Διεθνή

Οι «ανάποδες» θεωρίες Ερντογάν βυθίζουν την τουρκική οικονομία

  • Γιώργος Χ. Παπαγεωργίου



H πολιτική που έχει επιβάλει ο «σουλτάνος» στην κεντρική τράπεζα είναι αυτή της μείωσης των επιτοκίων σε μια περίοδο που ο πληθωρισμός αυξάνεται, πυροδοτώντας έτσι φυγή κεφαλαίων εκτός χώρας, καθώς οι επενδυτές ξεπουλάνε την τουρκική λίρα και η τιμή της καταβαραθρώνεται - Παρέμβαση της Κεντρικής Τράπεζας για πρώτη φορά εδώ και 7 χρόνια: Άνοδος έως και 8,5% της λίρας

H νέα βουτιά που έκανε η τουρκική λίρα την περασμένη εβδομάδα ήταν αναμενόμενη για πολλούς αναλυτές, καθώς ο Ερντογάν έχει επιβάλει στην κεντρική τράπεζα της χώρας μια «ανάποδη» νομισματική πολιτική, αντίθετη με την οικονομική ορθοδοξία, η οποία τον φέρνει διαρκώς αντιμέτωπο με τις αγορές.

Η κεντρική τράπεζα μειώνει τα επιτόκια, σε μια περίοδο που ο πληθωρισμός αυξάνεται, πυροδοτώντας έτσι φυγή κεφαλαίων εκτός χώρας, καθώς οι επενδυτές ξεπουλάνε την τουρκική λίρα και η τιμή της καταβαραθρώνεται.

Την Τετάρτη η κεντρική τράπεζα της Τουρκίας παρενέβη στις αγορές πουλώντας ξένο συνάλλαγμα για πρώτη φορά έπειτα από επτά χρόνια προκειμένου να ανακόψει την κατάρρευση της λίρας. Η νομισματική αρχή ανακοίνωσε ότι ανέλαβε δράση λόγω «μη υγιών διακυμάνσεων τιμών» στην αγορά.

Η λίρα ενισχύθηκε έως και 8,5% έναντι του δολαρίου μετά την ανακοίνωση.

Υπό κανονικές συνθήκες, όταν εμφανίζεται πληθωρισμός, οι κεντρικές τράπεζες ανεβάζουν τα επιτόκια, για να μαζέψουν το χρήμα και να συγκρατήσουν τη ζήτηση η οποία ανεβάζει τις τιμές των αγαθών. Ωστόσο, ο «σουλτάνος» της Τουρκίας υιοθετεί το παράδοξο, αντίθετο δόγμα, ότι τα υψηλά επιτόκια τροφοδοτούν τον πληθωρισμό και διατάζει την κεντρική τράπεζα να τα μειώσει.

Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι με πληθωρισμό πάνω από 20% και επιτόκιο στο 15% το πραγματικό επιτόκιο είναι αρνητικό και όποιος κατέχει λίρες χάνει χρήματα (αγοραστική αξία) κάθε μέρα. Αυτό εξηγεί τη φυγή κεφαλαίων και το ξεπούλημα της λίρας, η οποία χάνει πάνω από το 30% της αξίας της σε σχέση με το δολάριο από την αρχή της χρονιάς.

Ο μέσος πολίτης βλέπει την αγοραστική του δύναμη να καταβαραθρώνεται και μεγάλο τμήμα του πληθυσμού αδυνατεί να αγοράσει βασικά αγαθά διατροφής ή να πληρώσει τους λογαριασμούς.

Ο κατώτερος μισθός, εκφρασμένος σε δολάρια, έπεσε μέσα στη χρονιά από τα 380 δολάρια τον μήνα στα 220 δολάρια.

Ο Ερντογάν επιμένει στην πολιτική χαμηλών επιτοκίων υποστηρίζοντας ότι έτσι στηρίζει την οικονομική ανάπτυξη, αλλά και ότι προκαλεί σκόπιμα υποτίμηση του νομίσματος για να τονώσει τις εξαγωγές. Στην πραγματικότητα, η πολιτική αυτή οδηγεί σε αδιέξοδο.

