Συχνά αναρωτιόμαστε γιατί παλαιότερες οικιακές συσκευές, που δεν έκαναν τίποτε περισσότερο από τις απολύτως βασικές λειτουργίες τους, αποδεικνύονταν τόσο ανθεκτικές και μακρόβιες, ακόμη και έπειτα από τέσσερις δεκαετίες χρήσης.
Σήμερα αυτό το φαινόμενο είναι σπάνιο. Ο μέσος κύκλος ζωής μιας σύγχρονης ασύρματης ηλεκτρικής σκούπας δεν ξεπερνά τα πέντε χρόνια, ενώ οι μικρές οικιακές συσκευές δύσκολα αντέχουν πάνω από εννέα χρόνια, σύμφωνα με στοιχεία του Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος.
Η κουλτούρα της «χρήσης και απόρριψης» εξαπλώνεται με ταχύτητα παγκοσμίως, με τα Ηνωμένα Έθνη να εκτιμούν ότι ο όγκος των απορριπτόμενων ηλεκτρονικών συσκευών –τα λεγόμενα ηλεκτρονικά απόβλητα– θα αγγίξει τα 82 εκατομμύρια τόνους έως το 2030, από 62 εκατομμύρια το 2022.
Ειδικοί που μίλησαν στην Telegraph περιγράφουν μια σαφή εικόνα παρακμής της ανθεκτικότητας. «Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο έχει πέσει η αντοχή των καθημερινών προϊόντων», σημειώνει ο Γιουστ Βελτχουιζεν, μέλος του Repair Café International, ενός παγκόσμιου δικτύου εργαστηρίων DIY. «Η ποιότητα φαίνεται να υποχωρεί παντού. Σήμερα, ακόμη και ένα ακριβό προϊόν δεν αποτελεί εγγύηση ότι θα κρατήσει μια ζωή».

Αχρείαστα “γκατζετάκια”
Κατά τον ίδιο, βασικός παράγοντας είναι η όξυνση του ανταγωνισμού μεταξύ των εταιρειών, ιδίως μετά την εξάπλωση του ηλεκτρονικού εμπορίου. Όσο η πίεση αυξάνεται, πολλοί κατασκευαστές μειώνουν επιθετικά τις τιμές για να ενισχύσουν τα κέρδη και να ικανοποιήσουν τους μετόχους. Και όσο περιορίζεται το κόστος, τόσο –αναπόφευκτα– πλήττεται η ποιότητα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Dr Martens, η οποία έχει δεχθεί έντονες επικρίσεις για μειωμένη ανθεκτικότητα στα κάποτε θρυλικά παπούτσια της, αφότου μετέφερε το 98% της παραγωγής της στην Ασία, όπου το εργατικό κόστος είναι σαφώς χαμηλότερο από το Ηνωμένο Βασίλειο.
«Για όλα φταίει η Κίνα»
Είναι όμως πράγματι θέμα ποιότητας κατασκευής στο εξωτερικό; Εδώ παρεισφρέουν στερεότυπα και παρεξηγήσεις. «Η Κίνα κατασκευάζει ό,τι της ζητήσεις. Αν ζητήσεις ποιότητα, θα την πάρεις. Αν ζητήσεις φθηνό προϊόν, αυτό θα παραλάβεις».
Παράλληλα, ο ανταγωνισμός έχει οδηγήσει σε υπερβολική πολυπλοκότητα απλών συσκευών. Οι κατασκευαστές προσθέτουν «καμπανάκια και σφυρίχτρες» για να προσελκύσουν φίλους των γκάτζετ, καθιστώντας όμως τα προϊόντα πιο ευάλωτα σε βλάβες και δυσκολότερα στην επισκευή.
Στις ηλεκτρικές σκούπες, για παράδειγμα, συχνά χαλάει ένα ηλεκτρονικό πρόσθετο, όπως ο έλεγχος αναρρόφησης – ένα χαρακτηριστικό που στην πράξη ελάχιστοι χρειάζονται. Πρόκειται για ένα περιττό τέχνασμα διαφοροποίησης.
