Ανυποχώρητη μπροστά στο καθολικό πλέον αίτημα της Ευρωζώνης για χαλάρωση της λιτότητας και για την ανάληψη δράσεων εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για την τόνωση της οικονομίας, εμφανίζεται η Angela Merkel. Μάλιστα, η Γερμανίδα καγκελάριος φτάνει στο σημείο να δηλώσει ότι θα επιθυμούσε ακόμα και την αύξηση των επιτοκίων του ευρώ.
Εάν η ΕΚΤ κοίταζε μόνο τη Γερμανία, θα έπρεπε να αυξήσει τα επιτόκια, δήλωσε η Merkel. Πρόκειται για μία ασυνήθιστη παρέμβαση της καγκελαρίου στο έργο της ΕΚΤ, η οποία έρχεται την ώρα που ο Mario Draghi εξετάζει τη μείωση των επιτοκίων, για πρώτη φορά από τον Ιούλιο του 2012. Οι αναλυτές εκτιμούν μάλιστα ότι η κίνηση του κεντρικού τραπεζίτη ίσως έρθει ακόμα και την επόμενη εβδομάδα.
“Η ΕΚΤ είναι προφανώς σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Για τη Γερμανία, θα έπρεπε αυτή τη στιγμή να αυξήσει ελαφρώς τα επιτόκια, όμως, για τις υπόλοιπες χώρες, θα έπρεπε να κάνει ακόμα περισσότερα για να τους προσφέρει και άλλη ρευστότητα, και ειδικά για να φτάσει αυτή η ρευστότητα στις επιχειρήσεις”, είπε η Merkel, μιλώντας σε τραπεζικό συνέδριο. Το σχόλιό της κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με πρόσφατες δηλώσεις του Wolfgang Schaeuble, ο οποίος είχε πει ότι υπάρχει υπερβολική ρευστότητα στις αγορές και θα πρέπει η ΕΚΤ να τη μειώσει.
“Εάν θέλουμε να επιτρέψουμε σε ένα ανεκτό επίπεδο επιτοκίων, τότε θα πρέπει να ξεπεράσουμε αυτό τον εσωτερικό διχασμό στην Ευρωζώνη”, δήλωσε η Merkel.
Πραγματικά, η Ευρώπη των δύο ταχυτήτων αποτυπώνεται πια στα στατιστικά στοιχεία. Η Ευρωζώνη βυθίστηκε σε νέα ύφεση και ο πληθωρισμός κινείται αρκετά κάτω από το όριο του 2%, δίνοντας στην ΕΚΤ περιθώριο να δράσει.
Όμως, η γερμανική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί κατά 0,5% φέτος και 1,6% του χρόνου, σύμφωνα με τις νέες εκτιμήσεις του Βερολίνου, που ανακοινώθηκαν σήμερα. Με τέτοιους ρυθμούς ανάπτυξης και πολύ χαμηλά επιτόκια, η Γερμανία φοβάται τον πληθωρισμό.
Την ίδια στιγμή, όμως, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στις υπόλοιπες χώρες πασχίζουν να βρουν τραπεζική χρηματοδότηση, με αποτέλεσμα η ΕΚΤ να ανησυχεί για το γεγονός ότι οι αποφάσεις της νομισματικής πολιτικής της δεν “περνούν” στην πραγματική οικονομία.
Η Merkel αναγνώρισε το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν επιχειρήσεις στην Πορτογαλία ή την Ιταλία, όπου το κόστος δανεισμού τους είναι δύο ή τρεις φορές υψηλότερο του αντίστοιχου γερμανικού. Και είπε ότι αυτή η κατάσταση δυσχεραίνει τις προσπάθειες μεταρρυθμίσεων.
Για τον Joerg Asmussen, μέλος του δ.σ. της ΕΚΤ, πάντως, η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα της κρίσης.
“Η νομισματική πολιτική δεν είναι το πολυ-όπλο για κάθε μορφής οικονομική ασθένεια”, είπε ο Asmussen, εκτιμώντας ότι η μείωση των επιτοκίων δεν θα περάσει στην περιφέρεια, όπου είναι και πιο αναγκαία.
Όχι από το Βερολίνο στη χαλάρωση της λιτότητας
Την ίδια στιγμή, ο Γερμανός υπουργός Οικονομίας Philipp Roesler καλεί τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης να επιμείνουν στην πολιτική της δημοσιονομικής προσαρμογής, η οποία μπορεί να είναι επώδυνη, όμως είναι η σωστή, όπως λέει.
“Σε αυτό το σημείο, η κυβέρνηση θα είναι πάντα σταθερή. Ανησυχούμε πολύ και θα ήθελα να προειδοποιήσω όλες τις χώρες μέλη στην Ευρώπη να μην χαλαρώσουν την πορεία της προσαρμογής”, είπε ο Roesler.
“Γιατί αυτό που έχει επιτευχθεί τους τελευταίους μήνες στο μέτωπο της προσαρμογής έχει οδηγήσει σε μία πολύ πιο σταθερή κατάσταση από ό,τι είχαμε πριν από ένα χρόνο”.
“Υπάρχουν πάντα αυτοί που θέλουν να παρεκκλίνουν από αυτό το μονοπάτι, όμως, είναι ακόμα σωστό να δίνουμε σημασία στη δημοσιονομική προσαρμογή”, τόνισε, λέγοντας ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος για την έξοδο από την κρίση.
Νωρίτερα, και ο υπουργός Οικονομικών Wolfgang Schaeuble είχε τονίσει ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, μεταξύ των οποίων και η γαλλική, θα πρέπει να συνεχίσουν τις μεταρρυθμίσεις, αν και άφησε ανοικτή την πόρτα σε κάποια ευελιξία στους στόχους για τα ελλείμματα.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.