Η Μέση Ανατολή πράγματι αλλάζει. Όχι όμως με τον τρόπο που είχαν φανταστεί ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου όταν αποφάσισαν να προχωρήσουν σε στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν.
Παρά τους μήνες πολέμου, η Ισλαμική Δημοκρατία δεν έχει ηττηθεί. Αντίθετα, η περιοχή φαίνεται να εισέρχεται σε μια μακρά περίοδο μόνιμης κρίσης, όπου οι εντάσεις θα εναλλάσσονται με εξάρσεις ανοιχτών συγκρούσεων, χωρίς σαφή προοπτική οριστικής λύσης.
Η πρόσφατη κατάρριψη αμερικανικού ελικοπτέρου Apache από τις ιρανικές δυνάμεις αποτελεί ακόμη μία ένδειξη ότι η Τεχεράνη διατηρεί σημαντικές δυνατότητες αντίδρασης και δεν δείχνει καμία πρόθεση να υποχωρήσει. Για το ιρανικό καθεστώς, η επιβίωση ισοδυναμεί με νίκη, ενώ στρατηγικός στόχος παραμένει η εδραίωση της επιρροής του στα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους του πλανήτη.
Η δύσκολη εξίσωση για τον Τραμπ
Ο Αμερικανός πρόεδρος καλείται πλέον να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες επιδιώξεις. Από τη μία πλευρά, θέλει να απαντήσει δυναμικά στις ιρανικές προκλήσεις ώστε να μη φανεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες υποχωρούν. Από την άλλη, προσπαθεί να διατηρήσει ζωντανό το διπλωματικό κανάλι επικοινωνίας με την Τεχεράνη.
Το γεγονός ότι το πλήρωμα του Apache διασώθηκε φαίνεται πως απέτρεψε μια πολύ σκληρότερη αμερικανική αντίδραση. Εάν υπήρχαν νεκροί Αμερικανοί στρατιώτες, οι εξελίξεις θα μπορούσαν να ήταν δραματικά διαφορετικές.
Ο Τραμπ εξακολουθεί να επενδύει πολιτικά σε μια συμφωνία που θα οδηγούσε στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για ευρύτερες διαπραγματεύσεις γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου.
Ωστόσο, ο πόλεμος παραμένει αντιδημοφιλής στο εσωτερικό των ΗΠΑ και ο Αμερικανός πρόεδρος αναζητά μια έξοδο που θα μπορεί να παρουσιάσει ως επιτυχία. Μέχρι στιγμής, αυτό αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολο.
Οι υποσχέσεις για αλλαγή καθεστώτος
Όταν οι δύο ηγέτες ξεκίνησαν τον πόλεμο στα τέλη Φεβρουαρίου, το μήνυμα που εξέπεμπαν ήταν ξεκάθαρο: θεωρούσαν ότι πλησίαζε το τέλος του καθεστώτος που κυβερνά το Ιράν από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979.
Από το Μαρ-α-Λάγκο στη Φλόριντα, ο Τραμπ απηύθυνε τότε έκκληση στους Ιρανούς πολίτες, υποστηρίζοντας ότι πλησιάζει «η ώρα της ελευθερίας τους» και αφήνοντας να εννοηθεί ότι η πτώση της κυβέρνησης στην Τεχεράνη ήταν θέμα χρόνου.
Την επόμενη ημέρα, ο Νετανιάχου εμφανίστηκε από το στρατιωτικό συγκρότημα Κίρια στο Τελ Αβίβ, δηλώνοντας ότι ήρθε η στιγμή να επιτύχει τον στρατηγικό στόχο που, όπως υποστήριξε, επιδίωκε επί τέσσερις δεκαετίες: την εξουδετέρωση του ιρανικού καθεστώτος.
Για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, η μεγαλύτερη απειλή για το Ισραήλ δεν ήταν ποτέ οι Παλαιστίνιοι ή οι αραβικές χώρες της περιοχής, αλλά η Τεχεράνη. Για χρόνια προσπαθούσε να πείσει διαδοχικούς Αμερικανούς προέδρους να υιοθετήσουν μια πιο επιθετική στάση απέναντι στο Ιράν. Με τον Τραμπ βρήκε έναν πρόθυμο σύμμαχο.
Οι λανθασμένες εκτιμήσεις
Τόσο η Ουάσιγκτον όσο και το Τελ Αβίβ θεώρησαν ότι το ιρανικό καθεστώς βρισκόταν στα πρόθυρα κατάρρευσης.
Η οικονομία αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα λόγω των κυρώσεων, της κακοδιαχείρισης και της διαφθοράς. Παράλληλα, το Ισραήλ είχε καταφέρει να πλήξει καίριους συμμάχους της Τεχεράνης, όπως η Χαμάς στη Γάζα και η Χεζμπολάχ στον Λίβανο, ενώ ο Μπασάρ αλ Άσαντ είχε ανατραπεί από την εξουσία στη Συρία.
Η εκτίμηση ήταν ότι η εξόντωση της κορυφής της ιρανικής ηγεσίας θα οδηγούσε σε εσωτερική αποσύνθεση του καθεστώτος.
