Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Το κόστος ζωής, οι δασμοί και ο πόλεμος στο Ιράν μετατρέπονται σε δοκιμασίες για την επόμενη διετία της αμερικανικής προεδρίας. Η επικράτηση των Δημοκρατικών και στα δύο σώματα του Κογκρέσου περιορίζει την πολιτική άνεση του Ντόναλντ Τραμπ, χωρίς να εξαφανίζει τα εργαλεία εξουσίας που διαθέτει. Σύμφωνα με το Bloomberg, το ερώτημα είναι αν ο νέος συσχετισμός θα οδηγήσει σε συμβιβασμούς ή σε μια παρατεταμένη αντιπαράθεση, με συνέπειες για την οικονομία και τη διεθνή σταθερότητα.

Η αποδοκιμασία στις ενδιάμεσες εκλογές δημιουργεί κίνητρο αναπροσαρμογής. Οι ψηφοφόροι έστειλαν μήνυμα που θα μπορούσε να μεταφραστεί σε συνεργασία για την καθημερινότητα, περιορισμό των εμπορικών συγκρούσεων και αναζήτηση διεξόδου στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, η προσωπική και πολιτική διαδρομή του προέδρου δεν προδιαθέτει για εύκολη αποδοχή περιορισμών. Η συνήθειά του να απαντά στην πίεση με αντεπίθεση παραμένει καθοριστική παράμετρος.

Το Κογκρέσο ως αντίβαρο και το ενδεχόμενο αδιεξόδου

Μέχρι τις κάλπες, ο Τραμπ μπορούσε να στηρίζεται σε ένα Ρεπουμπλικανικό Κογκρέσο με περιορισμένη διάθεση αντιπαράθεσης. Η πολιτική σύμπλευση, οι κοινές επιδιώξεις και ο φόβος του εσωκομματικού κόστους διευκόλυναν τις πρωτοβουλίες του στη φορολογία, στις δαπάνες, στη μετανάστευση και στο εμπόριο. Η αλλαγή πλειοψηφίας ανατρέπει αυτή τη συνθήκη και επαναφέρει την κοινοβουλευτική εποπτεία στο επίκεντρο.

Οι Δημοκρατικοί αναμένεται να διεκδικήσουν ουσιαστικότερο έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας. Υγειονομική περίθαλψη, τεχνολογία, τεχνητή νοημοσύνη και μετανάστευση αποτελούν πιθανά πεδία νομοθετικής σύγκρουσης, μαζί με τις παρεμβάσεις για την ακρίβεια. Οι προτεραιότητές τους, όμως, θα συναντήσουν το προεδρικό βέτο, το οποίο ο Τραμπ έσπευσε να υπενθυμίσει αμέσως μετά την ήττα.

Η πρώτη του αντίδραση περιείχε δύο διαφορετικά μηνύματα. Δήλωσε πρόθυμος να συνεργαστεί, συνεχάρη τους αντιπάλους του και δεν αμφισβήτησε το αποτέλεσμα. Σχεδόν ταυτόχρονα, κατέστησε σαφές ότι ο έλεγχος του Κογκρέσου δεν συνεπάγεται ανεμπόδιστη εφαρμογή της ατζέντας τους. Η συγκατοίκηση διαφορετικών πολιτικών πλειοψηφιών μπορεί συνεπώς να παράγει διαπραγματεύσεις, αλλά και επαναλαμβανόμενα αδιέξοδα.

Για την οικονομία, η διάκριση είναι κρίσιμη. Μια συμφωνία σε επιμέρους ζητήματα θα επέτρεπε απαντήσεις σε πιέσεις που αντιμετωπίζουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Αντίθετα, η διαρκής ανταλλαγή νομοθετικών πρωτοβουλιών και βέτο θα μπορούσε να μετατρέψει την πολιτική διαχείριση σε αγώνα εντυπώσεων, αφήνοντας ανοιχτές τις βασικές εκκρεμότητες.

Οι δασμοί και το Ιράν στο επίκεντρο της πίεσης

Η νέα πλειοψηφία διαθέτει επίσης τη δυνατότητα να προχωρήσει σε έρευνες για τη λειτουργία του Λευκού Οίκου, τις καταγγελίες διαφθοράς και τη διαχείριση του πολέμου στο Ιράν. Πρόκειται για διαφορετική μορφή πίεσης από μια συνηθισμένη νομοθετική διαφωνία, καθώς αγγίζει την άσκηση της προεδρικής εξουσίας και την προσωπική πολιτική εικόνα του Τραμπ.

Η αντίδρασή του πιθανότατα θα ακολουθήσει τη γνωστή τακτική καταγγελίας των ερευνών ως πολιτικής δίωξης. Αυτό ενδέχεται να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο την επίτευξη συνεννόησης σε ζητήματα όπου οι Δημοκρατικοί θα επιδιώξουν αλλαγή κατεύθυνσης. Η σταδιακή αποκλιμάκωση του πολέμου και η υποχώρηση των δασμολογικών συγκρούσεων θα μπορούσαν να προσφέρουν οικονομικά και γεωπολιτικά οφέλη, εφόσον καταστεί εφικτή η εφαρμογή τους.

