Η συζήτηση περί λιτότητας αναζωπυρώνεται μεταξύ των παγκόσμιων φορέων χάραξης πολιτικής και των οικονομολόγων με βάση τα νέα στοιχεία.
Αντιμετωπίζοντας το κίνδυνο μιας ακόμη επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας, οι ΗΠΑ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εξάφρασαν ανοιχτά τη διαφωνία τους με την Ευρωζώνη και το Ηνωμένο Βασίλειο για τις περικοπές στους προϋπολογισμούς και το χρέος ως συνταγή για την ανάκαμψη, ενώ στην ακαδημαϊκή κοινότητα, οι καθηγητές Kenneth Rogoff και Paul Krugman παραμένουν σε κόντρα.
Η διαμάχη οδήγησε σε νέο γύρο διαφωνιών για τον καθορισμό των στόχων στις συνομιλίες του Σαββατοκύριακου στην Ουάσιγκτον, αφού προέκυψαν στοιχεία για λανθασμένες εκτιμήσεις με επίκεντρο την έρευνα Rogoff, η οποία έχει χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει τις περικοπές.
“Η καθυστέρηση στις αναγκαίες προσαρμογές θα επιδεινώσει περαιτέρω τους κινδύνους για τις προοπτικές για μια διαρκή και ουσιαστικά υγιή ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας,”
δήλωσε ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.
«Ασθενής» Ανάπτυξη
Συμφωνώντας ότι “χρειάζονται πολύ περισσότερα” για να ενισχυθεί αυτό που ονομάζεται «αδύναμη» παγκόσμια οικονομία, η Ομάδα των 20 υπουργών Οικονομικών και οι κεντρικοί τραπεζίτες εξακολουθούν να αποδεικνύονται ανίκανοι να γεφυρώσουν τις ιδεολογικές διαφορές επί των προϋπολογισμών. Η συζήτηση για το χρέος έληξε με την υπόσχεση να επανεξεταστεί η αντικατάσταση των στόχων του 2010 στους οποίους υπήρξε καθολική αποτυχία πριν ακόμη τελειώσει το προηγούμενο έτος.
Αμερικανικός αξιωματούχος του υπουργείου Οικονομικών, μιλώντας σε δημοσιογράφους μετά τη συνάντηση, είπε ότι οι ΗΠΑ θέλουν να αποφύγουν τους σκληρούς στόχους και κατάφερε να πείσει τους συμμετέχοντες να επικεντρωθούν στην αντιμετώπιση ζητημάτων όπως η ανεργία σε ορισμένες περιοχές της Ευρώπης, αντί να καθορίζονται δημοσιονομικοί στόχοι.
Οι ευρωπαίοι που εξακολουθούν να υποφέρουν για πάνω από τρία χρόνια από την κρίση χρέους, υπερασπίστηκαν τις δημοσιονομικές τους θέσεις, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και με 19 εκατομμύρια ανέργους θα αποδειχθεί τελικά η καλύτερη λύση για την ανάκαμψη.
Ο Σόιμπλε χρησιμοποίησε την συνάντηση για να προώθησει μια “φιλική προς την ανάπτυξη” μείωση του ελλείμματος. Η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, την περασμένη εβδομάδα είπε ότι “πάντα μιλάμε για την λιτότητα – αυτή είναι η νέα λέξη χρησιμοποιείται πολύ συχνά – αλλά ξεχνάμε ότι δεν μιλάμε ποτέ για το γεγονός ότι θα πρέπει τα χρέη να αποπληρωθούν”.
Με την σειρά του ο Όλι Ρεν δήλωσε στο Bloomberg ότι η ευρωζώνη “θα πρέπει να συνεχίσει τη δημοσιονομική εξυγίανση, επειδή τα επίπεδα του χρέους έχουν αυξηθεί σημαντικά.” Ενώ “περαιτέρω μέτρα για την ανάπτυξη και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας έχουν ήδη ληφθεί”, είπε.
Η Fitch Ratings υποβάθμισε τις δημοσιονομικές προοπτικές του Ηνωμένου Βασιλείου αφαιρώντας του την κορυφαία πιστοληπτική ικανότητα, και ο Υπουργός Οικονομικών George Osborne απέρριψε το αίτημα του ΔΝΤ για χαλάρωση της λιτότητας. “Επιδεικνύουμε αξιοπιστία και ευελιξία”, δήλωσε λίγο δημοσιοποιηθούν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το Ηνωμένο Βασίλειο βυθίζεται σε τριπλή ύφεση.
Το αντεπιχείρημα, όπως παρουσιάστηκε από το ΔΝΤ για μια αντιστροφή από τις συνταγές λιτότητας, ήταν ότι οι οικονομίες θα πρέπει να είναι προσεκτικές όσον αφορά τις γρήγορες περικοπές αφού υπάρχει ο φόβος αποτυχίας σε ακόμα χαμηλότερη οικονομική ανάπτυξη και υψηλότερα χρέη.
“Είναι ένα ζήτημα του πόσο και πόσο γρήγορα,” δήλωσε η Lagarde.
Την άποψη αυτή συμμερίστηκε και ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Jacob J. Lew. Κάνοντας το ντεμπούτο του στους G20, είπε ότι η ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής ζήτησης είναι «κρίσιμη για την παγκόσμια ανάπτυξη» εννοώντας τις χώρες με εμπορικά πλεονάσματα όπως η Γερμανία η οποία πρέπει να κάνει περισσότερα για να διευκολύνει την “κόπωση λιτότητας” που υπάρχει.
Στην περίπτωση των ΗΠΑ, ο Lew δεσμεύθηκε να μειώσει τα ελλείμματά σε ένα βιώσιμο επίπεδο, ενώ προανήγγηλε την οικοδόμηση ενός ιδρύματος για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης.
Από την πλευρά τους οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι θεώρησαν εσφαλμένη την προσέγγιση των ΗΠΑ. Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, Werner Hoyer, δήλωσε ότι η “αδυναμία να καταλήξουμε σε αποφάσεις και μεταρρυθμίσεις είναι πολύ χειρότερη στην Αμερική από ό, τι στην Ευρώπη”. Παράλληλα, ο σουηδός υπουργός Οικονομικών, Anders Borg, δήλωσε ότι τα δημοσιονομικά ελλείμματα των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας αποτελούν “πηγή ανησυχίας και αβεβαιότητας “.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.