search icon

Διεθνή

Ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ: Τι διακυβεύεται για τον Τραμπ και πώς μπορεί να αλλάξει ο πολιτικός χάρτης

Στις 3 Νοεμβρίου οι Αμερικανοί προσέρχονται στις κάλπες για την ανανέωση του Κογκρέσου, σε μια εκλογική αναμέτρηση που θα επηρεάσει καθοριστικά την επόμενη διετία της προεδρίας Τραμπ - Τι κρίνεται στη Βουλή και τη Γερουσία και ποια είναι τα σενάρια για Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικάνους

Μόλις δύο χρόνια μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται μπροστά σε μια εκλογική αναμέτρηση με σημαντικές πολιτικές προεκτάσεις. Στις 3 Νοεμβρίου 2026 οι Αμερικανοί ψηφοφόροι θα αποφασίσουν ποιο κόμμα θα ελέγχει το Κογκρέσο, διαμορφώνοντας τις ισορροπίες που θα καθορίσουν τη λειτουργία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης έως τις επόμενες προεδρικές εκλογές.

Οι λεγόμενες ενδιάμεσες εκλογές (midterms) δεν αφορούν την εκλογή προέδρου. Αποτελούν, ωστόσο, μία από τις σημαντικότερες πολιτικές δοκιμασίες για την εκάστοτε κυβέρνηση, καθώς διεξάγονται στο μέσο της τετραετούς προεδρικής θητείας και επιτρέπουν στους πολίτες να εκφράσουν την κρίση τους για την πορεία της χώρας.

Για τον Ντόναλντ Τραμπ, το αποτέλεσμα θα καθορίσει τα περιθώρια προώθησης της πολιτικής του κατά τα δύο τελευταία χρόνια της θητείας του.

Εάν οι Ρεπουμπλικάνοι διατηρήσουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, η κυβέρνηση θα εξακολουθήσει να λειτουργεί σε ένα ευνοϊκότερο νομοθετικό περιβάλλον. Αντίθετα, ενδεχόμενη επικράτηση των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων ή και στη Γερουσία θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τη δυνατότητα του προέδρου να υλοποιήσει την ατζέντα του.

Πώς κατανέμονται οι εξουσίες στις ΗΠΑ

Για να γίνει κατανοητή η σημασία των ενδιάμεσων εκλογών, χρειάζεται να εξεταστεί ο τρόπος λειτουργίας του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.

Το Σύνταγμα των ΗΠΑ προβλέπει τρεις διακριτές εξουσίες: την εκτελεστική, τη νομοθετική και τη δικαστική. Κάθε μία διαθέτει συγκεκριμένες αρμοδιότητες, ενώ παράλληλα λειτουργούν μηχανισμοί ελέγχου και εξισορρόπησης, γνωστοί ως checks and balances.

Ο πρόεδρος ασκεί την εκτελεστική εξουσία, έχει την ευθύνη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, εποπτεύει την εφαρμογή των νόμων και διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην εξωτερική πολιτική. Είναι επίσης αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων και επιλέγει υπουργούς, ανώτερους κυβερνητικούς αξιωματούχους και ομοσπονδιακούς δικαστές, με τη Γερουσία να έχει αρμοδιότητες έγκρισης συγκεκριμένων διορισμών.

Η νομοθετική εξουσία ανήκει στο Κογκρέσο, το οποίο αποτελείται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία. Τα δύο σώματα είναι υπεύθυνα για τη νομοθέτηση, την έγκριση των ομοσπονδιακών δαπανών και τον έλεγχο της κυβέρνησης.

Στο τρίτο σκέλος βρίσκεται η δικαστική εξουσία, με κορυφαίο θεσμό το Ανώτατο Δικαστήριο. Τα ομοσπονδιακά δικαστήρια ερμηνεύουν τη νομοθεσία και το Σύνταγμα, εξετάζουν δικαστικές διαφορές και έχουν τη δυνατότητα να κρίνουν αντισυνταγματικές κυβερνητικές αποφάσεις ή νομοθετικές ρυθμίσεις.

