Στο αδιέξοδο της βρετανικής οικονομίας και στην αποτυχημένη κρατικοποίηση των δύο μεγάλων τραπεζών, της RBS και της Lloyds στην αρχή της οικονομικής κρίσης, αναφέρεται σε πρωτοσέλιδο άρθρο της η Wall Street Journal.
Όπως αναφέρει το δημοσίευμα, grosso modo, το σχέδιο διάσωσης που, μόνο για την περίπτωση της RBS κόστισε στην κυβέρνηση, δηλαδή στους πολίτες, 53,3 δισ. ευρώ (ή 45 δισ. στερλίνες), είχε ως αποτέλεσμα σήμερα το ενεργητικό των δύο τραπεζών να υπερβαίνει κατά πολύ το βρετανικό ΑΕΠ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε περίπτωση κατάρρευσής τους.
Πέντε χρόνια μετά τη διάσωσή τους, η βρετανική κυβέρνηση ακόμα δεν έχει καταλήξει στο τι θα κάνει με τις δύο αυτές τράπεζες, τις οποίες αρχικά σχεδίαζε να ιδιωτικοποιήσει εκ νέου, ώστε να αποκομίσει έσοδα. Ωστόσο, σύμφωνα με ανώτατους κυβερνητικούς αξιωματούχους, δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας επενδυτής στον ορίζοντα…
Σήμερα, η Royal Bank of Scotland ή το 81% αυτής παραμένει στα χέρια των φορολογουμένων και, όπως όλα δείχνουν, θα παραμείνει εκεί. Υπό τις πιέσεις της Τράπεζας της Αγγλίας, το υπουργείο Οικονομικών μελετά τρόπουςδιάσπασης της RBS, με το ένα κομμάτι να παραμένει εξ ολοκλήρου κρατικό και το άλλο να τεθεί στην υπηρεσία των βρετανικών επιχειρήσεων και των φυσικών προσώπων. Παραμένει άγνωστο το αν και το πότε θα καρποφορήσει αυτή η ριζοσπαστική πρόταση, καθώς η κυβέρνηση φοβάται τα ρίσκα μιας τέτοιας κίνησης. Γεγονός παραμένει, ωστόσο, ότι με τις εκλογές του 2015, δεν υπάρχει πολυτέλεια για αναμονές και αναβολές, επάνω σε ένα θέμα, όπως το τραπεζικό σύστημα της χώρας – θέμα που προκαλεί πονοκέφαλο, όπως αναφέρει η WSJ, από τα ανώτερα κλιμάκια της BoE, μέχρι και την Αρχιεπισκοπή του Καντέρμπερι.
Η πρωτοβουλία της βρετανικής κυβέρνησης να κρατικοποιήσει τις τράπεζες αρχικά έλαβε εύσημα και όλοι θυμόμαστε τις εικόνες του 2007, οπότε και ξέσπασε η κρίση στο Ηνωμένο Βασίλειο, με τις ατέλειωτες ουρές των Βρετανών έξω από τις τράπεζες σε μια προσπάθεια να “σηκώσουν” τα χρήματά τους. Έτσι, το κράτος ανέλαβε να σώσει και να πάρει σημαντικά μερίδια από τις δύο μεγάλες τράπεζες, αλλά και από κάποιες άλλες μικρότερες.
Έκτοτε, ωστόσο, η τραπεζική αγορά δεν μπόρεσε να σηκώσει κεφάλι, όπως αναφέρουν αναλυτές και επενδυτές, οι οποίοι σημειώνουν ότι η μακρά περίοδος αναδιάρθρωσης των δύο τραπεζικών κολοσσών “καίει” στην ουσία την αδύναμη βρετανική οικονομία.
“Η βρετανική κυβέρνηση απέτυχε να βάλει αρκετά κεφάλαια και να φανεί αρκετά επιθετική”, ώστε να ωθήσει τις τράπεζες προς μια αναδιάρθρωση, αναφέρει ο Adam Posen, πρώην μέλος της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής της BoE και νυν πρόεδρος του Ινστιτούτου Διεθνών Οικονομικών Peterson στην Ουάσινγκτον. “Πρόκειται για μια πολύ συχνή και συνηθισμένη αποτυχία στην περίπτωση της Ευρώπης”, προσθέτει, κάνοντάς μας να αναλογιστούμε τις περιπτώσεις της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Ιρλανδίας και τελευταία της Κύπρου.
Στη Βρετανία, τόσο η κυβέρνηση των Εργατικών, όσο και η κυβέρνηση των Συντηρητικών που τη διαδέχθηκε, δεν έκαναν αρκετά, ούτε αποφάσισαν να μικρύνουν τις τράπεζες, ώστε να τις καταστήσουν λιγότερο “επικίνδυνες” (όσον αφορά στην ανάληψη ρίσκου).
Η εκτόνωση της κρίση έχει αποδειχθεί εξαιρετικά δύσκολη, καθώς ο τραπεζικός τομέας είναι τεράστιος σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας της Βρετανίας.
Ενδεικτικά, στα τέλη του 2007, μόνο η RBS είχε ενεργητικό 2,25 τρισ. ευρώ, την ώρα που ολόκληρο το βρετανικό ΑΕΠ ανερχόταν την ίδια περίοδο στα 1,66 τρισ. ευρώ..
Η Lloyds, το 39% της οποίας κατέχει το κράτος, φαίνεται να τα πηγαίνει καλύτερα, καθώς η μετοχή της έχει ανέβει, φθάνοντας πιο κοντά στη μέση τιμή που είχε πληρώσει η κυβέρνηση το 2009, οπότε και τη διέσωσε. (βλ. διάγραμμα στο κάτω μέρος της σελίδας)
Αντίθετα, η RBS, η οποία ανακοίνωσε τελικά τριμηνιαία κέρδη, μετά από ένα σερί ζημιών, βρίσκεται σε χειρότερη θέση, καθώς η μετοχή της υπολείπεται σημαντικά του ποσού που κατέβαλε η βρετανική κυβέρνηση το 2008 για να την αποκτήσει. (βλ. διάγραμμα).
Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ που έσπρωξαν προς την αναδιάρθρωση τράπεζες που είχαν διασωθεί, όπως η Citigroup, η Βρετανία έπαιξε παθητικό ρόλο, όπως παραδέχονται και κυβερνητικοί αξιωματούχοι.
“Αν γυρνούσε πίσω ο χρόνος, δεν θα ξανακάναμε τα ίδια”, είπε ο πρώην υπουργός Οικονομικών, Άλιστερ Ντάρλινγκ.
Αναλυτές υποστηρίζουν ότι οι πιέσεις στην κυβέρνηση συνεργασίας αυξάνονται, προκειμένου να χαράξει στρατηγική εξόδου από την RBS. Ο ίδιος ο πρόεδρος της τράπεζας, Φίλιπ Χάμπτον, υποστήριξε ότι η RBS θα είναι έτοιμη να επιστρέψει σε “ιδιωτικά χέρια” μέχρι τα μέσα του 2014.
Ωστόσο, με τις χαμηλές πτήσεις της μετοχής της, το μόνο που θα κατάφερνε η ιδιωτικοποίησή της θα ήταν να φορτώσει στις πλάτες των φορολογουμένων ζημιά δισεκατομμυρίων.
Χ. Ρωμ.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.