Οι συνέπειες των επιλογών στην εξωτερική πολιτική έχουν ήδη οικονομική διάσταση. Η απειλή για τη ροή πετρελαίου από το Στενό του Ορμούζ δείχνει πώς μια στρατιωτική σύγκρουση μεταφέρεται στην ενέργεια. Αντίστοιχα, η δυνατότητα της Κίνας να περιορίσει τη διάθεση σπάνιων γαιών αναδεικνύει την ευπάθεια των αλυσίδων εφοδιασμού απέναντι στον εμπορικό ανταγωνισμό.

Η εξωτερική πολιτική ως πεδίο προεδρικών ελιγμών

Όταν η εσωτερική ατζέντα συναντά εμπόδια, η διεθνής σκηνή προσφέρει στους Αμερικανούς προέδρους μεγαλύτερο χώρο πρωτοβουλιών. Η τάση έχει εμφανιστεί και στα δύο κόμματα, ιδιαίτερα κατά τη δεύτερη θητεία. Για έναν πρόεδρο που προτιμά τις προσωπικές αποφάσεις και δυσπιστεί απέναντι στους περιορισμούς, αυτή η διέξοδος αποκτά πρόσθετη βαρύτητα.

Το Ιράν, η Κίνα, η Ταϊβάν και η Ουκρανία συγκροτούν ένα πλέγμα ανοιχτών ζητημάτων. Η επιδείνωση των σχέσεων με το Πεκίνο θα μπορούσε να πάρει εμπορική ή στρατιωτική μορφή. Μια διαφορετική προσέγγιση θα μπορούσε να περιλαμβάνει παραχωρήσεις, με την Ταϊβάν στο επίκεντρο. Καμία από αυτές τις κατευθύνσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί προεξοφλημένη.

Παρόμοια αβεβαιότητα αφορά τη στάση απέναντι στην Ευρώπη και τη συνέχεια της αμερικανικής πολιτικής για την Ουκρανία. Στο Ιράν, το δίλημμα παραμένει ανάμεσα στην περαιτέρω κλιμάκωση και στη διπλωματική λύση. Ο περιορισμός του προέδρου στο εσωτερικό δεν συνεπάγεται αυτομάτως μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στο εξωτερικό.

Το προσωπικό μοντέλο εξουσίας πίσω από τις αποφάσεις

Η δυσκολία πρόβλεψης συνδέεται με τον τρόπο που ο Τραμπ αντιλαμβάνεται την ηγεσία. Από τις επιχειρήσεις και τα ακίνητα μέχρι την τηλεόραση και την πολιτική, έχει επενδύσει στην εικόνα του ανθρώπου που μπορεί να επιβάλει μόνος του τη λύση. Η αντίληψη του ανταγωνισμού ως αναμέτρησης με έναν νικητή αφήνει περιορισμένο χώρο στην αναγνώριση αμοιβαίου οφέλους.

Η πεποίθηση αυτή συνοψίστηκε ήδη το 2016, όταν παρουσίαζε τον εαυτό του ως τον μοναδικό ικανό να διορθώσει το σύστημα. Στην προεδρία, η ίδια λογική ευνοεί γρήγορες, μονομερείς παρεμβάσεις, ακόμη και σε σύνθετα προβλήματα. Όταν τα αποτελέσματα διαψεύδουν τις προσδοκίες, η αντίδραση συχνά είναι μεγαλύτερη επιμονή αντί αναθεώρησης.

Σημαντική θέση καταλαμβάνει και η σχέση με το ακροατήριό του. Η δημόσια παρουσία, η σύγκρουση και η διατήρηση της προσοχής λειτουργούν ως κίνητρα πολιτικής δράσης. Έτσι, η ανάγκη κυριαρχίας στην επικαιρότητα μπορεί να ανταγωνίζεται τη συνεκτική στρατηγική, ιδίως όταν η εκλογική ήττα αμφισβητεί την εικόνα προσωπικής επιτυχίας.

Οι επόμενοι μήνες, σύμφωνα πάντα με το Bloomberg θα δείξουν αν η αρχική διάθεση συνεργασίας αποκτήσει πρακτικό περιεχόμενο. Η ήττα στις ενδιάμεσες εκλογές περιορίζει τον Τραμπ, αλλά δεν τον καθιστά πολιτικά ανενεργό. Με ένα αποφασιστικότερο Κογκρέσο απέναντί του και σημαντικά διεθνή μέτωπα ανοιχτά, η τελευταία διετία έως το 2028 διαμορφώνεται ως περίοδος αυξημένης αβεβαιότητας για τις ΗΠΑ και τους οικονομικούς τους εταίρους.