Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η διαδρομή προς τις προεδρικές εκλογές του 2028 ξεκινά για τους Ρεπουμπλικανούς με ένα παράδοξο: ο πρόεδρος που συνδέεται με τη βαριά εκλογική τους ήττα εξακολουθεί να κρατά τα κλειδιά της επόμενης ημέρας. Σύμφωνα με άρθρο του  Bloomberg, η απώλεια της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας μετά τις ενδιάμεσες εκλογές αποδυναμώνει την παράταξη στο Κογκρέσο, χωρίς να προεξοφλεί αντίστοιχη υποχώρηση της επιρροής του Ντόναλντ Τραμπ στο εσωτερικό της.

Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν το κόμμα μπορεί να οικοδομήσει μια πλειοψηφική συμμαχία πέρα από την προσωπική απήχηση του προέδρου. Μια τέτοια προσπάθεια προϋποθέτει ειλικρινή αποτίμηση της αποτυχίας και εγκατάλειψη επιλογών του Λευκού Οίκου που απομάκρυναν ψηφοφόρους. Ωστόσο, τα κίνητρα όσων διατήρησαν τις θέσεις τους ενδέχεται να οδηγούν στην αντίθετη κατεύθυνση: μεγαλύτερη προσήλωση στον Τραμπ και σκληρότερη αντιπαράθεση με τη νέα Δημοκρατική πλειοψηφία.

Οι κάλπες αλλάζουν τον πολιτικό χάρτη

Η έκταση των απωλειών υπερβαίνει μια συνηθισμένη εκλογική διόρθωση εις βάρος του κυβερνώντος κόμματος. Οι ανατροπές στις αναμετρήσεις για τη Γερουσία σε Άιοβα, Κάνσας, Οχάιο, Νότια Καρολίνα και Τέξας πλήττουν περιοχές που επί χρόνια θεωρούνταν ασφαλή Ρεπουμπλικανικά ερείσματα. Μαζί χάνονται περιφέρειες και αξιώματα στα οποία η παράταξη είχε συνηθίσει να επικρατεί με διψήφιες διαφορές.

Στο Κάνσας, η απώλεια μιας έδρας στη Γερουσία διακόπτει μια κυριαρχία σχεδόν ενός αιώνα. Στο Μισισίπι, οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται κοντά στην κατάκτηση αντίστοιχης έδρας για πρώτη φορά από το 1982. Το εύρος της αποδοκιμασίας παραπέμπει στο 1974 και στον απόηχο του Γουότεργκεϊτ, όταν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα δέχθηκε εξαιρετικά ισχυρό πλήγμα.

Αυτή η μετατόπιση επιβάλλει επανεξέταση της καθιερωμένης διάκρισης ανάμεσα σε «κόκκινες» και «μπλε» πολιτείες. Παράλληλα, η επικράτηση των Δημοκρατικών δεν συνιστά κατ’ ανάγκην ενθουσιώδη αποδοχή του δικού τους προγράμματος. Οι ψηφοφόροι τούς παρέδωσαν τον έλεγχο του Κογκρέσου, παρότι η εικόνα τους παραμένει περιορισμένης απήχησης, χρησιμοποιώντας την κάλπη πρωτίστως ως μέσο αποδοκιμασίας της προεδρικής πολιτικής.

Η βάση MAGA κρατά τον Τραμπ στο επίκεντρο

Η εκλογική συρρίκνωση, όμως, μπορεί να δυσκολέψει την εσωκομματική ανασύνταξη. Στελέχη που θα μπορούσαν να απαιτήσουν αλλαγή πορείας βρέθηκαν εκτός, ακόμη και σε παραδοσιακά Ρεπουμπλικανικές περιοχές. Αντίθετα, αρκετοί από όσους επέζησαν πολιτικά στηρίχθηκαν είτε σε ευνοϊκά σχεδιασμένες εκλογικές περιφέρειες είτε στην αφοσίωση των ψηφοφόρων τους στον πρόεδρο, είτε και στους δύο παράγοντες.