Η βασική διαφορά από τα κοινοβουλευτικά συστήματα που κυριαρχούν στην Ευρώπη είναι ότι ο Αμερικανός πρόεδρος εκλέγεται ανεξάρτητα από το Κογκρέσο. Συνεπώς, ακόμη και αν το κόμμα του χάσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ο ίδιος δεν υποχρεώνεται να αποχωρήσει από το αξίωμά του.

Η απώλεια της πλειοψηφίας, ωστόσο, μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά εμπόδια στην ψήφιση νόμων, στη χρηματοδότηση κυβερνητικών προγραμμάτων και στην έγκριση διορισμών.

Βουλή και Γερουσία: Πόσες έδρες κρίνονται

Η Βουλή των Αντιπροσώπων διαθέτει 435 μέλη με δικαίωμα ψήφου, τα οποία εκλέγονται κάθε δύο χρόνια. Κάθε αντιπρόσωπος εκπροσωπεί μία εκλογική περιφέρεια, ενώ ο αριθμός των εδρών που αντιστοιχούν σε κάθε πολιτεία καθορίζεται με βάση τον πληθυσμό της.

Στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου ανανεώνεται το σύνολο των 435 εδρών. Όταν όλες είναι καλυμμένες, για τον έλεγχο του σώματος απαιτούνται 218.

Η Βουλή συμμετέχει στην ψήφιση της ομοσπονδιακής νομοθεσίας, αλλά έχει και σημαντικές ελεγκτικές αρμοδιότητες. Μπορεί να κινεί διαδικασίες παραπομπής του προέδρου ή άλλων αξιωματούχων, μέσω του μηχανισμού του impeachment, ενώ οι κοινοβουλευτικές επιτροπές μπορούν να διενεργούν έρευνες, να καλούν μάρτυρες και να απαιτούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, την προσκόμιση εγγράφων.

Η Γερουσία αποτελείται από 100 μέλη, με κάθε πολιτεία να εκπροσωπείται από δύο γερουσιαστές, ανεξάρτητα από τον πληθυσμό της.

Η θητεία τους είναι εξαετής, αλλά οι εκλογές πραγματοποιούνται σταδιακά, ώστε περίπου το ένα τρίτο των εδρών να ανανεώνεται ανά διετία.

Το 2026 τίθενται σε εκλογική αναμέτρηση 35 έδρες, από τις οποίες 22 κατέχονται από Ρεπουμπλικάνους και 13 από Δημοκρατικούς.

Εκτός από τη συμμετοχή της στη νομοθετική διαδικασία, η Γερουσία εγκρίνει ή απορρίπτει σημαντικούς προεδρικούς διορισμούς, όπως εκείνους των ομοσπονδιακών δικαστών και των πρεσβευτών. Παράλληλα, είναι αρμόδια για την παροχή συγκατάθεσης στην επικύρωση διεθνών συνθηκών, με την απαιτούμενη πλειοψηφία των δύο τρίτων των παρόντων γερουσιαστών.

Εφόσον η Βουλή παραπέμψει έναν πρόεδρο, η Γερουσία αναλαμβάνει τη διεξαγωγή της σχετικής δίκης. Για την καταδίκη και την απομάκρυνσή του απαιτούνται επίσης τα δύο τρίτα των παρόντων μελών.

Γιατί η πλειοψηφία στο ένα σώμα δεν είναι αρκετή

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ψήφιση ενός ομοσπονδιακού νόμου προϋποθέτει, κατά κανόνα, την έγκριση του ίδιου κειμένου και από τα δύο σώματα του Κογκρέσου, πριν αυτό υποβληθεί στον πρόεδρο για υπογραφή.

Ο πρόεδρος μπορεί να ασκήσει βέτο, το οποίο είναι δυνατόν να ανατραπεί μόνο εφόσον συγκεντρωθεί πλειοψηφία δύο τρίτων τόσο στη Βουλή όσο και στη Γερουσία.

Αυτό σημαίνει ότι η επικράτηση ενός κόμματος μόνο στη Βουλή ή μόνο στη Γερουσία δεν του εξασφαλίζει απόλυτο έλεγχο της νομοθετικής διαδικασίας.

