Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για τους όρους, με τους οποίους η ίδια και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες της Ευρωζώνης θα αγοράζουν ομόλογα της Ευρωζώνης, συνολικού ύψους 1,1 τρισ. ευρώ, από την ερχόμενη Δευτέρα και για 19 μήνες, ενέχει τον κίνδυνο να κάνει πιο αδιαφανή την όλη διαδικασία για τους επενδυτές, αναφέρει δημοσίευμα του πρακτορείου Bloomberg.

Όπως επισημαίνει το Bloomberg, η ΕΚΤ έθεσε κάποιους γενικούς κανόνες για τις αγορές αυτές, αλλά δίνει στις εθνικές κεντρικές τράπεζες τη διακριτική δυνατότητα να επιλέγουν μέσα στο πλαίσιο αυτό ποιους τίτλους θα αγοράσουν και πότε.

Οι εθνικές κεντρικές τράπεζες θα μπορούν να αγοράζουν ομόλογα από τις δικές τους αγορές, αλλά θα έχουν κάποια δυνατότητα επιλογής μεταξύ κρατικών τίτλων και τίτλων που εκδίδουν συγκεκριμένοι Οργανισμοί που κατονομάζονται στην απόφαση της ΕΚΤ- όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας κ.α.

Θα μπορούν, επίσης, να επιλέγουν τη διάρκεια των ομολόγων που θα αγοράζουν, καθώς η ΕΚΤ θεωρεί επιλέξιμους όλους τους τίτλους με υπολειπόμενη διάρκεια έως τη λήξη τους από 2 έως 31 έτη, σημειώνει το διεθνές οικονομικό πρακτορείο.

«Το Ευρωσύστημα θα ακολουθεί έναν εσωτερικό δείκτη, όταν θα συντονίζει τις αγορές, δίνοντας κάποια ευελιξία στις εθνικές κεντρικές τράπεζες όσον αφορά στις αγορές που θα κάνουν στο πλαίσιο των δικών τους ποσοστών στο πρόγραμμα από το σύνολο των επιλέξιμων χρεογράφων» αναφέρεται σε ανακοίνωση της ΕΚΤ.

Όπως προσθέτει το Bloomberg, κάθε εθνική κεντρική τράπεζα θα αγοράζει ομόλογα με βάση το ποσοστό της στο κεφάλαιο της ΕΚΤ, αλλά αυτός ο κανόνας δεν θα τηρείται υποχρεωτικά κάθε μήνα. Θα υπάρχει, δηλαδή, η δυνατότητα για περισσότερες αγορές κάποιους μήνες και λιγότερες κάποιους άλλους. Επιπλέον, οι κεντρικές τράπεζες θα μπορούν να αγοράζουν και ομόλογα με αρνητική απόδοση έως -0,2%, όσο δηλαδή είναι και το επιτόκιο καταθέσεων στην ΕΚΤ.
Οι αγορές ομολόγων δεν θα μπορούν να είναι μεγαλύτερες από το 25% κάθε έκδοσης και το 33% των τίτλων που έχουν εκδοθεί από κάθε χώρα, ενώ στα ποσοστά αυτά θα συνυπολογισθούν και αγορές που πιθανόν έχει ήδη κάνει η ΕΚΤ στο πλαίσιο παλαιότερου προγράμματος.