Συνέντευξη στην Ελένη Στεργίου
Η Αργεντινή, από τότε που η χώρα μας μπήκε στο Μνημόνιο, συνδυαστεί με την Ελλάδα, ενώ ένα κομμάτι της ιστορίας της –το σπάσιμο της συμφωνίας με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που μετά ακολούθησαν- τα έχουν χρησιμοποιήσει αρκετοί πολιτικοί ως success story. Σήμερα, αρκετά χρόνια, η χώρα που έδιωξε το ΔΝΤ και αποφάσισε να είναι ανεξάρτητη είναι ένα βήμα πριν τη δεύτερη πτώχευση. Ποιες τελικά είναι ο ομοιότητες της Ελλάδας με την Αργεντινή, γιατί απέτυχε και πόσο υψηλές είναι οι πιθανότητες να δούμε ένα Grexit; Σίγουρα, κάποιοι θέλουν να ξεχάσουν ότι παρουσίαζαν την Αργεντινή ως υπόδειγμα.
Ο Καθηγητής Χρηματοοικονομικών του Πανεπιστημίου του Πόρτσμουθ και πρώην Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Πιστοποιημένων Αναλυτών, κ. Βέργος, εξηγεί ότι η ανάπτυξη της Αργεντινής στα προηγούμενα χρόνια ήταν ταχύτατη. Ενδεικτικά και μόνο αξίζει να αναφερθεί ότι το ΑΕΠ της χώρας 2πλασιάστηκε, σε όρους δολαρίου ΗΠΑ, στα προηγούμενα 10 χρόνια, ενώ επίσης 11 στα 12 προηγούμενα χρόνια η χώρα είχε ανάπτυξη. Όμως, όπως προβλέπει, οι συναλλαγματικές ισοτιμίες σε χώρες με ταχεία ανάπτυξη, όπως η Αργεντινή, αναμένεται να επηρεαστούν έντονα φέτος από το tapering στις ΗΠΑ, καθώς η αύξηση κόστους κεφαλαίου της τάξης του 1,5% στις ΗΠΑ θα ‘περάσει και στις χώρες αυτές με πιο έντονο, μάλιστα τρόπο λόγω της έντονης ανάπτυξης που έχουν.
Επομένως, οι δύο περιπτώσεις είναι πολύ διαφορετικές, αν και τους ενώνουν κάποια κοινά στοιχεία. Το νούμερο ένα κοινό τους είναι η έλλειψη ικανής πολιτικής ηγεσίας και ανυπαρξία σωστών αποφάσεων.
Αλλά αυτό θα παρουσιαστεί παρακάτω. Προηγείται η άκρως ενδιαφέρουσα τοποθέτηση του Pablo Nemiña, ερευνητή και καθηγητή στο National University of San Martín της Αργεντινής, ο οποίος έχει ειδικευτεί πάνω στη κρίση της χώρας του, αλλά και στο θέμα της ελληνικής υπόθεσης, με αρθρογραφία σε πολλά διεθνή μέσα.
Ο Pablo Nemiña
Ο οικονομολόγος αναφέρει ότι «αρκετοί αναλυτές που παρακολουθούν την ελληνική οικονομική κρίση έχουν αναδείξει τις ομοιότητες με την κρίση της Αργεντινής του 2001 και την ακύρωση της συμφωνίας με το ΔΝΤ και την αποπληρωμή του χρέους. Πράγματι, αυτό βοήθησε την Αργεντινή στη διατήρηση μιας πιο confrontative θέσης έναντι των πιστωτών κατά την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους και να αφήσει περισσότερο χώρο για ετερόδοξες πολιτικές. Ωστόσο, η περίπτωση της Αργεντινής δεν μπορεί να συγκριθεί 100% με την περίπτωση της Ελλάδας, δεδομένου ότι η Ελλάδα δεν έχει το δικό της εθνικό νόμισμα και έχει υιοθετήσει το ευρώ. Στην περίπτωση αυτή, μια ανορθόδοξη έξοδος από την κρίση απαιτεί, εκτός από τον περιορισμό της παρέμβασης του ΔΝΤ, την επανεξέταση του πεδίου εφαρμογής της οικονομικής ολοκλήρωσης με την Ευρώπη».