Για αυτούς τους αιρετούς, η αποστασιοποίηση από τον Λευκό Οίκο δεν αποτελεί αυτονόητη επιλογή. Η υπεράσπιση του Τραμπ απέναντι στις πρωτοβουλίες των Δημοκρατικών μπορεί να προσφέρει ασφαλέστερο πολιτικό καταφύγιο από μια σύγκρουση με τη βάση MAGA. Έτσι, η κοινοβουλευτική μειοψηφία ενδέχεται να παραμείνει προσανατολισμένη στις προεδρικές κατευθύνσεις, παρά το σαφές μήνυμα των εκλογών.

Ανάλογο δίλημμα αντιμετωπίζουν οι επίδοξοι υποψήφιοι του 2028. Η εκτίμηση ότι ο Τζέι Ντι Βανς θα υποχρεωθεί να εγκαταλείψει τις προεδρικές φιλοδοξίες του ή ότι άλλα κυβερνητικά στελέχη θα αποκλειστούν πολιτικά παραμένει πρόωρη. Όποιος διεκδικήσει το Ρεπουμπλικανικό χρίσμα δύσκολα θα αγνοήσει το πιστό ακροατήριο του προέδρου.

Ο ίδιος ο Τραμπ έχει δείξει επανειλημμένα ότι αντιμετωπίζει τις αποτυχίες αρνούμενος την προσωπική ευθύνη. Μετά τις κάλπες υποστήριξε ότι, εάν συμμετείχε ο ίδιος στην αναμέτρηση, το αποτέλεσμα θα ήταν σαρωτικά νικηφόρο. Η στάση αυτή εξακολουθεί να συγκινεί συντηρητικούς ψηφοφόρους, οι οποίοι αναγνωρίζουν στο πρόσωπό του έναν μαχητικό ηγέτη.

Η δοκιμασία της νέας Δημοκρατικής πλειοψηφίας

Η προσδοκία μιας Ρεπουμπλικανικής επιστροφής στηρίζεται και στην πιθανότητα λαθών των νικητών. Η αμερικανική πολιτική έχει επανειλημμένα δείξει ότι μια εκλογική επιτυχία μπορεί να εκληφθεί ως ευρύτερη εξουσιοδότηση από εκείνη που πραγματικά δόθηκε. Οι Δημοκρατικοί κινδυνεύουν να επαναλάβουν αυτό το σφάλμα, εάν θεωρήσουν ότι διαθέτουν ανεπιφύλακτη κοινωνική υποστήριξη.

Μετά τις νίκες του 2006 και του 2008, ακολούθησε το Ρεπουμπλικανικό κύμα του 2010, με κέρδη 63 εδρών στη Βουλή και επτά στη Γερουσία. Αντίστοιχα, στην πρώτη θητεία Τραμπ, οι Ρεπουμπλικανοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με την ανατροπή 41 εδρών της Βουλής στις ενδιάμεσες εκλογές του 2018.

Εάν το νέο Κογκρέσο δώσει από τον Ιανουάριο προτεραιότητα στην παραπομπή του Τραμπ και στις συγκρούσεις γύρω από ζητήματα πολιτισμικής ταυτότητας, η απογοήτευση μπορεί να εμφανιστεί γρήγορα. Αυτό θα προσέφερε στην αντιπολίτευση περιθώριο ανάκαμψης. Δεν απαλλάσσει, ωστόσο, τους Ρεπουμπλικανούς από την ανάγκη να αναμετρηθούν με τις αιτίες της δικής τους κατάρρευσης.

Μέχρι στιγμής, σύμφωνα πάντα με το  Bloomberg, η προεδρική στάση δεν υποδηλώνει διάθεση ουσιαστικής αναθεώρησης. Εφόσον οι εκλεγμένοι Ρεπουμπλικανοί συνεχίσουν να ακολουθούν τον Τραμπ, η ανασύνταξη θα παραμένει ζητούμενο. Και η αναγκαία αυτοκριτική ίσως μετατεθεί ξανά, μέχρι μια επόμενη εκλογική ήττα να καταστήσει το κόστος της ακινησίας ακόμη μεγαλύτερο.