Η δυνατότητα του Ντόναλντ Τραμπ να προωθήσει την πολιτική του για τα επόμενα δύο χρόνια θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από το αποτέλεσμα των σημερινών ενδιάμεσων εκλογών, καθώς οι Αμερικανοί αποφασίζουν ποιο κόμμα θα ελέγχει το Κογκρέσο.
Η αναμέτρηση πραγματοποιείται σε μια δύσκολη συγκυρία για τον Λευκό Οίκο. Η άνοδος του κόστους ζωής, οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν και η υποχώρηση της δημοτικότητας του προέδρου έχουν ενισχύσει την πολιτική αντιπαράθεση, προσφέροντας στους Δημοκρατικούς τη δυνατότητα να διεκδικήσουν την επιστροφή τους στον έλεγχο της νομοθετικής εξουσίας.
Το διακύβευμα ξεπερνά την κατανομή των κοινοβουλευτικών εδρών. Εάν οι Ρεπουμπλικάνοι διατηρήσουν την πλειοψηφία και στα δύο σώματα, ο Τραμπ θα εξακολουθήσει να διαθέτει ευνοϊκότερες συνθήκες για την εφαρμογή της ατζέντας του. Εάν, αντίθετα, οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων ή της Γερουσίας, θα μπορούν να παρεμβαίνουν πιο ενεργά στη νομοθετική διαδικασία, να επηρεάζουν τις δημόσιες δαπάνες και να εντείνουν τον έλεγχο της κυβέρνησης.
Τι είναι οι ενδιάμεσες εκλογές και ποιες έδρες κρίνονται
Οι ενδιάμεσες εκλογές, γνωστές στις ΗΠΑ ως midterms, διεξάγονται στο μέσο της τετραετούς προεδρικής θητείας. Σε αντίθεση με τις προεδρικές εκλογές, οι ψηφοφόροι δεν επιλέγουν τον ένοικο του Λευκού Οίκου, αλλά ανανεώνουν τη σύνθεση του Κογκρέσου.
Το αμερικανικό Κογκρέσο αποτελείται από δύο σώματα, τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, με σημαντικό ρόλο στην κατάρτιση και την ψήφιση ομοσπονδιακών νόμων.
Στις 3 Νοεμβρίου θα τεθούν σε εκλογική διεκδίκηση και οι 435 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων, καθώς οι βουλευτές εκλέγονται για διετή θητεία.
Παράλληλα, θα πραγματοποιηθούν εκλογές για 35 από τις 100 έδρες της Γερουσίας. Οι γερουσιαστές έχουν εξαετή θητεία, με περίπου το ένα τρίτο των εδρών να ανανεώνεται κάθε δύο χρόνια.
Οι ψηφοφόροι θα αναδείξουν επίσης κυβερνήτες και άλλους πολιτειακούς αξιωματούχους. Ανάμεσα στις αναμετρήσεις που συγκεντρώνουν ενδιαφέρον βρίσκονται εκείνες στην Καλιφόρνια, τη Φλόριντα, την Τζόρτζια και το Μίσιγκαν.
Ο έλεγχος του Κογκρέσου έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η νομοθετική εξουσία αποτελεί έναν από τους τρεις βασικούς πυλώνες του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, μαζί με την εκτελεστική και τη δικαστική.
Η δημοτικότητα του Τραμπ και οι πολιτικές πιέσεις
Ένα από τα βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη φετινή εκλογική αναμέτρηση είναι η σημαντική μείωση των ποσοστών αποδοχής του Αμερικανού προέδρου.
Ο Τραμπ ξεκίνησε τη δεύτερη θητεία του με δημοτικότητα λίγο υψηλότερη από το 50%. Στη συνέχεια, όμως, το ποσοστό υποχώρησε αισθητά.
Όταν αποφάσισε να πραγματοποιήσει, μαζί με το Ισραήλ, αεροπορικές επιθέσεις εναντίον του Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, η αποδοχή του βρισκόταν κοντά στο 42%. Ακολούθησε νέα πτώση, κάτω από το 40%. Στις αρχές Οκτωβρίου, η δημοτικότητα του Τραμπ είχε περιοριστεί περίπου στο 37%, ενώ το 61% των ερωτηθέντων δήλωνε ότι αποδοκιμάζει τον τρόπο με τον οποίο ασκεί τα καθήκοντά του.