Ο καθηγητής εξηγεί γιατί η Αργεντινή ζει το ίδιο.
«Κατά την τελευταία δεκαετία, η Αργεντινή πέρασε μια από τις υψηλότερες περιόδους οικονομικής ανάπτυξης σε ολόκληρη την ιστορία της. Ωστόσο, πριν από ένα χρόνο άρχισε να βρίσκεται αντιμέτωπη με μια διαρκή μείωση στα διεθνή αποθέματα, τα οποία μειώθηκαν από 43.200 σε 30.600 εκατομμύρια δολάρια το 2013 (πτώση 29%). Αυτό οφείλεται σε τρεις παράγοντες: η εξωτερική πολιτική όσο αναφορά τα αποθέματα για να αποτρέψει την επιθετική πρόσβαση στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων, το αντικίνητρο για ξένες εισροές κεφαλαίων υποτίθεται από την ύπαρξη ενός άτυπου επιτοκίου συναλλάγματος με ένα “κενό” που κυμαίνονταν από 40% έως 70% σε σχέση με το επίσημο, αλλά και στην αυξανόμενη φυγή κεφαλαίων στο πλαίσιο των αρνητικών επιτοκίων και στην υπερτιμημένη συναλλαγματική ισοτιμία», αναφέρει ο Αργεντινός οικονομολόγος.
«Από τα τέλη του 2013, η νέα ηγεσία του υπουργείου Οικονομίας της Αργεντινής και της Κεντρικής Τράπεζας προτείνει τρεις στόχους, προκειμένου να εξισορροπηθεί η εξωτερική εικόνα: πρώτον τη μείωση του πληθωρισμού, τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας και τη μείωση του χάσματος με την άτυπη συναλλαγματική ισοτιμία. Επομένως, επετεύχθη μια συμφωνία επί των τιμών, για τα περισσότερα προιόντα που καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του καλαθιού της νοικοκυράς, μεταξύ προμηθευτών και λιανοπωλητών», υπογραμμίζει και προσθέτει ότι «το ποσοστό της υποτίμησης του νομίσματος επιταχύνθηκε πάνω από τον πληθωρισμό, κατά 30% τους τελευταίους δύο μήνες και οι συναλλαγματικοί έλεγχοι ήταν χαλαροί, αποκαθιστώντας την ικανότητα να αγοράσουν ξένο νόμισμα για την εξοικονόμηση των στόχων. Παράλληλα, οι προσπάθειες εντάθηκαν να ενθαρρυνθεί η εισροή ξένων επενδύσεων. Στο πλαίσιο αυτό έχει σημειωθεί πρόοδος στις διαπραγματεύσεις με τη Λέσχη των Παρισίων, αλλά και ξένες εταιρείες να εκμεταλλευτούν την “Vaca Muerta”, ένα από τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου σχιστόλιθου και φυσικού αερίου στον κόσμο.
Στη συνέχεια τονίζει ότι «η άμεση πρόκληση ήταν να μετριαστεί η αύξηση των τιμών, έτσι ώστε να αποφευχθεί να μειωθούν τα κέρδη ανταγωνιστικότητας που επετεύχθησαν πρόσφατα. Το σκεπτικό είναι, αυτό να αποτελεί το κλειδί για την αποκατάσταση της πρωτογενούς πλεονάσματος, προκειμένου να δώσει την εμπιστοσύνη για την εξοικονόμηση σε αποθέματα εγχώριου νομίσματος και να αποθαρρύνει τη ζήτησε σε δολάρια ΗΠΑ. Στο πλαίσιο αυτό, η Κεντρική Τράπεζα αύξησε πρόσφατα τα επιτόκια».
