Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Oι τεράστιες τράπεζες με ηγέτες τις HSBC Holdings Plc και JPMorgan Chase & Co. τώρα πια γνωρίζουν το κόστος που θα χρειαστεί να επωμιστούν έτσι ώστε το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα να μην υποστεί άλλη μία στιγμή Lehman.

Το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας το οποίο δημιουργήθηκε από τους G20 μετά την κρίση, δημοσίευσε το πλάνο του προς αντιμετώπιση των “too big to fail” τραπεζών. Οι πιο συστημικά σημαντικές τράπεζες πρέπει να έχουν μία συνολική δυνατότητα απορρόφησης ζημιών ισοδύναμη με τουλάχιστον 16% των σταθμισμένων στοιχείων του ενεργητικού τους το 2019, ενώ αυτό το ποσοστό πρέπει να ανέλθει σε 18% το 2022, σύμφωνα με το ΣΧΣ. Ένας αναγκαίος δείκτης μόχλευσης θα επιβληθεί, επίσης, από το 6% αρχικά, αυξανόμενος στο 6,75%.

Η πτώση που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες υπό το 18% αυτό διακυμαίνονται από 457 δισ. ευρώ στα 1,1 τρισ. ευρώ, ανάλογα με τα εργαλεία τα οποία χρησιμοποιούνται, σύμφωνα με το ΣΧΣ. Χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι τέσσερις μεγαλύτερες κινεζικές τράπεζες στη λίστα των 30, η έκταση αυτή μειώνεται από τα 107 δισ. στα 776 δισ. ευρώ.

Ο κυβερνήτης της BoG, Mark Carney, ο οποίος είναι και επικεφαλής του ΣΧΣ, παρουσίασε την απόφαση του υπολογισμού αυτού ως “Χαρακτηριστική στιγμή” στην εξασφάλιση πως οι μεγάλες τράπεζες και η τυχόν αποτυχία τους δεν θα επηρεάσουν την παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Παρόλα αυτά το ΣΧΣ προειδοποίησε πως αναμένεται ακόμη να γίνουν περαιτέρω εργασίες σε ένα εύρος προβλημάτων πριν επιτευχθεί αυτός ο στόχος.

Οι κανόνες του ΣΧΣ αναφέρουν πως μέσω του “bail in” των ομολόγων, οι ρυθμιστές θα σιγουρεύουν πως δεν θα χαθούν χρήματα του κοινού, ενώ η τράπεζα θα συνεχίσει να λειτουργεί. Τα εκατοντάδες δισεκατομμυρίων που χρησιμοποίησαν οι κυβερνήσεις για να διασώσουν τις τράπεζες στην κρίση του 2008 χρησιμοποιήθηκαν για να διασώσουν τους senior bondholders, των οποίων τα δικαιώματα ήταν τα ίδια με τους καταθέτες. Η κατάσταση αυτή έφερε τις κυβερνήσεις αντιμέτωπες με το ρίσκο της κατάρρευσης της τράπεζας εάν δεν διασώζονταν.

Ο Carney ανέφερε πως “θα χρειαστούν αρκετά χρόνια” για τις τράπεζες έτσι ώστε να “αναδιοργανώσουν την κεφαλαιακή διάρθρωσή τους και τα μοντέλα επιχειρηματικότητάς τους”.

Τα κόστη των τραπεζών για τα μίνιμουμ προαπαιτούμενα “σημαίνουν αύξηση των επιτοκίων δανεισμού για τον μέσο δανειολήπτη, τα οποία κυμαίνονται από 2,2 μέχρι 3,2 πόντους βάσεως, ενώ το μέσο μακροπρόθεσμο ετήσιο κόστος υπολογίζεται σε 2 με 2,8 πόντους βάσης του ΑΕΠ”, σύμφωνα με την ρυθμιστική αρχή.