Επιπλέον, στη Γερουσία ισχύει ο μηχανισμός του filibuster, μέσω του οποίου η μειοψηφία μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την προώθηση νομοσχεδίων. Για τον τερματισμό της συζήτησης σε πολλές περιπτώσεις απαιτούνται 60 ψήφοι.

Έτσι, ακόμη και μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν συνεπάγεται ότι όλες οι νομοθετικές πρωτοβουλίες μπορούν να εγκριθούν χωρίς διακομματική στήριξη.

Πώς διεξάγονται οι ενδιάμεσες εκλογές

Οι midterms πραγματοποιούνται κάθε τέσσερα χρόνια, στο μέσο της προεδρικής θητείας.

Στις 3 Νοεμβρίου οι Αμερικανοί θα εκλέξουν ολόκληρη τη νέα Βουλή των Αντιπροσώπων, περίπου το ένα τρίτο της Γερουσίας, καθώς και κυβερνήτες και άλλους πολιτειακούς ή τοπικούς αξιωματούχους.

Η εκλογική διαδικασία δεν ακολουθεί απολύτως ενιαίους κανόνες σε όλη τη χώρα. Κάθε πολιτεία διαθέτει σημαντική αυτονομία σε ζητήματα που αφορούν την οργάνωση της ψηφοφορίας, την πρόωρη προσέλευση στις κάλπες, την επιστολική ψήφο και την καταμέτρηση των αποτελεσμάτων, μέσα στο πλαίσιο της ομοσπονδιακής νομοθεσίας.

Πριν από την τελική αναμέτρηση, τα κόμματα επιλέγουν τους υποψηφίους τους μέσα από προκριματικές εκλογές ή άλλες προβλεπόμενες διαδικασίες.

Οι προκριματικές διαφέρουν ανά πολιτεία. Σε κάποιες συμμετέχουν μόνο εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι του αντίστοιχου κόμματος, ενώ σε άλλες επιτρέπεται και η συμμετοχή ανεξάρτητων.

Στις γενικές εκλογές, στις περισσότερες περιπτώσεις επικρατεί ο υποψήφιος που συγκεντρώνει τις περισσότερες ψήφους, χωρίς να αποκλείονται ειδικές διαδικασίες ή δεύτερος γύρος όπου προβλέπεται.

Οι πολίτες μπορούν να ψηφίσουν την ημέρα των εκλογών, νωρίτερα με φυσική παρουσία ή μέσω επιστολικής και άλλης προβλεπόμενης διαδικασίας εξ αποστάσεως ψηφοφορίας.

Η καταμέτρηση και η επικύρωση των αποτελεσμάτων πραγματοποιούνται από τις αρμόδιες πολιτειακές και τοπικές αρχές. Σε οριακές αναμετρήσεις, η οριστικοποίηση μπορεί να καθυστερήσει λόγω επιστολικών ψήφων, επανακαταμετρήσεων ή δικαστικών προσφυγών.

Το νέο Κογκρέσο αναλαμβάνει καθήκοντα στις 3 Ιανουαρίου 2027.

Γιατί οι εκλογές θεωρούνται κρίσιμο τεστ για τον Τραμπ

Παρότι ο πρόεδρος δεν διεκδικεί επανεκλογή στις ενδιάμεσες εκλογές, η αναμέτρηση συνδέεται σχεδόν πάντοτε με την αποτίμηση της πολιτικής του.

Η κατάσταση της οικονομίας, το κόστος ζωής, η εξωτερική πολιτική και η γενικότερη εικόνα της κυβέρνησης επηρεάζουν τις επιλογές των ψηφοφόρων.

Η αμερικανική εκλογική ιστορία δείχνει ότι το κόμμα του εν ενεργεία προέδρου συχνά καταγράφει απώλειες εδρών στις ενδιάμεσες εκλογές. Ωστόσο, η τάση δεν είναι απόλυτη και έχουν υπάρξει αξιοσημείωτες εξαιρέσεις.

Το 1934, επί Φράνκλιν Ρούζβελτ, οι Δημοκρατικοί αύξησαν την εκπροσώπησή τους κατά εννέα έδρες τόσο στη Βουλή όσο και στη Γερουσία, σε μια περίοδο κατά την οποία βρισκόταν σε εξέλιξη το New Deal.