Ορισμένες φωνές, ωστόσο, δηλώνουν, σύμφωνα με τον κ. Nemiña, ότι η Αργεντινή θα μπορούσε να αποφύγει τους εξωτερικούς περιορισμούς εάν υπέγραφε οικονομική συμφωνία με το ΔΝΤ. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία ανέφικτη, λόγω της ισχυρής άρνησης της αντιπολίτευσης, αλλά και ενός μεγάλου ποσοστού της κοινωνίας που ήταν κατά των όρων του ΔΝΤ, μετά και την πρόωρη αποπληρωμή του χρέους στον οργανισμό στα τέλη του 2005. Ωστόσο, εάν η κυβέρνηση αποφασίσει να επιστρέψει στις αγορές για δανεισμό, όπου πριν θα πρέπει να προωθήσει επίλυση των διαφορών της με τους περιθωριακούς πιστωτές, δεν θα ήταν απίθανο να διεξάγει αναθεώρηση του άρθρου IV, που είχε ανασταλεί από το 2006.
Η δημιουργία και η κορύφωση της κρίσης
Πρώτα από όλα η Ελλάδα ήταν σε μία οικογένεια. Την Ευρωπαϊκή και του κοινού νομίσματος. Παρά τις διαφωνίες, παρά τα μέλη που κοιτούν περισσότερο το συμφέρον τους, ήταν τυχερή μέσα στην ατυχία της είχε κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα. Η Ε.Ε., όμως, δεν ήταν προετοιμασμένη για το πώς πρέπει να σώσει την Ελλάδα και σε συνδυασμό με την ασυνεννοησία το ΔΝΤ μπήκε για τα καλά στη ζωή μας. Η Αργεντινή είχε διατηρήσει το δικό της νόμισμα. Βέβαια, ας μη ξεχνάμε ότι τότε πολλοί εξέφραζαν την άποψη, όπως ο Αμερικανός οικονομολόγος Νουριέλ Ρουμπινί ότι η επιστροφή της Ελλάδας στη δραχμή θα σήμαινε και επιστροφή της στην ανταγωνιστική οικονομία και την ανάπτυξη της αγοράς….. Στα κοινά είναι τα δημοσιονομικά ελλείμματα, υψηλά χρέη, ανεργία και η ύφεση. Επίσης, η φυγή καταθέσεων και στις δύο χώρες διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις, μόνο που στη χώρα μας βγάλαμε μόνοι μας τα ΄΄μάτια’’ μας με τις συνεχείς δηλώσεις περί greek statistics (δηλαδή ότι λέγαμε ψέματα για τα επίπεδα των δημοσιονομικών μας), ότι θα πτωχεύσουμε,, ότι δεν θέλουμε το ευρώ κλπ. Και στις δύο κρίσεις, οι καταθέσεις στις τοπικές τράπεζες έπαιξαν σημαντικότατο ρόλο και προκάλεσαν μεγάλα προβλήματα μειώνοντας στην ουσία τα τραπεζικά «έσοδα» και επομένως διακύβευσαν –στην περίπτωση της Ελλάδας διακυβεύουν- τη ζωτικότητά τους.
Το 1991, με στόχο τη σταθεροποίηση του πληθωρισμού, η Αργεντινή επένδυσε στο αποτέλεσμα ενός ριζοσπαστικού πειράματος, σύμφωνα με συνολική εκτίμηση της συστηματικής έρευνας του Κέντρου Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής . Στην προσχώρηση σε μερική νομισματική ένωση με τις ΗΠΑ, ένα στάδιο πριν την πλήρη αντικατάσταση του εθνικού νομίσματος και της αργεντίνικης νομισματικής πολιτικής, από το δολάριο των ΗΠΑ και την πολιτική της αμερ Για την Αργεντινή οι πρώτες αρνητικές τάσεις εμφανίσθηκαν και εξελίχθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90. Μια σειρά από εξωτερικά πολιτικοοικονομικά σοκ, όπως η μεξικανική κρίση το 1994, η υψηλή ανατίμηση του δολαρίου το 1995, η κρίση στην Ανατολική Ασία το 1997, η ρωσική χρεοκοπία το 1998 και η νομισματική κρίση στη Βραζιλία το 1999, ώθησαν το εθνικό νόμισμα σε καθεστώς σφοδρής υπερτίμησης, σε συνάρτηση με το καθεστώς ισοτιμίας με το δολάριο, με αποτέλεσμα την εμφάνιση και σταθερή επιδείνωση των εξωτερικών ελλειμμάτων και την κλιμακούμενη επιβράδυνση της ανάπτυξης. Παράλληλα, οι δημοσιονομικές ανισορροπίες, εντεινόμενες από κρούσματα διαφθοράς, αλλά και οι υπέρμετρες δημόσιες δαπάνες, επιδείνωσαν σε τέτοιο βαθμό την κατάσταση, ώστε λίγο πριν το 2000 οι επενδυτές άρχισαν να ανησυχούν για το οικονομικό μέλλον της χώρας, σε άμεση συνάρτηση με τη φερεγγυότητά της, γεγονός που είχε ως συνέπεια την πτώση της αξίας των κρατικών ομολόγων της αμερικανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας.
Όπως και στην Αργεντινή, τα ελληνικά προβλήματα άρχισαν να αναδύονται υπό την πίεση εξωτερικών παραγόντων. Μετά τη διεθνή οικονομική κρίση του 2008, η αντίληψη του οικονομικού ρίσκου στις διεθνείς χρηματαγορές άλλαξε δραματικά, η εισροή κεφαλαίων προς την Ελλάδα μειώθηκε σημαντικά και μαζί της ο ρυθμός ανάπτυξης. Σε συνδυασμό με τις κατηγορίες για παραποιημένα στατιστικά στοιχεία και το τεράστιο δημόσιο και εξωτερικό χρέος της χώρας που είχε συσσωρευθεί, τα νέα δεδομένα απομάκρυναν σε σύντομο χρονικό διάστημα τους διεθνείς επενδυτές, με αποτέλεσμα το σπρεντ των ομολόγων που εκδίδονται από την ελληνική κυβέρνηση να αυξηθεί δραματικά σε διάστημα σ το δημόσιο χρέος της Αργεντινής σχεδόν διπλασιάστηκε (από 34% σε πλέον του 60% του ΑΕΠ), κυρίως λόγω της αύξησης των αναγκών χρηματοδότησης για δαπάνες εκτός προϋπολογισμού, (π.χ. για προϋπάρχοντα χρέη όπως ληξιπρόθεσμες οφειλές προς συνταξιούχους και προμηθευτές), και λόγω αδικαιολόγητων δαπανών σε ένα φορολογικό σύστημα που χαρακτηριζόταν από αναλυτές ως αδιαφανές. Ξεκινώντας από το 1999, ως επί το πλείστον, υπό από την πίεση του ΔΝΤ και τις προϋποθέσεις που συνδέονταν με τα τρία συνεχόμενα προγράμματα οικονομικής στήριξης, η κυβέρνηση ενέκρινε μια ακολουθία νόμων, (τέσσερις σε δύο έτη), με στόχο τον έλεγχο του δημοσίου ελλείμματος και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην αγορά.
Η τελευταία και πιο σκληρή δέσμη νόμων, αποκαλούμενη ως «Νομοθεσία Μηδενικού Ελλείμματος», η οποία εγκρίθηκε τον Ιούλιο του 2001, αποσκοπούσε στην υλοποίηση δεσμεύσεων σε έναν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό από το τέταρτο κιόλας τρίμηνο του ίδιου έτους, αποσκοπώντας παράλληλα λόγω του σύντομου χρονικού ορίου διάρκειας των μέτρων, στον κατευνασμό των κοινωνικών αντιδράσεων. Στα τέλη όμως του 2001, το έλλειμμα δεν ήταν μηδενικό σύμφωνα με τους στόχους, αλλά είχε φθάσει στο 6% του ΑΕΠ, ενώ η ανάπτυξη κυμαινόταν στο -4,5 έναντι του στόχου του 3,5%, με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν βίαιες διαμαρτυρίες σε ολόκληρη τη χώρα.
Η ελληνική εμπειρία για έλεγχο των τρεχουσών δαπανών δεν είναι πολύ διαφορετική. Από την περίοδο έναρξης των έντονων δημοσιονομικών προβλημάτων, η ελληνική κυβέρνηση πρότεινε και επικύρωσε τρία διαφορετικά σχέδια εξυγίανσης της οικονομίας. Τον Ιανουάριο του 2010, (λίγο πριν την πρώτη επέμβαση του ΔΝΤ), η προσφάτως εκλεγμένη κυβέρνηση Παπανδρέου είχε ανακοινώσει μεταρρυθμίσεις του προϋπολογισμού, με στόχο τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος από 12,9% του ΑΕΠ σε λιγότερο από 3% το 2012. Παρά την έγκριση του μεταρρυθμιστικού σχεδίου από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε σύντομο χρονικό διάστημα η υλοποίηση του σχεδίου αποδείχθηκε αδύνατη.