Αντί γι’ αυτό, οι δύο χώρες βρέθηκαν αντιμέτωπες με ένα σύστημα πολύ πιο ανθεκτικό από όσο υπολόγιζαν.
Η Τεχεράνη απέδειξε ότι είχε προετοιμαστεί επί δεκαετίες για ένα τέτοιο σενάριο, αναπτύσσοντας μηχανισμούς επιβίωσης, στρατιωτικές εφεδρείες και ένα μοντέλο εθνικής ασφάλειας που στηρίζεται τόσο στη στρατιωτική ισχύ όσο και στην ιδεολογική συνοχή του καθεστώτος.
Το κόστος για τον Κόλπο
Οι συνέπειες του πολέμου δεν περιορίζονται στο Ιράν, το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τα κράτη του Κόλπου, ακόμη και εκείνα που διατηρούν στενές σχέσεις με την Ουάσιγκτον και σε ορισμένες περιπτώσεις με το Ισραήλ, υφίστανται σοβαρό πλήγμα.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι απώλειες εσόδων από το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τα πετροχημικά προϊόντα. Χώρες όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν είχαν επενδύσει δισεκατομμύρια δολάρια για να παρουσιάσουν τον Κόλπο ως παγκόσμιο κέντρο σταθερότητας, επενδύσεων και τουρισμού.
Η συνέχιση του πολέμου απειλεί να μετατρέψει αυτή την εικόνα σε αυταπάτη, καθώς επενδυτές και επιχειρήσεις επανεξετάζουν τα σχέδιά τους υπό το βάρος της γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Το νέο δόγμα της Τεχεράνης
Στην Τεχεράνη επικρατεί η αντίληψη ότι η επιβίωση του καθεστώτος και η δυνατότητα να παραλύσει τη διεθνή οικονομία μέσω των Στενών του Ορμούζ μπορούν να μετατραπούν σε μακροπρόθεσμο αποτρεπτικό όπλο απέναντι στις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Η νέα γενιά ηγετών που διαδέχθηκε τα κορυφαία στελέχη που σκοτώθηκαν από ισραηλινές και αμερικανικές επιχειρήσεις θεωρείται ακόμη πιο πρόθυμη να αναλάβει ρίσκα.
Η λογική τους είναι ότι οι διαβεβαιώσεις και οι διπλωματικές δηλώσεις δεν αρκούν για να αποτρέψουν μελλοντικές επιθέσεις. Αντίθετα, πιστεύουν ότι μόνο η επίδειξη κόστους προς τους αντιπάλους τους μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά.
Ο Λίβανος στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων
Ένα από τα βασικά στοιχεία της ιρανικής στρατηγικής είναι η σύνδεση του μετώπου του Λιβάνου με τις εξελίξεις στον Κόλπο.
Το μήνυμα της Τεχεράνης προς τον Τραμπ είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική συμφωνία όσο το Ισραήλ συνεχίζει τις επιθέσεις κατά της Χεζμπολάχ και των υποδομών της στον Λίβανο.
Η πρόσφατη παρέμβαση του Αμερικανού προέδρου για να αποτραπεί ισραηλινή επίθεση στη Βηρυτό ερμηνεύθηκε ως έμμεση αναγνώριση αυτής της διασύνδεσης.
Ο Νετανιάχου έχει απορρίψει κατηγορηματικά αυτή τη λογική. Ωστόσο, το βασικό του πρόβλημα είναι ότι οι αμερικανικές προτεραιότητες δεν ταυτίζονται πλέον πλήρως με τις ισραηλινές.
Ο Τραμπ ενδιαφέρεται ολοένα και περισσότερο για τον τερματισμό της σύγκρουσης, ενώ ο Ισραηλινός πρωθυπουργός επιμένει ότι ο πόλεμος πρέπει να συνεχιστεί μέχρι να αποδυναμωθεί καθοριστικά το καθεστώς της Τεχεράνης.
Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά
Όταν τα Στενά του Ορμούζ έκλεισαν τον Μάρτιο, οι προειδοποιήσεις για τις επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία ήταν έντονες. Πολλοί εκτιμούσαν ότι η κατάσταση θα εξομαλυνόταν μέσα σε λίγους μήνες.
Τρεις μήνες αργότερα, το κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα παραμένει κλειστό και δεν διαφαίνεται άμεση προοπτική επαναλειτουργίας του.
Εάν δεν υπάρξει μια σημαντική διπλωματική ανατροπή, η κρίση κινδυνεύει να μετατραπεί σε μόνιμο χαρακτηριστικό της νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας στη Μέση Ανατολή, με απρόβλεπτες συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία, τις αγορές ενέργειας και τη σταθερότητα της περιοχής.
Διαβάστε ακόμη
Ασπίδα του Αχιλλέα: Ώρα ΚΥΣΕΑ – «Κλείδωσε» η ελληνική συμμετοχή στο 25%
Κύκλωμα σε πολεοδομίες: Στη φυλακή και οι έξι κατηγορούμενοι μετά τις απολογίες τους
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.