Για λόγους σύγκρισης, στο αντίστοιχο στάδιο της πρώτης θητείας του, πριν από οκτώ χρόνια, η αποδοχή του διαμορφωνόταν στο 43%. Ο Τζο Μπάιντεν, στο ίδιο σημείο της δικής του προεδρίας, κατέγραφε ποσοστό περίπου 40%.
Και στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις, το κόμμα του εν ενεργεία προέδρου έχασε τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, διατηρώντας ωστόσο τη Γερουσία.
Ιστορικά, οι ενδιάμεσες εκλογές συχνά λειτουργούν ως ευκαιρία έκφρασης δυσαρέσκειας απέναντι στην εκάστοτε κυβέρνηση.
Από το 1934, το κόμμα του προέδρου χάνει κατά μέσο όρο 27 έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ενώ σε μόλις τρεις από τις 23 εκλογικές αναμετρήσεις της συγκεκριμένης περιόδου κατάφερε να αυξήσει την κοινοβουλευτική του δύναμη.
Η ιστορική αυτή τάση, πάντως, δεν αποτελεί εγγύηση για την έκβαση της φετινής ψηφοφορίας.

Η μάχη για τη Βουλή των Αντιπροσώπων
Στη Βουλή, η σημερινή πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών είναι ιδιαίτερα περιορισμένη.
Το κόμμα διαθέτει 218 έδρες, ενώ ένας ανεξάρτητος βουλευτής ψηφίζει μαζί του. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μικρές αλλαγές στην κατανομή των εδρών μπορούν να ανατρέψουν τους συσχετισμούς.
Παρότι όλες οι 435 περιφέρειες θα ψηφίσουν τον Νοέμβριο, η πλειονότητά τους χαρακτηρίζεται από σταθερές κομματικές προτιμήσεις, περιορίζοντας τον αριθμό των πραγματικά ανταγωνιστικών αναμετρήσεων. Σύμφωνα με την ανάλυση του Cook Political Report, 17 περιφέρειες κατατάσσονται στην κατηγορία των αμφίρροπων αναμετρήσεων. Από αυτές, 12 εκπροσωπούνται σήμερα από Ρεπουμπλικάνους και πέντε από Δημοκρατικούς.
Η ίδια ανάλυση καταγράφει ακόμη 34 έδρες που εμφανίζουν τάση υπέρ των Δημοκρατικών ή θεωρούνται πιθανό να καταλήξουν σε αυτούς.
Οι επιμέρους αυτές αναμετρήσεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία λόγω της μικρής διαφοράς που χωρίζει σήμερα τα δύο κόμματα στη Βουλή.
42 είναι οι σημαντικές εκλογικές μάχες για τη Βουλή των Αντιπροσώπων, μεταξύ άλλων σε περιφέρειες της Αριζόνα και του Οχάιο.
Ένας επιπλέον παράγοντας αβεβαιότητας είναι οι αλλαγές στη χάραξη των εκλογικών περιφερειών.
Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί έχουν προχωρήσει σε κινήσεις αναδιαμόρφωσης των εκλογικών χαρτών σε επιμέρους πολιτείες, επιδιώκοντας να εξασφαλίσουν ευνοϊκότερους συσχετισμούς για τους υποψηφίους τους.

Γερουσία: Οι επτά κρίσιμες αναμετρήσεις
Στη Γερουσία, οι Ρεπουμπλικάνοι διαθέτουν ισχυρότερη αριθμητική θέση, με 53 από τις 100 έδρες. Οι Δημοκρατικοί κατέχουν 45 έδρες, ενώ δύο ανεξάρτητοι γερουσιαστές συνεργάζονται μαζί τους, διαμορφώνοντας τον συσχετισμό σε 53 προς 47. Για να εξασφαλίσουν τον έλεγχο της Γερουσίας, οι Δημοκρατικοί χρειάζονται 51 έδρες, καθώς σε περίπτωση ισοψηφίας η αποφασιστική ψήφος ανήκει στον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ, ο οποίος είναι Ρεπουμπλικανός.