Στις αρχές Μαΐου του 2010, μετά την έγκριση του επίσημου πακέτου οικονομικής βοηθείας προς την Ελλάδα από το ΔΝΤ, το σχέδιο δημοσιονομικής εξυγίανσης παρέτεινε το στόχο της μείωσης του ελλείμματος κάτω του 3% έως το 2014. Ωστόσο, κατά την περίοδο της τρίτης επανεξέτασης τον Ιούνιο του 2011, οι ενδιάμεσοι στόχοι του σχεδίου αξιολογήθηκαν ότι παρέμεναν εκτός πορείας και το ΔΝΤ έθεσε το σχεδιασμό ενός πρόσθετου προγράμματος εκτάκτου ανάγκης ως προϋπόθεση για την έγκριση χορήγησης της νέας δόσης. Ως αποτέλεσμα, η ελληνική κυβέρνηση αναγκάσθηκε να παρουσιάσει ένα νέο σχέδιο λιτότητας για την περίοδο 2012-2015 με σκοπό την εξασφάλιση € 28.6 εκατομμυρίων εντός της χρονικής περιόδου 2012-15.
Μια αξιοσημείωτη διαφορά μεταξύ της Αργεντινής και της Ελλάδας εντοπίζεται στο γεγονός ότι η πρώτη δεν είχε τη δυνατότητα να καταφύγει σε ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων οργανισμών με σκοπό τη μείωση του χρέους, δεδομένου ότι σχεδόν το σύνολο των κρατικών περιουσιακών στοιχείων είχε ήδη πωληθεί κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990.
Η εξωτερική βοήθεια: Το ΔΝΤ και οι άλλοι
Στην περίπτωση της Αργεντινής, όταν οι ξένοι πιστωτές άρχισαν να αμφιβάλλουν για την ικανότητα της χώρας να θέσει το χρέος υπό έλεγχο, η διεθνής κοινότητα επενέβη προτείνοντας μεγάλα πακέτα οικονομικής στήριξης. Τον Μάρτιο του 2000, το ΔΝΤ ενέκρινε «προληπτικό» πρόγραμμα τριετούς πίστωσης ύψους $ 7.2 δισεκατομμυρίων με στόχο την επάνοδο της ανάπτυξης και τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, κυρίως μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Ακόμα κι αν, εν συνεχεία, οι στόχοι αναθεωρήθηκαν και περιορίσθηκαν, κανένας από αυτούς τελικώς δεν επετεύχθη.
Δεδομένης της παρατεταμένης δυσκολίας εξωτερικής χρηματοδότησης και της αδυναμίας πρόσβασης της χώρας στις διεθνείς κεφαλαιαγορές, τον Ιανουάριο του 2001, το ΔΝΤ συμφώνησε σε προσαύξησης της «προληπτικής» συμφωνίας στο ποσό των $ 13.7 δισεκατομμυρίων, ενώ την ίδια στιγμή, έπειτα από διαμεσολάβηση του, προωθήθηκε πλάνο πρόσθετης χρηματοδότησης από επίσημες και ιδιωτικές πηγές. Ως εκ τούτου, ένα συνολικό σχέδιο διάσωσης ύψους περίπου 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων παρουσιάσθηκε από την κυβέρνηση της Αργεντινής, ως μέρος ενός επιπλέον προστατευτικού συστήματος κάλυψης των δανείων που είχαν εκδοθεί, (εκτός από το ΔΝΤ), από την Παγκόσμια Τράπεζα, τη Δια-αμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης και την κυβέρνηση της Ισπανίας, σε συνδυασμό με διαβεβαιώσεις χρηματοδότησης προερχόμενες από τον ιδιωτικό τομέα, που θα μπορούσαν να καλύψουν την Αργεντινή από το έλλειμμα πρόσβασης στις διεθνείς αγορές.
