Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

O 68χρονος Αμερικανός μεγιστάνας είναι διάσημος και για το παιχνίδι με τίτλο «Celebrity Charity Trivia» που έχει δημιουργήσει». Σύμφωνα με τους κανονισμούς του, στέλνει μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε 725 επαφές του μία φωτογραφία, όπου ποζάρει δίπλα σε κάποιον διάσημο». Οι πρώτοι δέκα που θα μαντέψουν ποιος είναι δίπλα στον Ραρ κερδίζουν από 5.000 δολάρια, τα οποία θα πρέπει στη συνέχεια να δωρίσουν σε φιλανθρωπικούς σκοπούς. » Ο ίδιος ο Ραρ δώρισε πέρυσι το ιστορικού ύψους ποσό των 10 εκατ. δολαρίων στον φιλανθρωπικό οργανισμό Make A Wish. » Είναι ο 974ος πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, με περιουσία που ανέρχεται σε 1,9 δισ. δολάρια.

Του Βασίλη Αναστασόπουλου

Αφού πούλησε την εταιρεία του αντί 1,3 δισ. δολαρίων, το ’ριξε στις καλές τέχνες, στη φιλανθρωπία και τα ροζ σκάνδαλα

Πώς να μοιάζει, άραγε, ο κόσμος όταν τον κοιτάς μέσα από ένα ζευγάρι κίτρινα Ray-Ban; Οι «New York Times», σε πρόσφατο δημοσίευμα, απηύθυναν το ερώτημα που θα ήθελαν να έχουν διατυπώσει εκατομμύρια Αμερικανοί εάν είχαν την ευκαιρία να κάνουν μία ερώτηση στον κ. Στιούαρτ Ραρ. Σε ελεύθερη απόδοση, θα μπορούσε κανείς να πει ότι το πραγματικό νόημα της ερώτησης είναι το εξής: «Τι… πίνετε και δεν μας δίνετε, κύριε Ραρ;». Κι αυτό διότι ο εκκεντρικός μεγιστάνας της φαρμακοβιομηχανίας δείχνει όντως να βρίσκεται σε έναν δικό του, φανταστικό κόσμο, ζώντας και δρώντας έξω και πέρα από καθετί… βαρετό και συνηθισμένο.

Γιος οικογένειας Εβραίων μεταναστών, ο Στιούαρτ Ραρ γεννήθηκε στο Κουίνς της Νέας Υόρκης το 1946 και ενώ η υφήλιος προσπαθούσε να ξυπνήσει από τον εφιάλτη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ηταν ακόμη σε νεαρή ηλικία όταν άρχισε να δουλεύει πλάι στον πατέρα του, στο φαρμακείο που εκείνος διατηρούσε. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και στη συνέχεια θέλησε να σπουδάσει Νομικά, τα οποία όμως γρήγορα εγκατέλειψε προκειμένου να αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση που τότε ανθούσε, συγκεντρώνοντας έσοδα άνω των 50.000 δολαρίων ετησίως. Το φαρμακείο του πατέρα του λειτουργούσε ήδη ως προμηθευτής άλλων φαρμακείων κι έτσι ο Στιούαρτ βάλθηκε να γιγαντώσει την εταιρεία, μετατρέποντάς τη σε κολοσσό του χονδρεμπορίου φαρμακευτικών σκευασμάτων.

Με κόπο και χρόνο, τα σχέδιά του ευοδώθηκαν. Η εταιρεία, υπό την επωνυμία Kinray Inc., σημείωσε εξαιρετικές επιδόσεις, φτάνοντας να προμηθεύει περισσότερα από 4.000 φαρμακεία στις βορειοανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες και να τζιράρει πάνω από 5 εκατ. δολάρια. Το 2010 ο Ραρ πέτυχε μια εξαιρετικά επικερδή συμφωνία, πουλώντας την Kinray στην Cardinal Health αντί 1,3 δισ. δολ. Εκτοτε αποσύρθηκε από το επιχειρηματικό προσκήνιο και άρχισε να ξοδεύει τα χρήματά του σε φιλανθρωπικούς σκοπούς. Δεν περιορίστηκε όμως σε αυτό. Μανιώδης συλλέκτης έργων τέχνης, δεν εφείσθη χρημάτων προκειμένου να αποκτήσει έργα, μεταξύ άλλων, των Πάμπλο Πικάσο, Ντάμιεν Χιρστ και Αντι Γουόρχολ. Το… καλό του γούστο, ωστόσο, δεν χωρούσε στα στενά όρια των καλών τεχνών κι έτσι ο Ραρ βρέθηκε να δαπανά, σχεδόν σε καθημερινή βάση, πακτωλό χρημάτων σε κάθε είδους ηδονή. Πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε ένα πραγματικό party animal, που φωτογραφιζόταν σε κάθε είδους κοσμική εκδήλωση και πάντοτε δίπλα σε διασημότητες της κινηματογραφικής, τηλεοπτικής και μουσικής βιομηχανίας, όπως ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο, η Αλίσια Κις, ο Μαρκ Γουόλμπεργκ, ο Κάνιε Γουέστ και η Κιμ Καρντάσιαν, ο Αντρέα Μποτσέλι, ο Τζον Λέτζεντ, αλλά και πολιτικοί, όπως οι διατελέσαντες πρόεδροι των ΗΠΑ και του Ισραήλ Μπιλ Κλίντον και Σιμόν Πέρες, αντίστοιχα.