Από τις 35 έδρες που ανανεώνονται τον Νοέμβριο, επτά χαρακτηρίζονται αμφίρροπες από το Cook Political Report.
Οι έξι βρίσκονται σήμερα στα χέρια των Ρεπουμπλικανών και μία στους Δημοκρατικούς. Για να ανακτήσουν την πλειοψηφία, οι Δημοκρατικοί θα χρειαστεί να διατηρήσουν τις έδρες που ήδη ελέγχουν και να καταγράψουν σημαντικά κέρδη σε πολιτείες όπου οι Ρεπουμπλικάνοι διαθέτουν ισχυρή εκλογική παρουσία.
Στο Μίσιγκαν, ο Δημοκρατικός Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ, ο οποίος εκπροσωπεί την προοδευτική πτέρυγα του κόμματος, αντιμετωπίζει τον Ρεπουμπλικανό Μάικ Ρότζερς, πρώην πράκτορα του FBI και πολιτικό σύμμαχο του Τραμπ.
Ανταγωνιστικές αναμετρήσεις καταγράφονται επίσης στην Αλάσκα, την Αϊόβα και το Οχάιο, πολιτείες στις οποίες ο Τραμπ είχε επικρατήσει με διψήφιες διαφορές στις προεδρικές εκλογές του 2024.
Στην Αϊόβα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει η αναμέτρηση του Δημοκρατικού Τζος Τούρεκ με τη Ρεπουμπλικανή Άσλεϊ Χίνσον.
Στο Τέξας, ο Δημοκρατικός Τζέιμς Ταλαρίκο, πρώην εκπαιδευτικός, διεκδικεί την έδρα απέναντι στον Κεν Πάξτον, γενικό εισαγγελέα της πολιτείας και στενό σύμμαχο του προέδρου.
Εάν ο Ταλαρίκο εκλεγεί, θα γίνει ο πρώτος Δημοκρατικός γερουσιαστής από το Τέξας μετά το 1988.
Η ακρίβεια στο επίκεντρο της προεκλογικής αντιπαράθεσης
Το κόστος ζωής αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ανησυχίες των Αμερικανών ψηφοφόρων. Η επιβάρυνση των οικογενειακών προϋπολογισμών από τις τιμές των τροφίμων, των καυσίμων, της στέγασης και της υγειονομικής περίθαλψης έχει εξελιχθεί σε κεντρικό θέμα της προεκλογικής εκστρατείας. Ο Τραμπ είχε υποσχεθεί το 2024 να περιορίσει τον πληθωρισμό και να αποκαταστήσει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Στην ομιλία του για την Κατάσταση του Έθνους, είχε αναφέρει ότι η βενζίνη κόστιζε λιγότερο από 2,30 δολάρια ανά γαλόνι στις περισσότερες πολιτείες. Τέσσερις ημέρες αργότερα, όμως, η έναρξη του πολέμου με το Ιράν προκάλεσε σημαντικές αναταράξεις στον ενεργειακό εφοδιασμό, οδηγώντας την τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ κοντά στα 4 δολάρια ανά γαλόνι. Οι συνέπειες του πολέμου επιβάρυναν την παγκόσμια οικονομία και τους Αμερικανούς καταναλωτές, ενώ ο πληθωρισμός παρέμεινε υψηλότερος από τον στόχο της Federal Reserve.
Σε δημοσκόπηση του Αυγούστου, το 63% των ερωτηθέντων δήλωνε ότι αποδοκιμάζει τους χειρισμούς του Τραμπ απέναντι στο Ιράν. Οι Δημοκρατικοί αποδίδουν μέρος της αύξησης των τιμών και στη δασμολογική πολιτική του Λευκού Οίκου, υποστηρίζοντας ότι οι εισαγωγικοί δασμοί μεταφέρουν πρόσθετο κόστος στους καταναλωτές.
Από την πλευρά του, ο Τραμπ προβάλλει την ενίσχυση της συνοριακής ασφάλειας και τη μείωση των παράτυπων διελεύσεων ως σημαντικές επιτυχίες της κυβέρνησής του. Το μεταναστευτικό εξακολουθεί να αποτελεί πεδίο έντονης αντιπαράθεσης, όπως και η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη.