Ωστόσο, η αποτυχία της επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων, (σύμφωνα με τα αρνητικά αποτελέσματα της τρίτης αναθεώρησης από το ΔΝΤ), αποδείχθηκε καταλυτικός παράγοντας για την επαύξηση της συμφωνίας δανεισμού ύψους $ 8 δισ. ευρώ στις 7 Σεπτεμβρίου του 2001, (ανεβάζοντας το σύνολο στα $ 22 δισ.) από το ΔΝΤ.
Για ακόμη μια φορά, η περίπτωση της Ελλάδας προσομοιάζει εντυπωσιακά στην περίπτωση της Αργεντινής, αλλά σε μεγαλύτερο μέγεθος. Τον Μάιο του 2010, το ΔΝΤ και ορισμένα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφώνησαν σε δέσμη μέτρων εκτάκτου ανάγκης προκειμένου να συνδράμουν στην αντιμετώπιση των προβλημάτων ρευστότητας, επιβάλλοντας παράλληλα σκληρό πρόγραμμα αναπροσαρμογής των δημοσιονομικών δεδομένων, αποσκοπώντας στη μείωση του ελλείμματος. Παρά τις ακόλουθες ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης σύμφωνα με τις προσταγές της Τρόικα, οι ενδιάμεσοι στόχοι δεν επιτεύχθηκαν κατ’ επανάληψη. Αντιμέτωπη με τον ορατό κίνδυνο αθέτησης των υποχρεώσεων, ένα νέο πακέτο περίπου € 80 δισ. τέθηκε υπό συζήτηση, υπό τον όρο επιβολής ενός νέου σκληρότερου προγράμματος λιτότητας. σχεδόν ενός έτους.
Στην Αργεντινή το 2001 η κατάσταση είχε επιδεινωθεί σε ανεπανόρθωτο βαθμ και η προοπτική της χρεοκοπίας έμοιαζε αναπόφευκτη, σε σημείο που δεκάδες χιλιάδες πολίτες έσπευσαν στις τράπεζες προκειμένου να προβούν σε αναλήψεις των καταθέσεων τους. Σε αυτή ακριβώς τη χρονική στιγμή η νομισματική ενοποίηση με το δολάριο λάμβανε τέλος, αλλά και οι διαδοχικές συμφωνίες δανεισμού από το ΔΝΤ με τις συνεπακόλουθες προϋποθέσεις για την επιβολή σκληρών οικονομικών μέτρων που είχαν επηρεάσει καταλυτικά κυρίως τους χαμηλοεισοδηματίες, είχαν συρρικνώσει τη μεσαία τάξη, είχαν εκμηδενίσει τους ρυθμούς ανάπτυξης και είχαν εκτοξεύσει στα ύψη τους δείκτες ανεργίας, συνέθεταν τις λεπτομέρειες του χειρότερου δυνατού σεναρίου που γινόταν πραγματικότητα.
Στις 30 Νοεμβρίου 2001, ξεκίνησε το λεγόμενο “bank run”. Τα αποθέματα της Κεντρικής Τράπεζας μειώθηκαν κατά 2 δισεκατομμύρια δολάρια μέσα σε μία μόλις μέρα. Ως αντίδραση, ο Πρόεδρος de la Rua επέβαλε ένα ευρύ φάσμα περιορισμών επί των τραπεζικών συναλλαγών, με την ονομασία “el corallito”, το οποίο περιελάμβανε όριο ανάληψης 1.000 δολαρίων το μήνα.
Ανάλογα φαινόμενα μαζικών αναλήψεων από προσωπικές καταθέσεις καταγράφηκαν και στην Ελλάδα υπό το φόβο επανάληψης του αργεντίνικου περιοριστικού μέτρου και το φόβο πιθανής επιστροφής στη δραχμή. Μέσα σε μόλις 2 χρόνια από τον Οκτώβριο του 2009 το απόθεμα των καταθέσεων στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι μειώθηκε κατά περίπου € 50 δισ., ενώ για παράδειγμα τον Σεπτέμβριο του 2011 υπολογίζονται ότι έγιναν αναλήψεις περίπου €5.5 δισ. και τον Οκτώβριο αποσύρθηκαν καταθέσεις ύψους 6.8 δισ. ευρώ.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.