Ο Καναδάς πιέζει τη Lockheed Martin για μεγαλύτερο αποτύπωμα σε θέσεις εργασίας και βιομηχανική προστιθέμενη αξία, καθώς η κυβέρνηση πλησιάζει σε μια καθοριστική απόφαση για το μέλλον του στόλου μαχητικών αεροσκαφών της χώρας και το πρόγραμμα των F-35.

Η υπουργός Βιομηχανίας Μελανί Ζολί δήλωσε ότι βασικός στόχος της για το 2026 είναι η μεγιστοποίηση των οικονομικών οφελών από την απότομη αύξηση των αμυντικών δαπανών, καθώς ο Καναδάς δρομολογεί δεκάδες δισ. δολάρια σε εξοπλιστικά έργα, από την αγορά μαχητικών και υποβρυχίων έως την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής τεθωρακισμένων, δορυφόρων και άλλων συστημάτων.

Η κυβέρνηση επιδιώκει η νέα αμυντική βιομηχανική στρατηγική να δημιουργήσει περισσότερες θέσεις εργασίας στη μεταποίηση και την τεχνολογία, αντισταθμίζοντας απώλειες σε άλλους κλάδους και μειώνοντας την οικονομική εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Στο πλαίσιο αυτό, η Ζολί επιχειρεί να αξιοποιήσει τον ανταγωνισμό μεταξύ της Lockheed Martin και της σουηδικής Saab για την προμήθεια δεκάδων νέων μαχητικών.

Ο Καναδάς έχει δεσμευθεί από το 2023 να αγοράσει 88 F-35, όμως μέχρι σήμερα έχουν παραγγελθεί μόνο 16, ενώ ο πρωθυπουργός διέταξε επανεξέταση του υπόλοιπου προγράμματος μετά την άνοδο του κόστους στα περίπου 28 δισ. καναδικά δολάρια. Η Saab προτείνει ως εναλλακτική (ή συμπληρωματική) λύση το Gripen, με υπόσχεση γραμμής παραγωγής στο Κεμπέκ και χιλιάδες θέσεις εργασίας, εφόσον επιλεγεί και το GlobalEye ως αεροσκάφος επιτήρησης.

Η Ζολί αναμένεται να συναντήσει στελέχη της Lockheed τον Ιανουάριο, ζητώντας πιο ανταγωνιστική πρόταση σε όρους εγχώριας παραγωγής, συμμετοχής στην εφοδιαστική αλυσίδα, έρευνας-ανάπτυξης και πρόσβασης σε δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Η αμερικανική εταιρεία υποστηρίζει ότι σήμερα συμμετέχουν περίπου 30 καναδοί προμηθευτές στο πρόγραμμα F-35, με αναμενόμενη «βιομηχανική αξία» άνω των 15,5 δισ. δολαρίων, ποσό που, όπως τονίζει, θα μειωθεί αν ο Καναδάς παραγγείλει λιγότερα από 88 αεροσκάφη.

Η πιθανότητα υπαναχώρησης από τα F-35 συνεπάγεται πολιτικό κόστος, καθώς οι ΗΠΑ πιέζουν ανοιχτά υπέρ της διατήρησης του προγράμματος, επικαλούμενες τη διαλειτουργικότητα σε συμμαχίες όπως το NORAD και τα υφιστάμενα βιομηχανικά συμβόλαια. Την ίδια ώρα, αναλυτές υπενθυμίζουν ότι αξιολόγηση του 2021 βαθμολόγησε υψηλότερα το F-35 έναντι του Gripen.

Παράλληλα με το πρόγραμμα των μαχητικών, ο Καναδάς προετοιμάζεται για ακόμη μεγαλύτερη αύξηση αμυντικών δαπανών – από τα 62,7 δισ. δολάρια σήμερα προς τον στόχο του ΝΑΤΟ για 5% του ΑΕΠ έως το 2035 – ενώ έρχονται και άλλες κρίσιμες αποφάσεις προμηθειών, όπως ο διαγωνισμός για έως 12 νέα υποβρύχια. Η κυβέρνηση σχεδιάζει επίσης ενίσχυση κλάδων όπου υπάρχει ήδη τεχνογνωσία, όπως τα τεθωρακισμένα, τα διαστημικά συστήματα και οι θαλάσσιοι αισθητήρες, καθώς και την ανάπτυξη «ασφαλούς τεχνητής νοημοσύνης», με την Ζολί να αναφέρει χαρακτηριστικά την καναδική εταιρεία Cohere ως υποψήφιο «εθνικό πρωταθλητή».

Η τελική απόφαση για τα μαχητικά, όπως σημειώνει η υπουργός, θα ληφθεί μέσα στο 2026 από τον πρωθυπουργό, σε μια συγκυρία όπου η Οτάβα δηλώνει αποφασισμένη «να υπερασπιστεί τον αεροναυπηγικό της κλάδο και τη βιομηχανική της βάση».

Διαβάστε ακόμη

UniCredit: Aυξάνει την άμεση συμμετοχή της στην Alpha Bank σε περίπου 29,8%

Τι προβλέπουν 30 μεγάλοι οίκοι για τη Wall Street και την οικονομία το 2026

Αερομεταφορές μετά το μπλακάουτ: Ταλαιπωρία για επιβάτες – Οι κινήσεις των αεροπορικών εταιρειών

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα