρκελώνη, όπου πωλούσαν τζιν Levi’s, Lee και Wrangler.
Η επιχείρηση αναπτύχθηκε γρήγορα και σταδιακά πέρασε από τη μεταπώληση τζιν στον σχεδιασμό δικών της ρούχων. Η Mango, που ιδρύθηκε το 1984, εξελίχθηκε με τα χρόνια σε μία από τις μεγαλύτερες αλυσίδες μόδας στην Ευρώπη, χαρίζοντας στον Ίσακ περιουσία που υπολογίζεται περίπου στα 3,4 δισεκατομμύρια ευρώ.
Όσοι συνεργάστηκαν μαζί του στα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής του πορείας περιγράφουν έναν άνθρωπο με ξεκάθαρο όραμα και δυναμικό χαρακτήρα. Αν και ήταν προσιτός, είχε μια αυστηρή πλευρά που βασιζόταν στην αξία και στην απόδοση. Ένα άτομο που προσλήφθηκε τότε ανέφερε ότι έπρεπε να αποδείξει την αξία του από την αρχή, αφού την πρώτη του μέρα τού είχαν αναθέσει δουλειές όπως το σκούπισμα του δαπέδου και η τακτοποίηση της αποθήκης.
Παρά την επιτυχία του, ο Ίσακ αντιμετώπιζε τις επιχειρήσεις με έναν τρόπο που συχνά οδηγούσε σε τολμηρές και όχι πάντα προσεκτικά σταθμισμένες αποφάσεις, κάτι που διαμόρφωσε μια εταιρική κουλτούρα έντονα συνδεδεμένη με το ένστικτο και την προσωπική του επιρροή.
«Προσλάμβανε ανθρώπους παρορμητικά, προσφέροντάς τους υψηλές αμοιβές, όμως συχνά απογοητευόταν από την απόδοσή τους», σύμφωνα με τρία άτομα που γνωρίζουν το θέμα. Ακόμη και όταν η ομάδα της διοίκησης μεγάλωσε, ο ίδιος συνέχιζε να έχει ενεργό ρόλο, ιδιαίτερα σε θέματα προϊόντων, με το γραφείο του να βρίσκεται δίπλα στις ομάδες σχεδιασμού.
Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του Ίσακ, ως μετανάστη, ήταν ότι κατάφερε να γίνει αποδεκτός στην επιχειρηματική ελίτ της Καταλονίας, έναν κλειστό κύκλο οικογενειών που για πολλές γενιές ανήκαν στην ανώτερη οικονομική τάξη, αλλά και να αποκτήσει ευρύτερη αναγνώριση στην Ισπανία. Σε τελετή βράβευσης τον Μάρτιο του 2024, ο βασιλιάς Φελίπε ΣΤ’ τον είχε επαινέσει ως «σαφές παράδειγμα αυτοδημιούργητου ανθρώπου», αποδίδοντας την επιτυχία του στο «πάθος, τον ενθουσιασμό και την πειθαρχία».
Ο Τζόναθαν φοίτησε σε οικοτροφείο στην Ελβετία, σπούδασε στις ΗΠΑ και ολοκλήρωσε MBA στην Ισπανία, πριν αναλάβει διάφορους ρόλους μέσα στην οικογενειακή επιχείρηση. Ένα πρώην στέλεχος περιέγραψε τον Ίσακ «σαν τον ήλιο, δηλαδή κάτι στο οποίο δεν μπορείς να είσαι ούτε πολύ κοντά ούτε πολύ μακριά». Επίσης πρόσθεσε πως ο Τζόναθαν «δυσκολεύτηκε να βρει τον δικό του ρυθμό ως ηγέτης».