Το 1998, με πρόεδρο τον Μπιλ Κλίντον και εν μέσω της πολιτικής κρίσης που είχε προκαλέσει το σκάνδαλο Λεβίνσκι, οι Δημοκρατικοί ενίσχυσαν την παρουσία τους στη Βουλή κατά τέσσερις έδρες, διατηρώντας αμετάβλητη τη δύναμή τους στη Γερουσία.

Αντίστοιχα, το 2002, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου και την έναρξη του πολέμου κατά της τρομοκρατίας, οι Ρεπουμπλικάνοι του Τζορτζ Μπους του νεότερου κέρδισαν οκτώ επιπλέον έδρες στη Βουλή και δύο στη Γερουσία.

Οι ιστορικές αυτές περιπτώσεις δείχνουν ότι η συνήθης τάση μπορεί να ανατραπεί, ανάλογα με τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες.

Στις φετινές εκλογές, η πολιτική αντιπαράθεση επηρεάζεται από τις πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία, τις πληθωριστικές πιέσεις, τις τιμές της ενέργειας, τους δασμούς, το μεταναστευτικό, την υγειονομική περίθαλψη και τα όρια της προεδρικής εξουσίας.

Ωστόσο, η τελική έκβαση κάθε αναμέτρησης θα εξαρτηθεί και από τοπικούς παράγοντες, όπως η απήχηση των υποψηφίων, η κατάσταση της οικονομίας σε κάθε περιφέρεια, η χρηματοδότηση των εκλογικών εκστρατειών και η συμμετοχή διαφορετικών ομάδων ψηφοφόρων.

Η σημερινή ισορροπία στο Κογκρέσο

Η μάχη για τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων ξεκινά από μια ιδιαίτερα οριακή κατανομή εδρών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται πριν από την αναμέτρηση, οι Ρεπουμπλικάνοι κατέχουν 218 έδρες και οι Δημοκρατικοί 214, ενώ υπάρχει ένας ανεξάρτητος που συντάσσεται με τους Ρεπουμπλικάνους και δύο κενές έδρες.

Με δεδομένο ότι η απόλυτη πλειοψηφία σε πλήρη σύνθεση απαιτεί 218 έδρες, οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρή ενίσχυση τεσσάρων εδρών για να φτάσουν στο συγκεκριμένο όριο.

Στη Γερουσία, οι Ρεπουμπλικάνοι διαθέτουν 53 έδρες και οι Δημοκρατικοί 45. Οι δύο ανεξάρτητοι γερουσιαστές συντάσσονται με τους Δημοκρατικούς, με αποτέλεσμα η πολιτική ισορροπία να διαμορφώνεται σε 53 έναντι 47.

Για να εξασφαλίσουν πλειοψηφία 51 εδρών, οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών, υπό την προϋπόθεση ότι οι υφιστάμενες πολιτικές συμμαχίες θα διατηρηθούν.

Τι θα αλλάξει εάν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν τη Βουλή

Η ανάκτηση της πλειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων θα προσέφερε στους Δημοκρατικούς τη δυνατότητα να επηρεάσουν ουσιαστικά την πολιτική ατζέντα της Ουάσιγκτον.

Θα μπορούσαν να αναλάβουν την προεδρία των κοινοβουλευτικών επιτροπών, να καθορίζουν τις προτεραιότητες του σώματος και να ενισχύσουν τον έλεγχο των αποφάσεων της κυβέρνησης Τραμπ.

Παράλληλα, θα αποκτούσαν μεγαλύτερο διαπραγματευτικό βάρος στις συζητήσεις για τη νομοθεσία και τις ομοσπονδιακές δαπάνες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι θα μπορούσαν να εφαρμόσουν μονομερώς το πολιτικό τους πρόγραμμα, καθώς η νομοθεσία θα εξακολουθούσε, κατά κανόνα, να χρειάζεται την έγκριση της Γερουσίας και την υπογραφή του προέδρου ή την υπέρβαση ενδεχόμενου βέτο.

Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Βουλή, Χακίμ Τζέφρις, έχει παρουσιάσει προτεραιότητες για τις πρώτες 100 ημέρες σε περίπτωση που το κόμμα του αποκτήσει την πλειοψηφία.

Στο επίκεντρο βρίσκονται η αντιμετώπιση της ακρίβειας, η υγειονομική περίθαλψη και ο περιορισμός συγκεκριμένων εξουσιών της κυβέρνησης Τραμπ.

Μεταξύ των προτάσεων περιλαμβάνονται η επαναφορά φορολογικών επιδοτήσεων για την ασφάλιση υγείας μέσω του Affordable Care Act, η ανατροπή περικοπών στο Medicaid και η κατάργηση δασμών που έχει επιβάλει ο Τραμπ.

Οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν επίσης να ενισχύσουν τη συμμετοχή του Κογκρέσου στις αποφάσεις εμπορικής πολιτικής, ενώ σχεδιάζουν κοινοβουλευτικές έρευνες για κυβερνητικές πρακτικές και ενδεχόμενες υποθέσεις διαφθοράς.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνουν στο κόστος των τροφίμων, της κατοικίας, της ενέργειας και της παιδικής φροντίδας.

Το εύρος εφαρμογής αυτών των σχεδίων θα εξαρτηθεί από τη συνολική κατανομή των εδρών και τις σχέσεις με τον Λευκό Οίκο.

Το σενάριο ελέγχου και των δύο σωμάτων

Εάν οι Δημοκρατικοί εξασφαλίσουν την πλειοψηφία τόσο στη Βουλή όσο και στη Γερουσία, η κυβέρνηση Τραμπ θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα Κογκρέσο που θα ελέγχεται από την αντιπολίτευση.

Σε αυτή την περίπτωση, η δυνατότητα του προέδρου να προωθήσει νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες θα εξαρτάται σε μεγαλύτερο βαθμό από τη διακομματική συνεργασία.

Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, έχει δηλώσει ότι, εφόσον το κόμμα του ανακτήσει την πλειοψηφία, θα δώσει προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του κόστους ζωής.

Οι προτάσεις που έχει παρουσιάσει επικεντρώνονται στη στέγαση, στα τρόφιμα, στην υγεία, στην παιδική φροντίδα και στην ενέργεια.

Στην ενεργειακή πολιτική, οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν την αποκατάσταση φορολογικών κινήτρων για επενδύσεις σε καθαρές μορφές ενέργειας, τον εκσυγχρονισμό των ηλεκτρικών δικτύων και την προστασία των καταναλωτών από τις αυξήσεις των τιμών.

Για την παιδική φροντίδα, προτείνουν ενίσχυση των υποδομών, του προσωπικού και των προγραμμάτων που αφορούν τις μικρότερες ηλικίες.

Ο Σούμερ έχει επίσης προειδοποιήσει ότι οι Δημοκρατικοί θα αντιταχθούν σε δικαστικούς διορισμούς υποψηφίων που θεωρούν ακραίους και θα εξετάζουν με αυστηρότερα κριτήρια τις επιλογές του προέδρου για ανώτερες κυβερνητικές θέσεις.

Από την πλευρά του, ο γερουσιαστής Τιμ Κέιν έχει συζητήσει με συναδέλφους του τη δυνατότητα αξιοποίησης της διαδικασίας δημοσιονομικής συμφιλίωσης, ώστε να προωθηθούν μέτρα για το κόστος ζωής και να ανατραπούν περικοπές στο Medicaid και στα προγράμματα επισιτιστικής βοήθειας.

Παράλληλα, ενδεχόμενη ανάκτηση της πλειοψηφίας θα ενίσχυε τις δυνατότητες κοινοβουλευτικών ερευνών για τις αποφάσεις της κυβέρνησης Τραμπ.

Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν έχει παρουσιαστεί πλήρης κατάλογος συγκεκριμένων ερευνών ή ένα ολοκληρωμένο νομοθετικό πρόγραμμα για το ενδεχόμενο αυτό.

Οι εκλογές για κυβερνήτες και η σημασία των πολιτειών

Η αναμέτρηση της 3ης Νοεμβρίου δεν περιορίζεται στην Ουάσιγκτον.  Οι Αμερικανοί ψηφοφόροι καλούνται επίσης να εκλέξουν κυβερνήτες σε 36 πολιτείες, καθώς και σειρά άλλων πολιτειακών και τοπικών αξιωματούχων.

