Ο OPEC+ επέλεξε να μην αλλάξει πορεία και να κρατήσει αμετάβλητο το πλάνο του για «φρένο» στις αυξήσεις της παραγωγής κατά το πρώτο τρίμηνο, σε μια συγκυρία όπου οι διεθνείς αγορές εμφανίζουν σημάδια υπερπροσφοράς και η συμμαχία αναμένει να αποσαφηνιστεί αν η αιφνιδιαστική σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στις ροές πετρελαίου.
Τα βασικά μέλη του σχήματος, με αιχμή τη Σαουδική Αραβία και τη Ρωσία, συμφώνησαν την Κυριακή να διατηρήσουν αμετάβλητα τα επίπεδα άντλησης έως το τέλος Μαρτίου, επιβεβαιώνοντας εκ νέου την απόφαση που είχε ληφθεί ήδη από τον Νοέμβριο για αναστολή του ρυθμού αυξήσεων που είχε καταγραφεί το προηγούμενο έτος. Εκπρόσωποι της συμμαχίας ανέφεραν ότι, στη σύντομη τηλεδιάσκεψη διάρκειας περίπου δέκα λεπτών, δεν τέθηκε στο τραπέζι το ζήτημα της Βενεζουέλας και ότι είναι πρόωρο να εξαχθούν συμπεράσματα για το πώς θα αντιδράσει ο OPEC+ στην εξελισσόμενη κατάσταση.
Ο Οργανισμός Πετρελαιοπαραγωγών Χωρών και οι σύμμαχοί του βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα σύνθετο περιβάλλον, καθώς οι τιμές του αργού κινούνται κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων τεσσάρων ετών και πληθαίνουν οι προβλέψεις ότι ο συνδυασμός άφθονης προσφοράς και ασθενούς ζήτησης μπορεί να οδηγήσει σε ιστορικά υψηλή υπερπροσφορά. Η αιφνίδια γεωπολιτική αναταραχή στη Βενεζουέλα, χώρα-μέλος του Οργανισμού, προστίθεται σε μια αλυσίδα πιέσεων που εκτείνεται από τη Ρωσία έως την Υεμένη και θολώνει περαιτέρω τις προοπτικές της αγοράς.
«Σε ένα τόσο εύθραυστο περιβάλλον, ο OPEC+ προτιμά τη στάση αναμονής, διατηρώντας ευελιξία αντί να εισάγει νέα αβεβαιότητα σε μια ήδη ταραγμένη αγορά», σχολίασε ο Χόρχε Λεόν, αναλυτής της συμβουλευτικής εταιρείας Rystad Energy AS. Όπως πρόσθεσε, «η πολιτική μετάβαση στη Βενεζουέλα προσθέτει ένα ακόμη, κρίσιμο επίπεδο αβεβαιότητας».
Παρότι ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες σκοπεύουν να επενδύσουν δισεκατομμύρια δολάρια για την αποκατάσταση της αποδυναμωμένης ενεργειακής υποδομής της Βενεζουέλας μετά τη σύλληψη του Μαδούρο, οι αναλυτές της αγοράς ενέργειας δεν αναμένουν άμεση και ουσιαστική αύξηση των εξαγωγών της χώρας. Ο Τραμπ ξεκαθάρισε, άλλωστε, ότι οι κυρώσεις στο βενεζουελάνικο αργό θα παραμείνουν σε ισχύ.
Το Καράκας μπορεί να διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως, ωστόσο δεκαετίες υποεπένδυσης, κακής διαχείρισης και διεθνούς απομόνωσης έχουν περιορίσει δραστικά τη δυναμική του κλάδου.
Σήμερα, η Βενεζουέλα παράγει περίπου 800.000 βαρέλια ημερησίως, δηλαδή σχεδόν το ένα τρίτο της παραγωγής της πριν από δέκα χρόνια και λιγότερο από το 1% της παγκόσμιας προσφοράς. Οι πρόσφατες κατασχέσεις και η καταδίωξη δεξαμενόπλοιων από τις ΗΠΑ, στο πλαίσιο της πίεσης προς το καθεστώς Μαδούρο, συνέβαλαν σε πτώση της παραγωγής στην κομβική περιοχή του Ορινόκο κατά περίπου 25%.