Στην εκλογική ατζέντα έχει προστεθεί και η τεχνητή νοημοσύνη. Στελέχη και των δύο κομμάτων υποστηρίζουν την ανάγκη θέσπισης κανόνων για τη συγκεκριμένη τεχνολογία, σε αντίθεση με την επιφυλακτική στάση του Τραμπ απέναντι στη νομοθετική ρύθμιση της ανάπτυξής της.
Τα εκατοντάδες εκατομμύρια της προεκλογικής εκστρατείας
Παρά τις πολιτικές πιέσεις που δέχονται, οι Ρεπουμπλικάνοι διαθέτουν σημαντικά οικονομικά μέσα για την προεκλογική τους κινητοποίηση.
Στα μέσα Οκτωβρίου, η Εθνική Επιτροπή των Ρεπουμπλικανών και οργανώσεις που συνεργάζονται μαζί της διέθεταν περίπου 320 εκατ. δολάρια σε ρευστότητα, έναντι ποσού λίγο χαμηλότερου από 230 εκατ. δολάρια για τους Δημοκρατικούς.
Επιπλέον, η MAGA Inc., ο βασικός χρηματοδοτικός μηχανισμός του πολιτικού κινήματος του Τραμπ, διέθετε περισσότερα από 160 εκατ. δολάρια.
Η οικονομική αυτή ισχύς επιτρέπει στους Ρεπουμπλικάνους να ενισχύουν τη διαφημιστική τους παρουσία και να χρηματοδοτούν εκστρατείες στις πλέον ανταγωνιστικές περιφέρειες.
Σύμφωνα με την εταιρεία ερευνών AdImpact, μόνο τον Σεπτέμβριο η αξία των πολιτικών διαφημίσεων που προβλήθηκαν στις ΗΠΑ ξεπέρασε το 1 δισ. δολάρια.
Οι Ρεπουμπλικάνοι δαπάνησαν περίπου 200 εκατ. δολάρια περισσότερα από τους Δημοκρατικούς και είχαν υψηλότερες διαφημιστικές δαπάνες στις περισσότερες αμφίρροπες αναμετρήσεις για τη Γερουσία.
Η ενίσχυση της κινητοποίησης των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων αποτελεί βασικό στόχο της τελικής φάσης της εκστρατείας.
Τι αλλάζει εάν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν το Κογκρέσο
Ενδεχόμενη επικράτηση των Δημοκρατικών σε ένα ή και στα δύο σώματα θα αλλάξει σημαντικά τον τρόπο λειτουργίας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Η αντιπολίτευση θα αποκτήσει μεγαλύτερη δυνατότητα παρέμβασης στην κατανομή των δημοσίων πόρων, στον κοινοβουλευτικό έλεγχο και στη νομοθετική διαδικασία. Ωστόσο, μια πλειοψηφία των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο δεν θα ισοδυναμεί με απεριόριστη δυνατότητα εφαρμογής του προγράμματός τους. Ο Τραμπ θα εξακολουθήσει να διαθέτει την εξουσία άσκησης προεδρικού βέτο, ενώ η ανατροπή του απαιτεί αυξημένες πλειοψηφίες. Ο ίδιος έχει ήδη προειδοποιήσει ότι θα χρησιμοποιήσει το βέτο σε νομοθετικές πρωτοβουλίες των Δημοκρατικών, επιδιώκοντας να τους οδηγήσει στη συνέχεια σε διαπραγματεύσεις.
Για να προωθήσουν ουσιαστικές αλλαγές, οι Δημοκρατικοί θα χρειαστεί πιθανότατα να αξιοποιήσουν νομοσχέδια απαραίτητα για τη λειτουργία του κράτους, όπως εκείνα που αφορούν την ετήσια χρηματοδότηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, θα απαιτηθούν συμφωνίες με Ρεπουμπλικάνους, ιδιαίτερα στη Γερουσία.
Το σχέδιο των Δημοκρατικών για την αντιμετώπιση της ακρίβειας
Η μείωση του κόστους ζωής βρίσκεται ψηλά στις προτεραιότητες της αντιπολίτευσης. Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων, Χακίμ Τζέφρις, έχει ανακοινώσει τη συγκρότηση ομάδων εργασίας για την επεξεργασία παρεμβάσεων σε πέντε βασικούς τομείς.
