Περισσότερο από μία δεκαετία μετά τη συμφωνία του Παρισιού για τον περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η ρύπανση που προέρχεται από την καθημερινή λειτουργία των κτηρίων — από τη θέρμανση και την ψύξη έως τον φωτισμό κατοικιών και γραφείων — συνεχίζει να αυξάνεται, καθώς η παγκόσμια κατασκευαστική έκρηξη υπερκαλύπτει τα οφέλη από την ενεργειακή αποδοτικότητα και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Σύμφωνα με την έκθεση Global Status Report for Buildings and Construction 2025-2026, που δημοσιεύθηκε από το United Nations Environment Programme και τη Global Alliance for Buildings and Construction, οι λειτουργικές εκπομπές των κτηρίων αυξήθηκαν κατά 1% το 2024, φτάνοντας τα 9,9 gigatons διοξειδίου του άνθρακα.
Από το 2015 μέχρι σήμερα, οι συγκεκριμένες εκπομπές έχουν αυξηθεί συνολικά κατά 6,5%, παρά τις μεγάλες επενδύσεις σε πιο «πράσινα» υλικά και τεχνολογίες εξοικονόμησης ενέργειας.
Η παγκόσμια οικοδομική έκρηξη ακυρώνει τα οφέλη
Ο διευθυντής του τμήματος κλιματικής αλλαγής του UNEP, Μάρτιν Κράουζε, σημειώνει πάντως ότι οι βελτιώσεις στην αποδοτικότητα έχουν επιβραδύνει την αύξηση των εκπομπών σε σχέση με τον ρυθμό ανάπτυξης των κατασκευών.
Όπως αναφέρει στην εισαγωγή της έκθεσης, η συνολική επιφάνεια κτηρίων παγκοσμίως αυξήθηκε ραγδαία την τελευταία δεκαετία, ενώ η ενεργειακή ζήτηση και οι εκπομπές αυξήθηκαν με σαφώς χαμηλότερο ρυθμό.
Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό αποδεικνύει ότι ο κατασκευαστικός κλάδος μπορεί να συνεχίσει να αναπτύσσεται μειώνοντας παράλληλα το περιβαλλοντικό του αποτύπωμα, εφόσον ευθυγραμμιστούν πολιτικές, αγορές και τεχνολογία.
Ωστόσο, η βασική πρόκληση για την παγκόσμια κλιματική πολιτική παραμένει: ο πλανήτης προσθέτει νέα κτήρια ταχύτερα απ’ ό,τι καταφέρνει να τα κάνει «καθαρά».
Απαιτούνται επενδύσεις τρισ. δολαρίων
Οι επενδύσεις στην ενεργειακή αποδοτικότητα των κτηρίων έφτασαν περίπου τα 275 δισ. δολάρια το 2024, αυξημένες κατά 38% σε σχέση με το 2015.
Παρά ταύτα, οι συντάκτες της έκθεσης εκτιμούν ότι θα απαιτηθούν επιπλέον σωρευτικές επενδύσεις ύψους 3,6 τρισ. δολαρίων έως το 2030 για να επιτευχθεί ο παγκόσμιος στόχος μηδενικών καθαρών εκπομπών.
Από το 2015, η συνολική επιφάνεια κτηρίων αυξήθηκε κατά 20%, ενώ η ενεργειακή ζήτηση ενισχύθηκε κατά 11%, κυρίως λόγω της ταχείας αστικοποίησης και της στεγαστικής ανάπτυξης σε χώρες όπως η Ινδία και κράτη της Νοτιοανατολικής Ασίας.
Την ίδια στιγμή, η κατανάλωση ενέργειας ανά τετραγωνικό μέτρο μειώθηκε κατά 8,5%.
Σύμφωνα με την έκθεση, χωρίς αυτές τις βελτιώσεις στην αποδοτικότητα, η ενεργειακή ζήτηση θα είχε αυξηθεί σχεδόν διπλάσια.
Παρά την πρόοδο, ο κλάδος εξακολουθεί να βρίσκεται «εκτός τροχιάς» σε σχέση με τον στόχο πλήρους απανθρακοποίησης έως το 2050.
