Επίσημη διόρθωση του περίφημου λάθους στη μελέτη των Ρογκόφ – Ράινχαρτ δημοσιεύουν τώρα οι δύο οικονομολόγοι του Χάρβαρντ, επιχειρώντας να απαλύνουν τις αρνητικές εντυπώσεις που άφησε η μελέτη που συνέταξαν το 2010, η οποία απετέλεσε ένα είδος “οδηγού” για την πολιτική της λιτότητας που εφαρμόστηκε σε χώρες με υψηλό ποσοστό χρέους.
Η διόρθωση αναγνωρίζει λάθη που έγιναν στα νούμερα που χρησιμοποιήθηκαν στη μελέτη, η οποία συνέδεσε την πορεία της ανάπτυξης μιας χώρας με το ποσοστό του δημόσιου χρέους. Ωστόσο, αφήνει αμετάβλητο το γενικό συμπέρασμα (ότι δηλ. μια χώρα με χρέος άνω του 90% του ΑΕΠ, δεν μπορεί να σημειώσει ανάπτυξη).
Στη διόρθωση, οι Ρογκόφ – Ράινχαρτ ανασκευάζουν τους μέσους όρους για την ανάπτυξη από το 1946 έως το 2009, στοιχεία που δέχτηκαν και τη βασική κριτική από την ομάδα του ΜΙΤ. Διορθώνουν επίσης δεδομένα της περιόδου 1946-2009, καθώς και ένα σύνολο στοιχείων που ανατρέχουν πίσω στο 1800.
Όπως φάνηκε, αναγκαία είναι η “άσκηση αντιγραφής”, ώστε να ελεγχθεί η ορθότητα μιας ακαδημαϊκής εργασίας, (υπενθυμίζεται ότι το “λάθος” ανακαλύφθηκε από έναν φοιτητή που αντέγραψε τα ευρήματα της εργασίας των Ρογκόφ – Ράινχαρτ), ενώ έγινε αντιληπτό το πόσο δύσκολο είναι να εξάγει κανείς ισχυρά συμπεράσματα από μικρά δείγματα οικονομικών στοιχείων.
Η διόρθωση ωστόσο δεν επηρεάζει το “ζουμί” της εργασίας των δύο οικονομολόγων του Χάρβαρντ, η οποία δείχνει επιβράδυνση της ανάπτυξης όταν το χρέος υπερβαίνει το 90% του ΑΕΠ.
Στην απάντησή τους που δημοσιεύτηκε από τους New York Times, οι R&R, όπως αναφέρονται εν συντομία οι συντάκτες της “μελέτης της λιτότητας”, βασίζονταν πάντα στους μέσους όρους.
“Ποτέ δεν χρησιμοποιήσαμε τίποτα άλλο πέρα από συντηρητικές μέσες προβλέψεις στις δημόσιες συζητήσεις μας”, γράφουν οι R&R, “όπου υποστηρίζαμε ότι η διαφορά μεταξύ ανάπτυξης που σχετίζεται με χρέος κάτω του 90% του ΑΕΠ και χρέος πάνω από το 90% του ΑΕΠ βρίσκεται περίπου στο 1%”.
Προς απάντηση, η ομάδα του ΜΙΤ έγραψε μια νέα κριτική, υποστηρίζοντας ότι οι μέσοι όροι επηρεάζονται εξίσου από το ίδιο λάθος.
Πέραν του ότι διορθώνει όλους τους μέσους όρους, η διόρθωση των R&R δίνει δύο διαφορετικά αποτελέσματα, ανάλογα με το ποια στοιχεία χρησιμοποιούνται στο παράδειγμα της Νέας Ζηλανδίας. Εάν χρησιμοποιηθούν τα αρχικά στοιχεία για τη Νέα Ζηλανδία, η μέση ανάπτυξη υποχωρεί από το 2,9 στο 1,9% όταν το χρέος φτάνει το 90% του ΑΕΠ. Με τα νέα στοιχεία υποχωρεί από το 2,9%, στο 2,5% μόλις.
Αυτό φαίνεται να αποτελεί πλήγμα για την αρχική επιχειρηματολογία των R&R, ωστόσο επηρεάζει μόνο τη μελέτη του 2010. Τα νέα στοιχεία που περιλαμβάνουν περισσότερες χώρες και αναφέρονται σε μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, βλέπουν και πάλι μια πτώση της μέσης ανάπτυξης από το 2,8% στο 1,8% όταν το χρέος “χτυπά” το όριο του 90%.
“Με όποιον τρόπο κι αν το δεις, έχεις μικρότερη ανάπτυξη κατά περίπου 1%”, ανέφερε χθες ο Ράινχαρτ.
Το συμπέρασμα ότι τα υψηλά ποσοστά χρέους συνδέονται με τη χαμηλότερη ανάπτυξη έχει κι άλλους υποστηρικτές, όπως μελέτες του ΔΝΤ και της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών και θα αποτελούσε τεράστια έκπληξη εάν τα υψηλότερα επίπεδα χρέους δεν επηρέαζαν καθόλου την ανάπτυξη.
Αυτό που έκανε τη διαφορά στην κριτική του Πανεπιστημίου της Μασαχουσέτης ήταν η κατάρριψη της ιδέας ότι η ανάπτυξη επιβραδύνεται ξαφνικά όταν το χρέος ξεπερνά το 90% του ΑΕΠ, καθώς τα διορθωμένα νούμερα δείχνουν μια πολύ πιο ήπια πτώση.
Η ίδια κριτική επικεντρώνεται και σε ένα άλλο σημείο: ότι η μεθοδολογία των R&R δίνει πολύ βάρος σε μικρές περιόδους υψηλού χρέους σε μερικές χώρες, όπως η Νορβηγία το 1946. Οι R&R απαντούν ότι δεν πρόκειται περί λάθους αλλά μιας διάστασης απόψεων μεταξύ των δύο πλευρών.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.