Πολλοί άνθρωποι που τον γνώριζαν εκείνη την περίοδο αναφέρουν ότι βρισκόταν υπό μεγάλη πίεση να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του πατέρα του. Το έβλεπε αυτό ως καθήκον, αλλά και ως θέμα τιμής για την οικογένειά του. Σύμφωνα με ένα από τα άτομα που γνωρίζουν την υπόθεση, «η πίεση που του ασκούσε ο Ίσακ ήταν εξαντλητική, καθώς ζητούσε από τον γιο του πολύ περισσότερα από όσα θα περίμενε κανείς από έναν απλό εργαζόμενο, ακριβώς επειδή ήταν ο γιος του».
«Ο Τζόναθαν προσπαθούσε διαρκώς να κερδίσει την αποδοχή του πατέρα του, ακόμη κι όταν εκείνος τον αγνοούσε», είπε το ίδιο άτομο.
Οι αδελφές του, η Τζούντιθ και η Σάρα, τελικά αποχώρησαν από τη Mango, εν μέρει λόγω των αυστηρών απαιτήσεων του Ίσακ, σύμφωνα με μαρτυρίες.
Μέχρι το 2020 δεν υπήρχε επίσημος διευθύνων σύμβουλος κάτω από τον Ίσακ, ενώ το ποιος θα αναλάμβανε κάποια στιγμή την ηγεσία της εταιρείας παρέμενε ασαφές. Το 2010, ο ίδιος είχε δηλώσει δημόσια ότι «τα συμφέροντα της εταιρείας πρέπει να μπαίνουν πάνω από τα οικογενειακά». Παράλληλα, όμως, άφηνε να εννοηθεί ότι τα παιδιά του μπορούσαν να βρεθούν κάποια στιγμή σε ηγετικούς ρόλους.
Σε ομιλία του στη Βαρκελώνη είχε αναφέρει ότι το αν θα τον διαδεχθεί ο γιος του ή μία από τις κόρες του θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο είναι πρόθυμοι να δουλέψουν. Είχε πει ότι θα μπορούσαν να είναι απλοί υπάλληλοι, στελέχη ή και μέλη της διοίκησης και ότι αυτό θα το αποφάσιζαν οι ίδιοι μέσα από την πορεία τους.
Η πορεία του Τζόναθαν στην κορυφή αποδείχθηκε σύντομη. Περίπου το 2013 εντάχθηκε στο διοικητικό συμβούλιο, αναλαμβάνοντας ευθύνες σε διάφορες κατηγορίες προϊόντων, μεταξύ των οποίων και η βασική σειρά γυναικείας ένδυσης. Ορίστηκε αντιπρόεδρος μαζί με τον Ντάνιελ Λόπες, έναν από τους πιο στενούς συνεργάτες του Ίσακ και εκτελεστή της διαθήκης του.
Σύμφωνα με δημόσια έγγραφα, ο Τζόναθαν και ο πατέρας του εμφανίζονταν επίσης ως συνδιευθυντές της εταιρείας. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 2014 ο Τζόναθαν παρουσιαζόταν ως πιθανός διάδοχος του Ίσακ, αναλαμβάνοντας ουσιαστικά ρόλο αντίστοιχο με αυτόν του διευθύνοντος συμβούλου.
Τρία χρόνια ζημιές
Τον επόμενο χρόνο, η Mango ξεκίνησε μια δαπανηρή και ριψοκίνδυνη προσπάθεια μετασχηματισμού προς τη γρήγορη μόδα, με στόχο να ανταγωνιστεί πιο άμεσα το μοντέλο της Zara. Η εταιρεία κατέγραψε ζημίες για τρία συνεχόμενα χρόνια και ο ρόλος του Τζόναθαν στην εταιρεία περιορίστηκε σημαντικά.
Ωστόσο, αρκετοί άνθρωποι που γνώριζαν την κατάσταση αναφέρουν ότι ο Τζόναθαν «δεν ήταν υπεύθυνος για τη δύσκολη αυτή περίοδο». Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, πολλές από τις αποφάσεις που οδήγησαν στην κρίση είχαν ληφθεί πριν αναλάβει ενεργό ρόλο ή από άλλα στελέχη της εταιρείας. Δύο άτομα ανέφεραν ότι η μετάβαση δεν πέτυχε εν μέρει επειδή γύρω από τον Τζόναθαν υπήρχαν συνεργάτες «που δεν τον στήριζαν και δεν ήθελαν την επιτυχία του».