Τον περασμένο Μάιο, ωστόσο, ο Ραρ έκανε κάτι που δύσκολα θα ξεχάσουν οι διάσημοι φίλοι του και ακόμα πιο δύσκολα οι εφημερίδες τύπου ταμπλόιντ. Θέλοντας να γιορτάσει το διαζύγιο με την επί 43 χρόνια σύζυγό του, το οποίο του κόστισε περί τα 250 εκατ. δολάρια, ο εκκεντρικός μεγιστάνας γύρισε ένα ροζ βίντεο. Γιατί να το γιορτάσει; Επειδή όταν παντρεύτηκε ο ίδιος δεν είχε πολλά μηδενικά στον τραπεζικό του λογαριασμό κι έτσι η πρώην σύζυγός του, ονόματι Κάρολ, δεν είχε υπογράψει προγαμιαίο συμβόλαιο. Για να ξεπεράσει, λοιπόν, την επί κάτι παραπάνω από τέσσερις δεκαετίες σύντροφό του, ο Αμερικανός δισεκατομμυριούχος προσκάλεσε τρεις μελαχρινές καλλονές στη λιμουζίνα του. Εκεί βάλθηκε να αποδείξει ότι δικαίως φέρει τον τίτλο του βασιλιά της διασκέδασης. Κατέγραψε τις ερωτικές περιπτύξεις του με τα σέξι κορίτσια έχοντας ως μουσική υπόκρουση το τραγούδι «I Don’t Care, I Love It», και τις έστειλε σε επαφές του στη Νέα Υόρκη. Το βίντεο συνοδευόταν από το εξής μήνυμα: «Τι ταξίδι, τι προσωπικό!».

Ηθελε ενδεχομένως να δείξει ότι περνάει καλύτερα ως εργένης παρά την απώλεια της συζύγου του και των 250 εκατ. δολαρίων από την προσωπική του περιουσία. «Μπορεί το βίντεο να θεωρείται απρεπές και προσβλητικό, οι κοπέλες όμως είναι ενήλικες και συμμετείχαν εθελοντικά», είπε ο δικηγόρος του Ραρ, Μπεν Μπράφμαν, μιλώντας στη «New York Post» όταν ξέσπασε -και δεν άργησε πολύ- ο σάλος γύρω από το αισθησιακό ντοκουμέντο. Απολογούμενος προς την κοινή γνώμη και τους σελέμπριτι φίλους του, ο Ραρ παραδέχτηκε -όχι πολύ πειστικά, πάντως- ότι ένιωσε ντροπή για το βίντεο-μήνυμα που τους έστειλε, δεν έκανε όμως την παραμικρή προσπάθεια να απαρνηθεί τη φήμη που του έφερε το εν λόγω περιστατικό. Αυτός ήταν, εξάλλου, και ο λόγος που το περιοδικό «Forbes» τον έκανε εξώφυλλο με τον τίτλο: «Δισεκατομμυριούχος, φιλάνθρωπος, κατεστραμμένο τρένο». Αν και το άρθρο διόλου κολάκευε το προφίλ του, ο πρώην φαρμακοβιομήχανος κράτησε περισσότερα από 100 αντίτυπα του συγκεκριμένου τεύχους στο γραφείο του για να τα μοιράζει στους κατά καιρούς επισκέπτες του σαν να ήταν καραμέλες. «Είμαι ευλογημένος. Πραγματικά ευλογημένος», δήλωνε έπειτα απ’ όλα αυτά στους «Times» της Νέας Υόρκης.

Το μελάνωμα, η έξαλλη ζωή και η έξωση από το «Nobu»

Σκιαγραφώντας ο ίδιος το προφίλ του για λογαριασμό της αμερικανικής εφημερίδας, ο Ραρ έλεγε: «Επί 42 χρόνια δούλευα καθημερινά από τις 7 το πρωί μέχρι τις 5 το απόγευμα, δίχως διακοπή». Τα λεφτά που έβγαζε, ωστόσο, ομολογεί πως δεν τα χαιρόταν. Ολα κατευθύνονταν στην επιχείρησή του και στους λογαριασμούς που έπρεπε να πληρώνει.

Ωσπου μια μέρα συνάντησε τυχαία τον μουσικό παραγωγό Ντέιβιντ Φόστερ, ο οποίος τον παρότρυνε να αρχίσει να απολαμβάνει τα πλούτη του. «Στο κάτω-κάτω πόσα ηλιοβασιλέματα νομίζεις ότι σου απομένουν;», τον ρώτησε. Ο Ραρ δεν κατάλαβε τι εννοούσε ο συνομιλητής του παρά μόνο το 2008 όταν διαγνώστηκε με μελάνωμα. Τότε ήταν που αποφάσισε να κάνει τη μεγάλη ζωή.

Πούλησε την εταιρεία του, χώρισε τη γυναίκα του και άρχισε να διάγει τον βίο ενός πλεϊμπόι, με τα εντυπωσιακά μοντέλα Νταϊάνα Πίρες και Νάταλι Λόρενς να συγκαταλέγονται στις κατακτήσεις του. Το 2012, πάντως, η φήμη του δέχτηκε ένα ισχυρό χτύπημα. Οταν απείλησε μία υπάλληλό από τα περίφημα σούσι εστιατόρια «Nobu» επειδή δεν τον άφησε να καθίσει στο αγαπημένο του τραπέζι, τον απέκλεισαν διά βίου από πελάτη τους, δείχνοντάς του την πόρτα της εξόδου. Και ο ίδιος πήρε των -κρυμμένων πίσω από τα κίτρινα Ray-Βan- ομματιών του και αποχώρησε, συνεχίζοντας να καλλιεργεί την κοσμική, larger than life περσόνα του σε άλλα, πιο φιλόξενα μέρη…