Μερικοί από τους ισχυρότερους διαχειριστές κεφαλαίων στον κόσμο κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, υποστηρίζοντας ότι οι αγορές εθελοτυφλούν μπροστά στον κίνδυνο μιας απότομης οικονομικής επιβράδυνσης.
Ενώ οι επενδυτές εστιάζουν σχεδόν αποκλειστικά στο «πληθωριστικό σοκ» από το πετρέλαιο των 110 δολαρίων, κολοσσοί όπως η JPMorgan, η Pimco και η Columbia Threadneedle προετοιμάζονται για το επόμενο στάδιο της κρίσης, δηλαδή το σοκ στην ανάπτυξη.
Μέχρι στιγμής, σύμφωνα με το Bloomberg, η αγορά των αμερικανικών κρατικών ομολόγων βιώνει τη χειρότερη μηνιαία υποχώρηση από τον Οκτώβριο του 2024. Οι αποδόσεις έχουν εκτιναχθεί, καθώς οι traders στοιχηματίζουν ότι η Federal Reserve θα αναγκαστεί να αυξήσει τα επιτόκια πριν το τέλος του έτους για να δαμάσει την ακρίβεια.
Ωστόσο, η Κέλσι Μπέρο της JPMorgan Asset Management εκτιμά ότι οι υψηλές αποδόσεις αποτελούν πλέον μια ελκυστική ευκαιρία αγοράς. «Κάθε μέρα που η σύρραξη συνεχίζεται, η αγορά έρχεται πιο κοντά στο να συνειδητοποιήσει τις αρνητικές συνέπειες για την ανάπτυξη. Αυτό τελικά θα οδηγήσει τις αποδόσεις των ομολόγων ξανά προς τα κάτω», σημειώνει.

Η αισιοδοξία για την ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας αρχίζει να φθίνει. Η Goldman Sachs ανέβασε την πιθανότητα ύφεσης στους επόμενους 12 μήνες στο 30%. Η Pimco βλέπει τις πιθανότητες ακόμη υψηλότερα, στο 33% (πάνω από μία στις τρεις).
Ο Ντάνιελ Ιβάσκιν, επικεφαλής επενδύσεων της Pimco (με υπό διαχείριση κεφάλαια άνω των 2 τρισ. δολαρίων), προειδοποιεί: «Αυτό που ξεκινά ως πληθωριστικό σοκ μπορεί γρήγορα να μεταλλαχθεί σε αναπτυξιακό σοκ. Βρισκόμαστε στο κατώφλι μιας σημαντικής αποδυνάμωσης της οικονομίας».
Η αμερικανική οικονομία βρισκόταν ήδη σε εύθραυστη κατάσταση πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στις 28 Φεβρουαρίου. Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο συνοδεύτηκε από νέους δασμούς που ανατάραξαν το παγκόσμιο εμπόριο, ενώ η αγορά εργασίας δείχνει σημάδια κόπωσης (92.000 απολύσεις τον Φεβρουάριο).
Σε αυτά προστίθενται το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ (η διακοπή των αποστολών πετρελαίου εκτίναξε τη βενζίνη σε επίπεδα ρεκόρ), το υψηλό κόστος δανεισμού (οι αποδόσεις των 30ετών ομολόγων «φλερτάρουν» με το 5%, δημιουργώντας προβλήματα στην αγορά ακινήτων και τις επιχειρήσεις) και η χρηματιστηριακή «βουτιά» (ισχυρή πτώση των μετοχών -ειδικά στον κλάδο της AI- που μειώνει τον πλούτο των καταναλωτών).
Ο Ρικ Ρίντερ της BlackRock, που επιβλέπει περισσότερα από 2 τρισ. δολάρια, παραμένει επιφυλακτικός αλλά έτοιμος για δράση. Αν και πιστεύει ότι η Fed θα έπρεπε να μειώσει τα επιτόκια για να αμβλύνει το πλήγμα, περιμένει να ξεκαθαρίσει το τοπίο τις επόμενες δύο εβδομάδες πριν προχωρήσει σε μεγάλες αγορές βραχυπρόθεσμων τίτλων χρέους.
Προς το παρόν, οι αγορές συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) αποκλείουν οποιαδήποτε μείωση επιτοκίων για το 2026, ενώ δίνουν 33% πιθανότητα για μια νέα αύξηση κατά 0,25% εντός του έτους. Αυτή η «αυστηρή» (hawkish) στάση της κεντρικής τράπεζας είναι που ανησυχεί τους ομολογιούχους, καθώς όσο περισσότερο η Fed πιέζει για σύσφιξη μέσα σε μια ενεργειακή κρίση, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η ζημιά στην αθροιστική ζήτηση και τόσο πιο βίαιη η μετέπειτα πτώση της οικονομίας.
Διαβάστε ακόμη
Μαστίχα Χίου: Προβλέψεις για παραγωγή άνω των 200 τόνων και αυξημένη τιμή 12%
Νέο φορολογικό νομοσχέδιο: Τι αλλάζει σε καταθέσεις, crypto και κύρια κατοικία
Fuel Pass: Μάχη με το χρόνο και τις τραπεζικές αργίες για επιδότηση πριν το Πάσχα
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.