Πρόκειται για τη στέγαση, την υγειονομική περίθαλψη, τη φροντίδα εξαρτώμενων ατόμων, την ενέργεια και τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, καθώς και τα τρόφιμα και τα καταναλωτικά προϊόντα. Στις άμεσες προτεραιότητες που έχει παρουσιάσει περιλαμβάνονται ο τερματισμός του πολέμου με το Ιράν, ώστε να αποκλιμακωθούν οι ενεργειακές τιμές, η ανατροπή των περικοπών στο Medicaid και η αποκατάσταση των ενισχυμένων επιδοτήσεων ασφάλισης υγείας μέσω του Obamacare.
Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν την κατάργηση των δασμών που έχει επιβάλει ο Τραμπ, εκτιμώντας ότι το μέτρο θα συμβάλει στον περιορισμό των τιμών.
Το βασικό εμπόδιο είναι ότι η υλοποίηση αυτών των σχεδίων θα απαιτήσει, σε μεγάλο βαθμό, τη συνεργασία του Λευκού Οίκου και μερίδας των Ρεπουμπλικανών.
Οι δημόσιες δαπάνες ως μέσο πίεσης στον Λευκό Οίκο
Ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία που θα μπορούσαν να αποκτήσουν οι Δημοκρατικοί αφορά τον έλεγχο των ομοσπονδιακών δαπανών. Η λειτουργία της αμερικανικής κυβέρνησης προϋποθέτει την έγκριση της χρηματοδότησής της από το Κογκρέσο, γεγονός που προσφέρει στη νομοθετική εξουσία σημαντικό διαπραγματευτικό ρόλο. Μέσω της διαδικασίας αυτής, οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να ασκήσουν πίεση για αλλαγές σε συγκεκριμένες πολιτικές ή να επιδιώξουν τη διακοπή χρηματοδότησης κυβερνητικών πρωτοβουλιών.
Το ενδεχόμενο αυτό, πάντως, δημιουργεί και τον κίνδυνο νέων συγκρούσεων για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό και πιθανών αναστολών λειτουργίας κρατικών υπηρεσιών.
Οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν ήδη επιχειρήσει να θωρακίσουν τη μεταναστευτική πολιτική του Τραμπ, εγκρίνοντας χρηματοδότηση για το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας που καλύπτει το υπόλοιπο της προεδρικής του θητείας.
Οι Δημοκρατικοί ενδέχεται να προσπαθήσουν να ανατρέψουν ή να τροποποιήσουν αυτή την επιλογή. Η απουσία, όμως, επαρκούς πλειοψηφίας για την υπέρβαση ενός προεδρικού βέτο θα περιορίζει τις δυνατότητές τους.
Το χρέος των 40 τρισ. δολαρίων και οι νέες δημοσιονομικές συγκρούσεις
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και το ζήτημα του ανώτατου ορίου του ομοσπονδιακού χρέους. Οι Ρεπουμπλικάνοι αύξησαν το σχετικό όριο κατά 5 τρισ. δολάρια, στο πλαίσιο του νομοσχεδίου «One Big Beautiful Bill Act». Η νομοθεσία περιλαμβάνει εκτεταμένες φορολογικές περικοπές, οι οποίες επιβαρύνουν τα δημοσιονομικά μεγέθη.
Με το αμερικανικό δημόσιο χρέος να έχει ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια, εκτιμάται ότι θα απαιτηθεί νέα αύξηση του ορίου μέσα στο 2027.
Μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να αποτελέσει πεδίο διαπραγμάτευσης ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και ένα Κογκρέσο που θα ελέγχεται εν μέρει ή πλήρως από τους Δημοκρατικούς.
Στο επίκεντρο πιθανών αντιπαραθέσεων βρίσκονται επίσης ορισμένα έργα που προωθεί ο Τραμπ στην Ουάσιγκτον. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται σχέδια για την κατασκευή θριαμβικής αψίδας και γηπέδου γκολφ υψηλών προδιαγραφών.
