Οι ρωσικές επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με τις δυσμενέστερες συνθήκες από τους πρώτους μήνες του πολέμου στην Ουκρανία, καθώς οι αλλεπάλληλες επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις αυξάνουν το κόστος καυσίμων και μεταφορών και επιβαρύνουν μια οικονομία που ήδη εμφανίζει ασθενικούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Η επιδείνωση του οικονομικού περιβάλλοντος φέρνει την κεντρική τράπεζα της Ρωσίας μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: είτε να προχωρήσει σε μια συμβολική μείωση του βασικού επιτοκίου κατά 25 μονάδες βάσης, είτε να το διατηρήσει αμετάβλητο στο 14,25%, διακόπτοντας για πρώτη φορά τον κύκλο χαλάρωσης που ξεκίνησε τον Ιούνιο του προηγούμενου έτους.
Οι οικονομολόγοι εμφανίζονται διχασμένοι μεταξύ των δύο σεναρίων. Η απόφαση αναμένεται να ανακοινωθεί εντός της ημέρας, ενώ η διοικήτρια της κεντρικής τράπεζας, Ελβίρα Ναμπιούλινα, θα παραχωρήσει ενημέρωση μιάμιση ώρα αργότερα.
Απότομη επιτάχυνση του πληθωρισμού
Οι πληθωριστικές πιέσεις εντάθηκαν απότομα τις τελευταίες εβδομάδες. Ο τρέχων πληθωρισμός, προσαρμοσμένος για τις εποχικές διακυμάνσεις, εκτινάχθηκε σε ετησιοποιημένη βάση στο 10,6% τον Ιούνιο, από μόλις 2% έναν μήνα νωρίτερα.
Η επιτάχυνση αποδίδεται κυρίως στην απότομη αύξηση των τιμών των καυσίμων, μετά τα κύματα ουκρανικών επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον διυλιστηρίων σε ολόκληρη τη Ρωσία.
Οι τιμές της βενζίνης αυξήθηκαν κατά 20% τον Ιούνιο σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Τα εβδομαδιαία στοιχεία για τον πληθωρισμό δείχνουν πλέον ότι οι επιχειρήσεις αρχίζουν σταδιακά να μετακυλίουν το υψηλότερο κόστος των καυσίμων στους καταναλωτές.
Ο υποδιοικητής της κεντρικής τράπεζας, Αλεξέι Ζαμπότκιν, προειδοποίησε ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής «δεν μπορούν να κλείσουν τα μάτια» απέναντι στην κρίση των καυσίμων, ακόμη και αν αναμένουν ότι τα κυβερνητικά μέτρα θα σταθεροποιήσουν την αγορά.
Η βασική ανησυχία είναι ότι η αύξηση του ενεργειακού κόστους θα περάσει στις τιμές άλλων αγαθών και υπηρεσιών, τόσο μέσω των ακριβότερων μεταφορών όσο και μέσω των ελλείψεων που περιορίζουν την παραγωγική δυναμικότητα.
Στο χαμηλότερο επίπεδο 20ετίας η διύλιση
Το Κίεβο πραγματοποιεί σχεδόν καθημερινά επιθέσεις σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις, με τις οικονομικές συνέπειες να είναι ήδη εμφανείς.
Οι ρυθμοί επεξεργασίας πετρελαίου στη Ρωσία κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου υποχώρησαν στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων περισσότερων από 20 ετών.
Οι ζημιές στα διυλιστήρια έχουν επηρεάσει το χονδρικό εμπόριο και τις εμπορευματικές μεταφορές, ενώ η κεντρική τράπεζα προειδοποίησε ότι η επιχειρηματική δραστηριότητα ενδέχεται να παραμείνει υποτονική τους επόμενους μήνες.
Η κυβέρνηση και οι περιφερειακές αρχές υποστηρίζουν ότι η κατάσταση στην αγορά καυσίμων αρχίζει να βελτιώνεται. Ωστόσο, η Ναμπιούλινα είχε τονίσει μετά την προηγούμενη συνεδρίαση ότι η τράπεζα παρακολουθεί στενά κατά πόσο τα προβλήματα στον ενεργειακό τομέα ενισχύουν τις πληθωριστικές προσδοκίες.
Οι ανησυχίες αυτές ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που η κεντρική τράπεζα περιόρισε στην προηγούμενη συνεδρίαση τη μείωση του επιτοκίου στις 25 μονάδες βάσης.
Έκτοτε, οι πληθωριστικές προσδοκίες των νοικοκυριών αυξήθηκαν στο 14,7% τον Ιούλιο, στο υψηλότερο επίπεδο από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.
Πιθανή παύση στις μειώσεις επιτοκίων
Οι αυξήσεις επιτοκίων δεν μπορούν να αποκαταστήσουν τα κατεστραμμένα διυλιστήρια ούτε να αυξήσουν την παραγωγή καυσίμων. Ωστόσο, η κεντρική τράπεζα είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει τις πληθωριστικές συνέπειες της ενεργειακής κρίσης.
Το βασικό σενάριο προβλέπει ότι η τράπεζα θα διατηρήσει αμετάβλητο το επιτόκιο, θα αναθεωρήσει αισθητά προς τα πάνω την προβλεπόμενη πορεία του και θα προειδοποιήσει ότι νέες αυξήσεις δεν μπορούν να αποκλειστούν, εφόσον το σοκ στα καύσιμα εξαπλωθεί στο σύνολο της οικονομίας.