Οι κυβερνήτες ασκούν την εκτελεστική εξουσία των πολιτειών τους και δεν υπάγονται στον ομοσπονδιακό πρόεδρο.

Είναι υπεύθυνοι για σημαντικά πεδία πολιτικής, όπως η εκπαίδευση, οι υποδομές, η δημόσια ασφάλεια, οι πολιτειακοί προϋπολογισμοί και η εφαρμογή των τοπικών νόμων.

Η εκλογή τους έχει, όμως, και ευρύτερες πολιτικές συνέπειες.

Ανάλογα με τη νομοθεσία κάθε πολιτείας, μπορούν να έχουν λόγο στην έγκριση των εκλογικών χαρτών για τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Παράλληλα, οι πολιτειακές αρχές διαδραματίζουν ρόλο στην οργάνωση και τη διεξαγωγή των εκλογών.

Οι τρεις κρίσιμες αναμετρήσεις

Καλιφόρνια: Στο επίκεντρο η φορολόγηση των δισεκατομμυριούχων

Οι ψηφοφόροι της Καλιφόρνια καλούνται να τοποθετηθούν επί πρότασης για την επιβολή έκτακτου φόρου έως 5% στα περιουσιακά στοιχεία δισεκατομμυριούχων.

Στόχος είναι η συγκέντρωση εσόδων κυρίως για τη χρηματοδότηση υπηρεσιών υγείας και, σε μικρότερο βαθμό, για την επισιτιστική βοήθεια και την εκπαίδευση.

Η πρόταση έχει προκαλέσει έντονη αντιπαράθεση ανάμεσα στους υποστηρικτές της υψηλότερης φορολόγησης του μεγάλου πλούτου, μεταξύ των οποίων ο Μπέρνι Σάντερς, και σε επιχειρηματικούς κύκλους και άλλους επικριτές που εκφράζουν ανησυχίες για τις οικονομικές επιπτώσεις.

Το αποτέλεσμα θα αποτελέσει ένα ακόμη στοιχείο για την αποτίμηση της απήχησης πολιτικών αναδιανομής του πλούτου.

Τζόρτζια: Η αναμέτρηση της Κίσα Λανς Μπότομς με τον Ρικ Τζάκσον

Στην Τζόρτζια, η πρώην δήμαρχος της Ατλάντα και υποψήφια των Δημοκρατικών, Κίσα Λανς Μπότομς, διεκδικεί τη θέση του κυβερνήτη απέναντι στον Ρεπουμπλικανό επιχειρηματία Ρικ Τζάκσον.

Εάν εκλεγεί, θα γίνει η πρώτη μαύρη γυναίκα που θα αναλάβει θέση κυβερνήτη στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η αναμέτρηση έχει ιδιαίτερη σημασία για τους Δημοκρατικούς σε μια πολιτεία με κρίσιμο ρόλο στον εκλογικό χάρτη.

Κεντρικά ζητήματα της αντιπαράθεσης αποτελούν το κόστος ζωής και η πολιτική σχέση του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου με τον Ντόναλντ Τραμπ.

Οχάιο: Ραμασουάμι εναντίον Άκτον

Στο Οχάιο, ο Ρεπουμπλικανός επιχειρηματίας Βιβέκ Ραμασουάμι, ο οποίος διατηρεί στενή πολιτική σχέση με τον Τραμπ, διεκδικεί τη θέση του κυβερνήτη απέναντι στη Δημοκρατική γιατρό Έιμι Άκτον.

Η Άκτον έχει διατελέσει επικεφαλής της υπηρεσίας δημόσιας υγείας της πολιτείας και επιχειρεί να προσεγγίσει ψηφοφόρους σε αγροτικές περιοχές και σε περιφέρειες με παραδοσιακά ισχυρή ρεπουμπλικανική παρουσία.

Ο Ραμασουάμι προβάλλει την ανάπτυξη του ενεργειακού τομέα και τους πολιτικούς δεσμούς του με τον πρόεδρο.

