Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Για δεκαετίες, η εικόνα του αρχετυπικού γερμανικού νοικοκυριού είναι μία, λιτού στοικισμού, όσον αφορά την γενική φαντασία. Αυτό το στερεότυπο έχει υποστηριχθεί και από την Άνγκελα Μέρκελ.

Αυτό μπορεί να αλλάζει. Το μεταπολεμικό γερμανικό οικονομικό θαύμα μετά από τον Β’ ΠΠ – το Wirtschaftswunder-, το οποίο τροφοδοτούνταν σε μεγάλο μέρος από την αποτυχία της ικανότητας των εργαζομένων να μπορέσουν να ανταπεξέρχονται με τις αυξήσεις της παραγωγής, τώρα αλλάζει πολύ. Με την ανεργία στη χώρα να βρίσκεται σε χαμηλά ρεκόρ και τους μισθούς να αυξάνονται, οι αναλυτές αναμένουν πως η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης θα περάσει από τις εξαγωγές, στα καταναλωτικά έξοδα.

Ο Hans-Werner Sinn, πρόεδρος του γερμανικού ινστιτούτου Ifo ανέφερε πως “Η ιδιωτική κατανάλωση παραμένει μία από τις κολόνες της οικονομικής ανάπτυξης του 2016 επειδή το οικονομικό μέλλον των νοικοκυριών θα παραμείνει καλό, λόγω της επιπλέον βελτιωμένης κατάστασης στην αγορά εργασίας.

Αλλά δεν έχουν πειστεί όλοι πως αυτό σημαίνει και μία αλλαγή από τις μερκαντιλιστικές πολιτικές του παρελθόντος.

Αν και η Γερμανία είναι μία πολύ δυνατή οικονομία εδώ και χρόνια, στο τέλος της δεκαετίας του ’90 και τις αρχές της δεκαετίας του ’00, η χώρα έφερε τον τίτλο του ασθενή της Ευρώπης. Η ανάπτυξη βρισκόταν στο 1,2% μεταξύ του 1998 και του 2005 ενώ η ανεργία βρισκόταν πολύ υψηλότερα.

Στο παρασκήνιο, οι μεγάλες αλλαγές είχαν ήδη ξεκινήσει. Τη δεκαετία του ’80, ένας συνδυασμός δυναμικών συνδικάτων εργαζομένων και περιορισμού της αγοράς εργασίας βοηθούσαν στην παραμονή των μισθών σε υψηλά επίπεδα, ενώ η ανεργία βρισκόταν στο 8%. Αυτό σήμαινε πως η βιομηχανία της Δ. Γερμανίας γινόταν λιγότερο ανταγωνιστική.

Όλα αυτά άρχισαν να αλλάζουν τη δεκαετία του ’90 με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την επανένωση Δυτικής και Ανατολικής Γερμανίας.

Αν και όλο αυτό οδήγησε σε μία εποχή οδυνηρού επαναπροσδιορισμού, από το 1993-2003 η Δ. Γερμανία ξόδεψε 900 δισ. ευρώ, ήταν επίσης και η απαρχή μίας επανόδου της ανταγωνιστικότητας η οποία θα συνέχιζε για δύο δεκαετίες.

Παρόλη την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, η ανεργία παρέμενε σε υψηλά επίπεδα στη Γερμανία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90. Για την αντιμετώπιση αυτής της πραγματικότητας, συνδικάτα και εργοδότες συμφώνησαν για μία πολιτική μετριασμένων μισθών. Σε συνδυασμό με μεταρρυθμίσεις το 2002 και το 2004 για την επανένταξη των ανέργων στο εργατικό δυναμικό, η συμφωνία έδωσε τη δυνατότητα στην γερμανική βιομηχανία να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της και να προσφέρει θέσεις εργασίας.

Όπως με όλες τις βαθιές μεταρρυθμίσεις, τα αποτελέσματα άργησαν να φανούν. Φάνηκαν, όμως, μετά την οικονομική κρίση και την κρίση της ευρωζώνης, όταν η Γερμανική ανταγωνιστικότητας η οποία βελτιωνόταν για μία δεκαετία επέτρεψε στη χώρα να βρεθεί σε πολύ καλό σημείο. Η ανεργία αυτή τη στιγμή στη Γερμανία βρίσκεται στο 4,5%. Οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονται με βήμα ταχύ.

Το εάν ο Γερμανός καταναλωτής μπορεί να παραμείνει ο κινητήριος μοχλός της τοπικής ανάπτυξης βασίζεται στο εάν θα υπάρχει αύξηση στην καταναλωτική ζήτηση που θα ωθήσουν τις επιχειρήσεις στο να αυξήσουν τις επενδύσεις, παρόλο που οι γερμανικές εταιρίες έχουν μειώσει τις επενδύσεις. Εάν αυτή η στρατηγική αποφυγής ρίσκου συνεχιστεί, τότε το όνειρο της βιώσιμης εξισορρόπησης στην ευρωζώνη μπορεί να μην επιβιώσει του χειμώνα.