Η άρση των κυρώσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση κατά 150.000 βαρέλια την ημέρα μέσα σε λίγους μήνες, όμως η επιστροφή στα επίπεδα των 2 εκατ. βαρελιών ημερησίως ή υψηλότερα θα απαιτούσε, σύμφωνα με συμβούλους της Kpler, «βαθιές μεταρρυθμίσεις» και σημαντικές επενδύσεις από διεθνείς πετρελαϊκούς ομίλους.
Την ίδια στιγμή, και άλλες γεωπολιτικές εστίες έντασης που αφορούν χώρες του OPEC+ παραμένουν ενεργές. Οι σχέσεις μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, δύο βαρέων «παικτών» της συμμαχίας στη Μέση Ανατολή, δοκιμάζονται από τη στήριξή τους σε αντίπαλες πλευρές στον πόλεμο της Υεμένης, με πρόσφατα αεροπορικά πλήγματα συμμαχίας υπό το Ριάντ εναντίον ομάδας που στηρίζεται από τα ΗΑΕ.
Παράλληλα, η Ουάσινγκτον έχει επιβάλει κυρώσεις σε κορυφαίους Ρώσους παραγωγούς μετά την εισβολή στην Ουκρανία, εξέλιξη που επηρεάζει έμμεσα και τις ροές από το Καζακστάν. Την Παρασκευή, ο Τραμπ δήλωσε επίσης ότι προτίθεται να «σώσει» τους διαδηλωτές στο Ιράν, όπου οι κινητοποιήσεις εντάθηκαν μετά την κατάρρευση του τοπικού νομίσματος.
Παρά τα παραπάνω, η παγκόσμια αγορά παραμένει προς το παρόν επαρκώς εφοδιασμένη. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εκτιμά ότι το 2026 θα καταγραφεί ιστορικό πλεόνασμα, καθώς η παραγωγή αυξάνεται τόσο από τον OPEC+ όσο και από ανταγωνιστές του, ενώ η ζήτηση επιβραδύνεται. Αντίστοιχα, η Trafigura προειδοποιεί για κίνδυνο «υπερπροσφοράς».
Τα συμβόλαια Brent έκλεισαν την Παρασκευή λίγο κάτω από τα 61 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας πτώση 18% την περασμένη χρονιά, τη μεγαλύτερη από το 2020. Η παραγωγή σε ΗΠΑ, Γουιάνα, Βραζιλία και Καναδά συνεχίζει να αυξάνεται, ενώ η ζήτηση σε μεγάλες αγορές όπως η Κίνα εμφανίζει κόπωση.
Τον Απρίλιο, το Ριάντ και οι εταίροι του αιφνιδίασαν την αγορά, επαναφέροντας γρήγορα μέρος της παραγωγής που είχε «παγώσει» από το 2023, με στόχο –σύμφωνα με πηγές– την ανάκτηση μεριδίου αγοράς από ανταγωνιστές, όπως οι αμερικανικές εταιρείες σχιστολιθικού πετρελαίου.
Πριν από τη νέα παύση, ο OPEC+ είχε συμφωνήσει να αποκαταστήσει περίπου τα δύο τρίτα των 3,85 εκατ. βαρελιών ημερησίως που είχαν περικοπεί από το 2023, αφήνοντας σε εκκρεμότητα περίπου 1,2 εκατ. βαρέλια την ημέρα. Στην πράξη, όμως, οι πραγματικοί όγκοι ήταν χαμηλότεροι, καθώς ορισμένες χώρες δυσκολεύονται να αυξήσουν την παραγωγή τους, ενώ άλλες συμψηφίζουν προηγούμενη υπερπαραγωγή.
Τα οκτώ μέλη του OPEC+ που συμμετέχουν στη διαδικασία επαναφοράς της παραγωγής αναμένεται να πραγματοποιήσουν νέα μηνιαία τηλεδιάσκεψη την 1η Φεβρουαρίου.
Διαβάστε ακόμη
«Εμείς θέτουμε τους όρους»: Πώς οι ΗΠΑ ανέτρεψαν τον Μαδούρο και αναλαμβάνουν τη Βενεζουέλα
H γενιά των Singles: Γιατί οι εργένηδες γύρω μας είναι περισσότεροι από ποτέ
Τρένο αντί αεροπλάνου: Οι συνδέσεις του 2026 αλλάζουν τις μετακινήσεις στην Ευρώπη
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.