Τσιμέντο, χάλυβας και αλουμίνιο επιβαρύνουν το κλίμα
Η έκθεση, που δημοσιεύεται πλέον για δέκατη χρονιά, αναδεικνύει και τη δυσκολία μείωσης των εκπομπών από τα ίδια τα δομικά υλικά.
Τα κτήρια παράγουν ρύπους όχι μόνο μέσω της λειτουργίας τους αλλά και μέσω των υλικών κατασκευής.
Το τσιμέντο, ο χάλυβας και το αλουμίνιο που χρησιμοποιούνται στα κτήρια αντιστοιχούσαν περίπου στο 9% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου το 2024, σύμφωνα με στοιχεία του International Energy Agency που περιλαμβάνονται στην έκθεση.
Οι εκπομπές αυτές παραμένουν εδώ και χρόνια κοντά στα 2,1 gigatons CO2, παρά την παγκόσμια ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Τα κτήρια αυξάνονται ταχύτερα από τις πράσινες λύσεις
Μόνο μέσα στο 2024, η παγκόσμια επιφάνεια κτηρίων αυξήθηκε κατά 1,7%, κάτι που αντιστοιχεί σε μια νέα αστική περιοχή περίπου τέσσερις φορές μεγαλύτερη από τη Νέα Υόρκη.
Τα οικιστικά κτήρια αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 75% της συνολικής επιφάνειας και περίπου το 70% της ενεργειακής ζήτησης των κτηρίων παγκοσμίως.
Οι κυβερνήσεις δέχονται ολοένα μεγαλύτερες πιέσεις να επεκτείνουν την προσφορά κατοικιών και να διατηρήσουν προσιτές τιμές, βελτιώνοντας ταυτόχρονα την ενεργειακή αποδοτικότητα και την ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική κρίση.
Την ίδια στιγμή, η διείσδυση καθαρής ενέργειας στα κτήρια κινείται πολύ πιο αργά από τους κλιματικούς στόχους.
Το ποσοστό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στα κτήρια αυξήθηκε μόλις κατά 4,7 ποσοστιαίες μονάδες από το 2015, δηλαδή μόλις στο ένα τέταρτο του απαιτούμενου ρυθμού για επίτευξη μηδενικών εκπομπών έως το 2050.
Η επιτόπια παραγωγή ενέργειας, όπως τα φωτοβολταϊκά στις στέγες, παραμένει σχεδόν στάσιμη στο 5%, κυρίως λόγω υψηλού αρχικού κόστους και κανονιστικών εμποδίων.
Κλιματισμός και κακός σχεδιασμός αυξάνουν το πρόβλημα
Η έκθεση εντοπίζει σημαντικά κενά στις κυβερνητικές πολιτικές.
Οι ενεργειακοί κανονισμοί καλύπτουν περίπου το 60% των νέων κατασκευών, ωστόσο λίγοι είναι ευθυγραμμισμένοι με στόχους net zero και ακόμη λιγότεροι εφαρμόζονται και ελέγχονται ουσιαστικά.
Στις αναδυόμενες οικονομίες, μεγάλο μέρος της αύξησης των εκπομπών συνδέεται με τη χρήση κλιματιστικών.
Το πρόβλημα αναμένεται να επιδεινωθεί, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου τα κτήρια κατασκευάζονται πρόχειρα ή εξαρτώνται από ορυκτά καύσιμα.
Ο ΟΗΕ προτείνει καλύτερο βιοκλιματικό σχεδιασμό από το στάδιο της κατασκευής, επισημαίνοντας ότι οι λύσεις παθητικής ψύξης αυξάνουν το κόστος μόνο κατά 3%-5%, ενώ προσφέρουν σημαντική εξοικονόμηση ενέργειας μακροπρόθεσμα.
Διαβάστε ακόμη
Εργαζόμενοι συνταξιούχοι: Τα νέα σενάρια για αυξήσεις και προσαυξήσεις στις συντάξεις
ΗΠΑ: Στα $2 δισ. ο…λογαριασμός για το «stop» στα υπεράκτια αιολικά (pics)
Η Meta μετατρέπει σε AI agents 7.000 εργαζόμενους και προχωρά σε 8.000 απολύσεις
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.