Ο πρόεδρος υποστηρίζει ότι οι συγκεκριμένες παρεμβάσεις θα συμβάλουν στην αναβάθμιση της πρωτεύουσας, ενώ οι Δημοκρατικοί τις επικρίνουν ως έργα προσωπικής προβολής.
Πιθανή ανάκτηση του ελέγχου των δημοσίων δαπανών από την αντιπολίτευση θα μπορούσε να οδηγήσει σε καθυστερήσεις ή επανεξέταση της χρηματοδότησής τους.
Ταυτόχρονα, οι Δημοκρατικοί θα αντιμετωπίσουν και τους δημοσιονομικούς περιορισμούς που συνεπάγεται η ανατροπή των περικοπών της κυβέρνησης, καθώς η αποκατάσταση αρκετών προγραμμάτων θα απαιτούσε σημαντικές πρόσθετες δαπάνες.

Υγεία: Οι επιδοτήσεις του Obamacare και οι περικοπές στο Medicaid
Η υγειονομική περίθαλψη αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τομείς στους οποίους οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν αλλαγές.
Πρώτη προτεραιότητα παραμένει η επαναφορά των ενισχυμένων επιδοτήσεων ασφαλίστρων που προβλέπονταν στο πλαίσιο του Affordable Care Act.
Οι επιδοτήσεις αυτές έληξαν στα τέλη του 2025, έπειτα από έντονες πολιτικές διαπραγματεύσεις που είχαν συμβάλει σε μια 43ήμερη διακοπή λειτουργίας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, τη μεγαλύτερη που έχει καταγραφεί.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του κειμένου, η λήξη των ενισχύσεων οδήγησε σε αύξηση των ασφαλίστρων κατά 58% το 2026, ενώ εκατομμύρια πολίτες έχασαν την ασφαλιστική τους κάλυψη. Η μόνιμη επαναφορά τους, ωστόσο, συνεπάγεται υψηλό δημοσιονομικό κόστος.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου εκτιμά ότι η συγκεκριμένη παρέμβαση θα μπορούσε να κοστίσει περίπου 350 δισ. δολάρια σε βάθος δεκαετίας.
Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να περιορίσουν τις περικοπές στο Medicaid που περιλαμβάνονται στη νομοθεσία των Ρεπουμπλικανών.
Μεταξύ των αλλαγών είναι και η καθιέρωση, για πρώτη φορά σε ομοσπονδιακό επίπεδο, υποχρέωσης εργασίας για ορισμένες κατηγορίες δικαιούχων.
Η συγκεκριμένη προϋπόθεση αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου στις περισσότερες πολιτείες και εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε σημαντικές απώλειες ασφαλιστικής κάλυψης.
Οι Δημοκρατικοί ενδέχεται να επιδιώξουν την αναβολή ή την τροποποίηση επιμέρους διατάξεων, όπως εκείνων που αφορούν την υποβολή στοιχείων από τους δικαιούχους, την αναγνώριση ιατρικής ευαλωτότητας και τη φορολόγηση παρόχων υγείας.
Σε κάθε περίπτωση, αναμένεται να ενισχύσουν την παρακολούθηση της εφαρμογής των μέτρων και να αναδείξουν τις συνέπειές τους για τα νοικοκυριά, τα νοσοκομεία και τις πολιτείες.
Ένα ακόμη πεδίο ελέγχου θα μπορούσε να αφορά τις συμφωνίες «Most Favored Nation» που έχει συνάψει η κυβέρνηση Τραμπ με φαρμακευτικές εταιρείες.
Η αντιπολίτευση ενδέχεται να ζητήσει περισσότερες πληροφορίες για τους όρους τους και για το κατά πόσο έχουν πράγματι οδηγήσει σε χαμηλότερες τιμές φαρμάκων για τους ασθενείς.
Παρότι ορισμένοι προοδευτικοί Δημοκρατικοί υποστηρίζουν την καθολική υγειονομική κάλυψη μέσω του Medicare for All, μια ευρύτερη επέκταση του προγράμματος δεν περιλαμβάνεται στις αναμενόμενες άμεσες πρωτοβουλίες του κόμματος.

