Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

(Upd) Για λάθη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην Ελλάδα έκανε λόγο η Κριστίν Λαγκάρντ, μιλώντας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική επιτροπή (CESE) του Ευρωκοινοβουλίου.

«Πρέπει να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας. Ήταν ζήτημα τιμής. Πρέπει να αναγνωρίζουμε πότε τα πράγματα δεν έχουν εξεταστεί σε βάθος» είπε η επικεφαλής του ΔΝΤ αναφερόμενη στον λάθος πολλαπλασιαστή. Είπε ωστόσο ότι παρόλα αυτά, θα κάναμε τις ίδιες προτάσεις δεδομένων των στοιχείων και των νέων μεγεθών που ανακύπτουν κάθε τρεις μήνες για την ελληνική οικονομία.

Διευκρίνισε ωστόσο πως ακόμη και στην περίπτωση που το εν λόγω λάθος είχε εντοπισθεί εγκαίρως οι συστάσεις οικονομικής πολιτικής του ΔΝΤ προς την Ελλάδα θα ήταν οι ίδιες, αλλά εκτεταμένες σε βάθος χρόνου.

Η Κριστίν Λαγκάρντ σημείωσε πως το λάθος στην περίπτωση των πολλαπλασιαστών έγκειται στο ότι δεν υπολογίστηκαν ορθά σε σχέση με την έκταση της οικονομικής ύφεσης στην Ελλάδα, οι επιπτώσεις των περιοριστικών οικονομικών πολιτικών που εφαρμόσθηκαν όχι μόνο στην ίδια αλλά και σε άλλες χώρες της ευρωζώνης.

Απέδωσε δε το λάθος στην έλλειψη σχετικής εμπειρίας στη διεθνή οικονομική σκηνή.

Παράλληλα, υπέρ της χαλάρωσης της λιτότητας τάχθηκε χθες η Κριστίν Λαγκάρντ, μιλώντας ενώπιον της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της Ε.Ε.

Η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ δήλωσε ότι “πιθανότατα υπάρχει περιθώριο να χαλαρώσουν οι στόχοι για τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Όταν η νομισματική πολιτική δεν καταφέρνει να ενισχύσει τη ζήτηση σε βάθος χρόνου, υπάρχει η δυνατότητα των δημοσιονομικών κινήτρων (fiscal stimulus).

«Μπορούμε να πούμε πραγματικά ότι η κρίση είναι πίσω μας όταν το 12% του ενεργού πληθυσμού είναι άνεργο;», διερωτήθηκε η Λαγκάρντ.

«Υπάρχουν εμφανή σημάδια ότι δεν πάνε όλα καλά» στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αν και έχουν γίνει προσπάθειες για να γυρίσει η σελίδα της κρίσης», πρόσθεσε.

Οι δηλώσεις της κυρίας Λαγκάρντ έγιναν την ίδια ημέρα που στον γερμανικό Τύπο υπάρχουν δημοσιεύματα που αναφέρονται σε σύγκρουση απόψεων μεταξύ ΔΝΤ και Βερολίνου, ειδικά για το θέμα της Ελλάδας. Συγκεκριμένα η οικονομική εφημερίδα Handelsblatt έγραφε ότι το ΔΝΤ«αμφισβητεί τη διαχείριση της κρίσης που ακολούθησε η Μέρκελ» και ότι «δύο από τους σημαντικότερους πρωταγωνιστές της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους βρίσκονται σε πορεία σύγκρουσης».

Η κ. Λαγκάρντ, σε γενικές γραμμές, τόνισε την ανάγκη να χαλαρώσουν οι ονομαστικοί στόχοι για το έλλειμμα σε χώρες της Ευρώπης που ανακάμπτουν αργά, αλλά και να υπάρξουν παρεμβάσεις για τη μείωση του αποθέματος του δημοσίου και ιδιωτικού χρέους, ώστε να επανέλθουν οι επενδύσεις.

Στην ομιλία της η κυρία Λαγκάρντ ανέφερε επίσης ότι σύμφωνα με το ΔΝΤ η κρίση δεν έχει τελειώσει ακόμη κι ότι θα χρειαστούν περισσότερα πακέτα διάσωσης. “Πώς μπορεί να έχει τελειώσει η κρίση όταν η ανεργία ανάμεσα στους νέους στην Ελλάδα και την Ισπανία ξεπερνά το 50%;” είπε χαρακτηριστικά ενώ τόνισε ότι τα αυξημένα ποσοστά ανεργίας απειλούν την ανάπτυξη της οικονομίας της ευρωζώνης στο μέλλον.

Σύμφωνα με την επικεφαλής του ΔΝΤ, οι ρυθμοί ανάπτυξης και τα επίπεδα της παραγωγής παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα στην ευρωζώνη ενώ ο φαύλος κύκλος χαμηλής ζήτησης επηρεάζει τις κεφαλαιουχικές δαπάνες και προσλήψεις.

Επιπλέον, υποστήριξε ότι πρέπει να ενισχυθεί η ζήτηση στις ευρωπαϊκές οικονομίες αλλά και ότι πρέπει τα επιτόκια να διατηρηθούν σε χαμηλά επίπεδα.

Η “γραμμή” αυτή υπέρ της ζήτησης έρχεται σε αντίθεση με την πάγια “εμμονή” της Γερμανίας στη διατήρηση χαμηλών δημοσιονομικών ελλειμμάτων.

“Το μεγαλύτερο κομμάτι της ζήτησης των ευρωπαϊκών προϊόντων και υπηρεσιών προέρχεται από το εξωτερικό κι όχι από την Ευρώπη. Η εσωτερική ζήτηση πρέπει να στηριχθεί, αλλιώς η ευρωζώνη θα είναι έρμαιο των σκαμπανεβασμάτων του διεθνούς εμπορίου”, σημείωσε.

Μιλώντας για τα επιτόκια της ΕΚΤ, δήλωσε ότι πρέπει να παραμείνουν χαμηλά αλλά και να πειστούν και οι επενδυτές ότι θα παραμείνουν έτσι για όσο διάστημα χρειαστεί.

Παράλληλα, αναφερόμενη στις προτεραιότητες για την αντιμετώπιση της κρίσης εστίασε στην αναζωογόνηση της τραπεζικής χρηματοδότησης, στη στήριξη της ζήτησης, στη μείωση του χρέους, δημόσιου και ιδιωτικού, αλλά και στην επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές εργασίας και προϊόντων.

«Είναι ζωτικής σημασίας να αποκατασταθεί η ροή των πιστώσεων προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά με λογικούς όρους. Αυτό σημαίνει ότι θα υπάρξει αποκατάσταση της υγείας των αδύναμων τραπεζών και επίλυση του προβλήματος των επισφαλών δανείων στα βιβλία τους», είπε σχετικά