Η επισκευή τέτοιων εξαρτημάτων απαιτεί εξειδίκευση που ξεπερνά τους περισσότερους χρήστες, ενώ ακόμη και το άνοιγμα μιας συσκευής έχει γίνει πολύ πιο σύνθετο. «Παλαιότερα έβρισκες ανταλλακτικά και με λίγες βίδες άνοιγες, επισκεύαζες και έκλεινες ξανά τη συσκευή. Σήμερα αυτό δυσκολεύει ολοένα και περισσότερο».
Διαφορά κόστους
Επιπλέον, επειδή πολλά προϊόντα κατασκευάζονται σε χώρες χαμηλού κόστους, η επισκευή τους στη χώρα αγοράς συχνά κοστίζει περισσότερο από την αντικατάσταση. Έτσι, καταλήγουν στην ανακύκλωση – ή στα σκουπίδια.
Οι πιο κυνικοί μιλούν για σκόπιμη στρατηγική συχνής αντικατάστασης, τη λεγόμενη «προγραμματισμένη απαξίωση». Ένα από τα πρώτα παραδείγματα εντοπίζεται στους λαμπτήρες της δεκαετίας του 1920, όταν οι κατασκευαστές μείωσαν συνειδητά τη διάρκεια ζωής τους, θεωρώντας ότι «κρατούσαν υπερβολικά πολύ».
Ωστόσο, η Καμίλα Κράιχ, ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Περιβαλλοντικής Μηχανικής στη Ζυρίχη, εμφανίζεται επιφυλακτική: «Αν όλοι οι παραγωγοί συνωμοτούσαν, θα βλέπαμε παρόμοια μείωση διάρκειας ζωής σε όλα τα προϊόντα. Αυτό δεν συμβαίνει».
Στη μελέτη της για τη Νορβηγία από τη δεκαετία του 1940, διαπιστώνει ότι ψυγεία και πλυντήρια πιάτων διατηρούν σχετικά σταθερή διάρκεια ζωής, ενώ φούρνοι και πλυντήρια ρούχων υποχωρούν αισθητά από τη δεκαετία του 1990. Τα πλυντήρια έπεσαν από τα 19,2 στα 10,6 χρόνια και οι φούρνοι από τα 23 στα 14,3.
Η Κράιχ αναγνωρίζει τον ρόλο των φθηνότερων προϊόντων, αλλά επισημαίνει και τη συμπεριφορά των καταναλωτών: «Υπάρχει κοινωνική, όχι μόνο τεχνική διάσταση. Όσο πιο συχνά χρησιμοποιείς μια συσκευή, τόσο μειώνεται ο χρόνος ζωής της». Το 1960 μια νορβηγική οικογένεια έκανε δύο πλύσεις την εβδομάδα· το 2000, οκτώ.
Πώς μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτή την κουλτούρα; Ο βρετανικός οργανισμός ReLondon υποστηρίζει ότι οι καταναλωτές πρέπει να ενδιαφέρονται όχι μόνο για την ποιότητα, αλλά και για τη δυνατότητα επισκευής. «Λίγη γνώση κάνει τεράστια διαφορά και μας καθιστά πιο συνειδητούς αγοραστές».
Η νομοθεσία επίσης παίζει ρόλο. Η Γαλλία πρωτοπόρησε με τον «Δείκτη Επισκευής», που βαθμολογεί τις συσκευές με βάση το πόσο εύκολα επισκευάζονται. Ωστόσο, βαθύτερες πολιτισμικές αλλαγές έχουν μεταβάλει τη σχέση μας με τα αντικείμενα. Στις δεκαετίες του ’50 και ’60 τα πάντα ήταν σπάνια και ακριβά. Σήμερα είναι φθηνότερα, τα εισοδήματα υψηλότερα και, καλώς ή κακώς, οι εποχές που μαντάραμε τις κάλτσες μας φαίνεται πως έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.
Διαβάστε ακόμη
«Αποστολή εξετελέσθη» για την EBRD μετά από δέκα χρόνια παρουσίας στην Ελλάδα
Νίκος, Κώστας και Γιάννης Αλεξίου (Altex): Το διεθνές στοίχημα της Funky Buddha
Με ένα κλικ τα τιμολόγια: Πότε και πώς περνούν όλες οι επιχειρήσεις στο ηλεκτρονικό σύστημα
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.