Οι κοινοβουλευτικές έρευνες και ο Έλον Μασκ
Μία από τις πιο άμεσες συνέπειες πιθανής νίκης των Δημοκρατικών θα μπορούσε να είναι η ενίσχυση του κοινοβουλευτικού ελέγχου της κυβέρνησης.
Η ανάληψη της πλειοψηφίας σε ένα από τα δύο σώματα θα τους επέτρεπε να αναλάβουν τον έλεγχο επιτροπών, να οργανώνουν ακροάσεις και να εκδίδουν κλητεύσεις για μάρτυρες και έγγραφα.
Στο επίκεντρο ενδεχόμενων ερευνών θα μπορούσε να βρεθεί ο Έλον Μασκ και η λειτουργία του Department of Government Efficiency, του μηχανισμού κυβερνητικής αποτελεσματικότητας που δημιουργήθηκε με την υποστήριξη του Τραμπ.
Οι Δημοκρατικοί ενδέχεται επίσης να εξετάσουν συμβάσεις που έχουν ανατεθεί σε εταιρείες του Μασκ και να ζητήσουν διευκρινίσεις για τις δραστηριότητες και τις αρμοδιότητες του συγκεκριμένου μηχανισμού.
Στο πεδίο του κοινοβουλευτικού ελέγχου θα μπορούσαν να ενταχθούν και οι προσπάθειες περιορισμού ή κατάργησης ομοσπονδιακών υπηρεσιών που έχουν συσταθεί από το Κογκρέσο.
Μεταξύ αυτών βρίσκονται η USAID, το Γραφείο Οικονομικής Προστασίας Καταναλωτών και το υπουργείο Παιδείας.
Επιπλέον, είναι πιθανό να εξεταστούν οι επιχειρηματικές δραστηριότητες μελών της οικογένειας Τραμπ κατά τη διάρκεια της προεδρίας του.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει ο τομέας των κρυπτονομισμάτων, από τον οποίο, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο πρόεδρος έχει αποκομίσει έσοδα που ξεπερνούν το 1 δισ. δολάρια, την ώρα που η κυβέρνησή του έχει λόγο στη ρύθμιση της συγκεκριμένης αγοράς.
Ενδεχόμενες κοινοβουλευτικές έρευνες θα μπορούσαν να επεκταθούν στον πόλεμο με το Ιράν, στις μαζικές απελάσεις, στη δράση της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής (ICE), στους δασμούς και σε καταγγελίες για διαφθορά.
Στο επίκεντρο ελέγχου μπορεί επίσης να βρεθούν έργα του Λευκού Οίκου, όπως η κατασκευή της νέας αίθουσας χορού.
Η ενίσχυση του κοινοβουλευτικού ελέγχου θα σήμαινε περισσότερες ακροάσεις και για ανώτατα στελέχη της κυβέρνησης.
Μεταξύ των αξιωματούχων που θα μπορούσαν να κληθούν συχνότερα στο Κογκρέσο είναι ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, ο υπουργός Εμπορίου Χάουαρντ Λάτνικ, ο υπουργός Εσωτερικών Νταγκ Μπέργκαμ, ο υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Μαρκγουέιν Μάλιν και ο γενικός εισαγγελέας Τοντ Μπλανς.

Ο πόλεμος στο Ιράν και τα όρια του Κογκρέσου
Η στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν αναμένεται να αποτελέσει κεντρικό ζήτημα της περιόδου μετά τις εκλογές.
Παρότι η προοπτική τερματισμού του πολέμου μπορεί να συγκεντρώσει υποστήριξη από πολιτικούς και των δύο κομμάτων, η επιβολή περιορισμών στις στρατιωτικές αποφάσεις του Λευκού Οίκου δεν είναι απλή υπόθεση.
Το αμερικανικό θεσμικό πλαίσιο προβλέπει αρμοδιότητες του Κογκρέσου για την έγκριση και τον έλεγχο παρατεταμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Ωστόσο, οι δυνατότητες του προέδρου να αξιοποιεί τις εκτελεστικές εξουσίες του δημιουργούν συχνά συγκρούσεις σχετικά με την εφαρμογή αυτών των περιορισμών.
Για την υπέρβαση ενός προεδρικού βέτο απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα, δηλαδή 67 ψήφοι στη Γερουσία εφόσον συμμετέχουν και οι 100 γερουσιαστές.
Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε προσπάθεια των Δημοκρατικών να επιβάλουν δεσμευτική νομοθετική παρέμβαση απέναντι στην αντίθεση του Τραμπ θα απαιτούσε ουσιαστική στήριξη και από Ρεπουμπλικάνους.
Σημαντικό πεδίο αντιπαράθεσης θα αποτελέσει και η χρηματοδότηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Η κυβέρνηση ενδέχεται να επιδιώξει την έγκριση πρόσθετων κονδυλίων κατά τη μεταβατική περίοδο μεταξύ των εκλογών και της ανάληψης καθηκόντων από το νέο Κογκρέσο.
Το ύψος των πόρων που θα διατεθούν στο Πεντάγωνο, αλλά και η δυνατότητα αξιοποίησης του προϋπολογισμού για την άσκηση ελέγχου στις πολεμικές επιχειρήσεις, αναμένεται να αποτελέσουν βασικά ζητήματα διαπραγμάτευσης.
Εφόσον η δημόσια δυσαρέσκεια για τον πόλεμο παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, η πολιτική πίεση προς τον Λευκό Οίκο θα μπορούσε να αυξηθεί.
Το ενδεχόμενο νέας διαδικασίας impeachment
Η ανάκτηση του ελέγχου της Βουλής από τους Δημοκρατικούς θα μπορούσε να επαναφέρει τη συζήτηση για ενδεχόμενη διαδικασία παραπομπής του Τραμπ.
Στο εσωτερικό του κόμματος υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για το εάν και υπό ποιες συνθήκες θα έπρεπε να κινηθεί μια τέτοια διαδικασία.
Το impeachment αποτελεί συνταγματικό μηχανισμό απαγγελίας κατηγοριών από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και δεν ταυτίζεται με ποινική δίκη.
Η ενδεχόμενη καταδίκη και απομάκρυνση του προέδρου από το αξίωμα απαιτεί αυξημένη πλειοψηφία στη Γερουσία.
Επομένως, ακόμη και αν οι Δημοκρατικοί αποκτούσαν τον έλεγχο της Βουλής, αυτό δεν θα συνεπαγόταν αυτομάτως τη δυνατότητα απομάκρυνσης του Τραμπ.

Η επόμενη ημέρα και οι προεδρικές εκλογές του 2028
Το αποτέλεσμα της 3ης Νοεμβρίου θα επηρεάσει την τελευταία διετία της δεύτερης προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά θα αποτελέσει και αφετηρία για την επόμενη μεγάλη πολιτική αναμέτρηση.
Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν μπορεί, βάσει του Συντάγματος, να διεκδικήσει τρίτη προεδρική θητεία.
Για τον λόγο αυτό, μετά τις ενδιάμεσες εκλογές αναμένεται να ενταθεί η συζήτηση για τα πρόσωπα που θα διεκδικήσουν το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών στις προεδρικές εκλογές του 2028.
Αντίστοιχα, οι Δημοκρατικοί θα βρεθούν αντιμέτωποι με την ανάγκη να παρουσιάσουν μια ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση, πέρα από την αντίθεσή τους στις επιλογές του σημερινού προέδρου.
Ο Τραμπ έχει καλέσει τους Ρεπουμπλικάνους ψηφοφόρους να αντιμετωπίσουν τις ενδιάμεσες εκλογές σαν να βρισκόταν και ο ίδιος στο ψηφοδέλτιο, επιδιώκοντας να μετατρέψει την αναμέτρηση σε έκφραση υποστήριξης προς την κυβέρνησή του.
Ανεξάρτητα από την τελική κατανομή των εδρών, η νέα σύνθεση του Κογκρέσου θα καθορίσει τις δυνατότητες νομοθετικής δράσης, τους δημοσιονομικούς συμβιβασμούς και το επίπεδο πολιτικής αντιπαράθεσης στην Ουάσιγκτον έως το τέλος της θητείας του.
Η 3η Νοεμβρίου δεν θα αναδείξει νέο πρόεδρο, θα καθορίσει όμως σε μεγάλο βαθμό το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ θα ολοκληρώσει την παρουσία του στον Λευκό Οίκο.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.