Μια τέτοια εξέλιξη θα σήμαινε ότι η νομισματική πολιτική θα παραμείνει περιοριστική για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, διατηρώντας το κόστος δανεισμού σε επίπεδα ιδιαίτερα επιβαρυντικά για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Πίεση και στον κρατικό προϋπολογισμό
Η κρίση δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες και στη δημοσιονομική πολιτική. Τα υψηλότερα επιτόκια αυξάνουν το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, ενώ ο ταχύτερος πληθωρισμός ενισχύει τις πιέσεις στις κρατικές δαπάνες.
Για το υπουργείο Οικονομικών, η ήδη δύσκολη κατάρτιση του τριετούς προϋπολογισμού γίνεται ακόμη πιο σύνθετη, καθώς οι στρατιωτικές προμήθειες επιταχύνονται και οι δημόσιες δαπάνες κινούνται ταχύτερα από τους αρχικούς σχεδιασμούς της κυβέρνησης.
Φόβοι για «φθινοπωρινές πτωχεύσεις»
Ο δείκτης επιχειρηματικού κλίματος της κεντρικής τράπεζας πέρασε σε αρνητικό έδαφος και υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2022, αντανακλώντας την επιβάρυνση από το κόστος των καυσίμων και τη γενικότερη αβεβαιότητα.
Ο Αλεξάντερ Σόχιν, επικεφαλής της μεγαλύτερης επιχειρηματικής ένωσης της Ρωσίας, προειδοποίησε ότι η διατήρηση του βασικού επιτοκίου αμετάβλητου ενδέχεται να προκαλέσει «πτωχεύσεις το φθινόπωρο».
Οι υψηλές χρηματοδοτικές δαπάνες πλήττουν ιδιαίτερα τις υπερχρεωμένες επιχειρήσεις και τις μικρότερες εταιρείες, οι οποίες δυσκολεύονται να αναχρηματοδοτήσουν τις υποχρεώσεις τους ή να εξασφαλίσουν κεφάλαια κίνησης.
Πιέσεις σε μετοχές και ομόλογα
Η επιδείνωση των οικονομικών προοπτικών έχει μεταφερθεί και στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Ο βασικός δείκτης MOEX Russia υποχώρησε νωρίτερα μέσα στον μήνα στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Οκτώβριο του 2022, ενώ το υπουργείο Οικονομικών ανέστειλε τις δημοπρασίες κρατικών ομολόγων για πρώτη φορά από το 2022, λόγω της έντονης πτώσης στην εγχώρια αγορά χρέους.
Η αυξανόμενη πιθανότητα τερματισμού του κύκλου μείωσης των επιτοκίων επιβαρύνει κυρίως τα μακροπρόθεσμα κρατικά ομόλογα και τις μετοχές. Παράλληλα, ενισχύονται οι φόβοι ότι η κεντρική τράπεζα μπορεί να αναγκαστεί να επιστρέψει σε αυξήσεις επιτοκίων, εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις διευρυνθούν.
Οι επιθέσεις επεκτείνονται πέρα από την ενέργεια
Η Ουκρανία έχει διευρύνει τις επιθέσεις της πέρα από τις ενεργειακές και βιομηχανικές υποδομές της Ρωσίας, ως απάντηση στους ρωσικούς βομβαρδισμούς.
Ουκρανικά drones προκάλεσαν το Σαββατοκύριακο πυρκαγιά σε αποθήκες της Wildberries, της μεγαλύτερης διαδικτυακής πλατφόρμας λιανικής πώλησης της Ρωσίας, προκαλώντας ζημιές δισεκατομμυρίων ρουβλίων και απειλώντας τη λειτουργία εκατοντάδων μικρών επιχειρήσεων.
Μια παρατεταμένη εκστρατεία κατά των υποδομών λιανικού εμπορίου θα μπορούσε να περιορίσει περαιτέρω την παραγωγικότητα, να προκαλέσει προβλήματα στις αλυσίδες εφοδιασμού και να οδηγήσει σε νέες ανατιμήσεις για τους καταναλωτές.
Προσδοκίες επιστροφής στην ανάπτυξη
Παρά τις πιέσεις, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής εκτιμούν ότι η ρωσική οικονομία θα επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης στο δεύτερο τρίμηνο, έπειτα από συρρίκνωση κατά τους προηγούμενους τρεις μήνες.
Η αύξηση των κρατικών δαπανών και η ανθεκτική κατανάλωση εξακολουθούν να στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα, ενώ οι μισθοί συνεχίζουν να αυξάνονται.
Ωστόσο, ο κίνδυνος δευτερογενών επιπτώσεων από την άνοδο των τιμών των καυσίμων, σε συνδυασμό με τη διατήρηση της ζήτησης σε υψηλά επίπεδα, θεωρείται μεγαλύτερος από τις ανησυχίες για τη χαμηλή ανάπτυξη και τη ραγδαία επιδείνωση του επιχειρηματικού κλίματος.
Για τον λόγο αυτό, το πιθανότερο σενάριο είναι η κεντρική τράπεζα να διατηρήσει αμετάβλητο το βασικό επιτόκιο, παρατείνοντας την περίοδο υψηλού κόστους δανεισμού για τη ρωσική οικονομία.
Διαβάστε ακόμη
Χρυσή αγορά για τις τράπεζες τα νέα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης
Νέα «γέφυρα» Πειραιά–Σαγκάης για επενδύσεις, ναυτιλία και εμπόριο
Mικρές καθημερινές συνήθειες που δείχνουν έλλειψη σεβασμού προς τους άλλους
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