Ο Ίσακ άρχισε να βασίζεται περισσότερο στον οικονομικό διευθυντή του, τον Τόνι Ρουίθ, ο οποίος είχε ενταχθεί στην εταιρεία το 2015. Ο Ρουίθ έγινε γενικός διευθυντής το 2018 και στη συνέχεια διευθύνων σύμβουλος δύο χρόνια αργότερα. Σύμφωνα με αρκετούς, είχε την ικανότητα να διαχειρίζεται τις εντάσεις με διακριτικότητα, χωρίς να έρχεται σε άμεση αντιπαράθεση με τον Ίσακ. Ο Ίσακ τον θεωρούσε σε μεγάλο βαθμό ως τον άνθρωπο που σταθεροποίησε την εταιρεία.
Ο Τζόναθαν συνέχιζε να αναφέρεται στον Ρουίθ ως μέλος της εκτελεστικής επιτροπής και να παρεμβαίνει σε ορισμένες αποφάσεις, κάτι που κατά διαστήματα δημιουργούσε εντάσεις. «Κάποτε ο Τζόναθαν ξόδεψε 800 ευρώ για να αγοράσει μια καρέκλα για ένα νέο κεντρικό κατάστημα, γεγονός που ενόχλησε τον Ρουίθ, ο οποίος ανέφερε ότι παρόμοια έπιπλα υπήρχαν διαθέσιμα σε πολύ χαμηλότερη τιμή», σύμφωνα με άτομο που γνώριζε το περιστατικό.
Η Mango σημείωσε ισχυρή ανάπτυξη υπό τη διοίκηση του Ρουίθ, καταγράφοντας ρεκόρ πωλήσεων για τρία συνεχόμενα έτη μετά την πανδημία και εξελισσόμενη σε μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες λιανικής μόδας στην Ευρώπη. Την περίοδο εκείνη, ο Ίσακ είχε απομακρυνθεί σταδιακά από την καθημερινή λειτουργία της εταιρείας, ενώ τη διαχείριση των καθημερινών υποθέσεων είχε αναλάβει ο Ρουίθ. Τότε συνέβη η τραγωδία.
Ο 72χρονος Ίσακ έπεσε θανάσιμα από γκρεμό στο Μονσεράτ, περίπου 60 χιλιόμετρα από τη Βαρκελώνη, ενώ βρισκόταν σε πεζοπορία με τον γιο του. Η αστυνομία της Καταλονίας, αρχικά αντιμετώπισε το περιστατικό ως ατύχημα και λίγες ημέρες αργότερα έκλεισε προσωρινά την υπόθεση. Ωστόσο, μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, η έρευνα άνοιξε ξανά με πρωτοβουλία της ανακριτικής μονάδας της αστυνομίας, σύμφωνα με το δικαστικό έγγραφο της 19ης Μαΐου.
Ο Τζόναθαν ανέφερε στους ανακριτές ότι είχε προτείνει την εκδρομή ως ευκαιρία για να συμφιλιωθεί με τον πατέρα του. Στη διάρκεια των επόμενων 17 μηνών, η αστυνομία πήρε καταθέσεις από μάρτυρες και εξέτασε τηλεφωνικά αρχεία, μηνύματα και δεδομένα τοποθεσίας, σύμφωνα με το δικαστικό έγγραφο. Στο πλαίσιο της έρευνας εξετάστηκαν επίσης και στοιχεία που σχετίζονται με τον ψυχολόγο του Τζόναθαν.
Μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες του Ίσακ ήταν να διασφαλίσει ότι η οικογενειακή περιουσία δεν θα κινδύνευε σε περίπτωση σοβαρής διαφωνίας ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας. Ο ίδιος, ως διαζευγμένος που τα τελευταία χρόνια της ζωής του συναναστρεφόταν με πρόσωπα από κύκλους πλούσιων και γνωστών οικογενειών, «ήταν ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι στην προσωπική ζωή του Τζόναθαν, ο οποίος είχε παντρευτεί την influencer Πάουλα Νάτα τον Σεπτέμβριο του 2024», σύμφωνα με άτομο που γνώριζε την κατάσταση.
Τους μήνες που ακολούθησαν τον θάνατο του Ίσακ, ο Τζόναθαν παραιτήθηκε από τη θέση του στη Mango Man, ενώ ο Ρουίθ ανέλαβε και τον ρόλο του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου, διατηρώντας παράλληλα τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου. Ο Τζόναθαν, μαζί με τις δύο αδελφές του, κατέχει το 95% της εταιρείας, ενώ ο Ρουίθ κατέχει το 5%, έπειτα από δωρεά που είχε κάνει ο Ίσακ ως αναγνώριση της απόδοσής του. Η υπόθεση αυτή έχει πλέον επηρεάσει την εικόνα της εταιρείας, για την οποία εδώ και χρόνια γίνεται λόγος ότι κάποια στιγμή θα επιχειρήσει είσοδο στο χρηματιστήριο.
Αφού ο Τζόναθαν κατέστη επίσημα ύποπτος τον Οκτώβριο του 2025, ο Ρουίθ μαζί με τους δύο άλλους εκτελεστές της διαθήκης έγραψαν σε ισπανική εφημερίδα ότι η δημόσια κριτική έχει οδηγήσει σε μια «παράλληλη καταδίκη που προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά». Υποστήριξαν την αθωότητα του Τζόναθαν, αναφέροντας ότι ο ίδιος «είναι απλώς ένα θύμα».
Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονη αναστάτωση στην Καταλονία. Για πολλούς κατοίκους, η Mango αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές επιχειρηματικές επιτυχίες της περιοχής. Το ενδιαφέρον για την υπόθεση είναι ιδιαίτερα έντονο και έχει τροφοδοτήσει πλήθος συζητήσεων και εικασιών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η πιο πρόσφατη εξέλιξη σημειώθηκε την προηγούμενη εβδομάδα, όταν ο δικαστής έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις πως ο θάνατος του Ίσακ «θα μπορούσε να μην ήταν τυχαίος» και ότι ενδέχεται να υπήρξε «ενεργή και προσχεδιασμένη εμπλοκή του γιου του».
Το δικαστικό έγγραφο αναφέρει στοιχεία όπως το πολυτελές SUV του Τζόναθαν, το οποίο φέρεται να τον μετέφερε στο σημείο όπου ο ίδιος και ο πατέρας του είχαν πραγματοποιήσει πεζοπορίες αρκετές φορές πριν από το περιστατικό, καθώς και το γεγονός ότι το κινητό του τηλέφωνο εξαφανίστηκε για ένα διήμερο ταξίδι στον Ισημερινό.
Ο δικαστής θα αποφασίσει αν ο Τζόναθαν θα παραπεμφθεί σε δίκη ή αν η υπόθεση θα αρχειοθετηθεί. Η El País ανέφερε ότι η νομική ομάδα του Τζόναθαν μελετά τον φάκελο της έρευνας 1.400 σελίδων και εξετάζει τα επόμενα βήματα.
Διαβάστε ακόμη
Πεπ Γκουαρντιόλα: Ο νόμος των 32 λεπτών πίσω από ένα προπονητικό φαινόμενο
Το «Made in China» γίνεται hot: Τα νέα brands που… στριμώχνουν Ζara, Starbucks, Nike
Ο νέος μεγάλος τζόγος εξαπλώνεται σαν τσουνάμι
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