Στην προεκλογική αντιπαράθεση κυριαρχούν το κόστος ζωής, η ενέργεια, η περιβαλλοντική προστασία και η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας.

Η συγκεκριμένη αναμέτρηση θα προσφέρει ενδείξεις για την εκλογική απήχηση του πολιτικού κινήματος Τραμπ σε μια πολιτεία όπου οι Ρεπουμπλικάνοι διαθέτουν ισχυρή βάση υποστήριξης.

Τι πρέπει να παρακολουθήσουμε την εκλογική βραδιά

Το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών δεν θα προκύψει από μία ενιαία ψηφοφορία σε εθνικό επίπεδο, αλλά από εκατοντάδες διαφορετικές αναμετρήσεις.

Πρώτο κρίσιμο στοιχείο θα είναι η κατανομή των εδρών στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Με δεδομένη την οριακή σημερινή πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών, ακόμη και περιορισμένες μεταβολές σε ανταγωνιστικές περιφέρειες μπορούν να αλλάξουν τον έλεγχο του σώματος.

Στη Γερουσία, καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσουν οι πολιτείες στις οποίες διεξάγονται εκλογές και η κατανομή των επίμαχων εδρών.

Ακόμη και αν ένα κόμμα συγκεντρώσει περισσότερες ψήφους σε εθνικό επίπεδο, αυτό δεν εγγυάται ότι θα κατακτήσει και την πλειοψηφία στη Γερουσία.

Οι αναλυτές θα εξετάσουν επίσης το ποσοστό συμμετοχής, τις μεταβολές σε σχέση με προηγούμενες αναμετρήσεις, τις επιδόσεις των υποψηφίων στις αμφίρροπες περιφέρειες και τα αποτελέσματα των εκλογών για τους κυβερνήτες.

Ιδιαίτερη προσοχή θα δοθεί στην πρόωρη και την επιστολική ψήφο, αν και τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν αρκούν από μόνα τους για ασφαλή συμπεράσματα.

Εξάλλου, η συνολική λαϊκή ψήφος και η τελική κατανομή των εδρών αποτελούν δύο διαφορετικά μεγέθη. Η γεωγραφική κατανομή των ψηφοφόρων και η έκβαση των επιμέρους αναμετρήσεων μπορεί να οδηγήσουν σε διαφορετική εικόνα από εκείνη που αποτυπώνει το εθνικό άθροισμα ψήφων.

Η επόμενη ημέρα και η διετία έως το 2028

Μετά τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου θα ακολουθήσει μια μεταβατική περίοδος έως την ανάληψη καθηκόντων από το νέο Κογκρέσο, στις 3 Ιανουαρίου 2027.

Στο μεσοδιάστημα, το απερχόμενο Κογκρέσο θα εξακολουθήσει να λειτουργεί, κατά τη λεγόμενη lame-duck session.

Κατά την περίοδο αυτή, οι νομοθέτες μπορούν να συνεχίσουν την εξέταση εκκρεμών νομοσχεδίων, τη διαχείριση ζητημάτων χρηματοδότησης του ομοσπονδιακού κράτους και τις διαδικασίες έγκρισης προεδρικών διορισμών.

Το αποτέλεσμα της κάλπης μπορεί, ωστόσο, να επηρεάσει τις προτεραιότητες των κομμάτων και τις προσπάθειές τους να ολοκληρώσουν συγκεκριμένες νομοθετικές εκκρεμότητες πριν αλλάξουν οι συσχετισμοί.

Από τον Ιανουάριο του 2027, η νέα σύνθεση του Κογκρέσου θα διαμορφώσει το πολιτικό και νομοθετικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κινηθεί ο Ντόναλντ Τραμπ για τα δύο τελευταία χρόνια της δεύτερης προεδρικής θητείας του.

Οι επόμενες προεδρικές εκλογές είναι προγραμματισμένες για το 2028, όμως η αναμέτρηση της 3ης Νοεμβρίου 2026 θα έχει ήδη καθορίσει ένα σημαντικό μέρος των πολιτικών ισορροπιών που θα επικρατήσουν μέχρι τότε.

Exit mobile version