Από τη μια, με τα χαμηλά επιτόκια υποτίθεται ότι σε κάποιον βαθμό ευνοούνται όσοι έχουν δάνεια σε τουρκική λίρα, εταιρείες που κάνουν εξαγωγές χωρίς να εξαρτώνται από εισαγόμενα αγαθά τα οποία ακριβαίνουν, αλλά και ο τομέας των κατασκευών που υπήρξε ατμομηχανή για την οικονομία.

Από την άλλη πλευρά, όμως, η υποτίμηση ανατροφοδοτεί τον πληθωρισμό, διώχνει συνεχώς κεφάλαια από τη χώρα, ενώ ανεβάζει στα ύψη το κόστος ζωής και τα λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεων – ειδικά το κόστος της ενέργειας την τρέχουσα περίοδο έκρηξης των τιμών στα καύσιμα και το ηλεκτρικό ρεύμα.

Αλλωστε η ρητορική περί σκόπιμης υποτίμησης δεν πείθει και πολλούς, αφού τα τελευταία χρόνια η κεντρική τράπεζα δαπάνησε πάνω από 150 δισ. δολάρια επιχειρώντας να στηρίξει το νόμισμα στη διάρκεια των πολλαπλών συναλλαγματικών κρίσεων που εκδηλώνονται από το 2018. Πλέον τα συναλλαγματικά αποθέματα έχουν εξαντληθεί και υπολογίζονται σε περίπου 20 δισ. δολάρια πραγματικών αποθεμάτων, παρότι επισήμως καταγράφονται σε 80 δισ. δολάρια.

Το κλειδί είναι ότι για τη στήριξη του νομίσματος χρησιμοποιούνται οι καταθέσεις Τούρκων σε δολάρια που βρίσκονται στις κρατικές τράπεζες, οι οποίες συνάπτουν συμφωνίες ανταλλαγής (swap) συναλλάγματος με την κεντρική τράπεζα. Με τον τρόπο αυτό τα επίσημα αποθέματα της κεντρικής τράπεζας εμφανίζονται ότι είναι περισσότερα.

Στην πραγματικότητα, όμως, έχει χρησιμοποιηθεί για τη στήριξη του νομίσματος ένα μέρος των καταθέσεων σε συνάλλαγμα, στις οποίες στράφηκαν όλο και περισσότεροι Τούρκοι τα τελευταία χρόνια λόγω της συναλλαγματικής κρίσης.

Και τούτο συμβαίνει τη στιγμή που τους επόμενους 12 μήνες οι εξωτερικές υποχρεώσεις της Τουρκίας υπολογίζονται σε 130 δισ. δολάρια. Ο Ερντογάν προσπαθεί απεγνωσμένα να εξασφαλίσει συνάλλαγμα μέσα από συμφωνίες ανταλλαγής με τρίτες χώρες. Οι ΗΠΑ δεν είχαν ανταποκριθεί στα αιτήματά του να εξασφαλίσει γραμμές χρηματοδότησης με swap (να ανταλλάσσει η τουρκική κεντρική τράπεζα δολάρια έναντι λιρών). Στο παρελθόν ο «σουλτάνος» είχε εξασφαλίσει ένα swap με το Κατάρ, ενώ τώρα διατυπώνονται ελπίδες ότι μπορεί να συνάψει μια αντίστοιχη συμφωνία με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Είναι ενδεικτικό ότι ο πρίγκιπας διάδοχος του θρόνου των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, σεΐχης Μοχάμεντ μπιν Ζαγέντ αλ Ναχιάν, έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές στην Αγκυρα, παρότι μέχρι πρότινος η χώρα θεωρούνταν μεγάλη αντίπαλος.

Στη διάρκεια της επίσκεψης υπογράφηκαν οικονομικές συμφωνίες ύψους 10 δισ. δολαρίων, οι οποίες προκάλεσαν ανάκαμψη της λίρας κατά περίπου 5% αμέσως μετά τη μεγάλη κατάρρευση της περασμένης εβδομάδας, που έφτασε στο 15% μέσα σε μία ημέρα. Η πτώση συνέβη μετά την ανακοίνωση ότι μειώθηκε το βασικό επιτόκιο για τρίτη φορά από τον Σεπτέμβριο κατά μία ποσοστιαία μονάδα. Ετσι, το επιτόκιο διαμορφώθηκε στο 15% (από 19% που ήταν στις αρχές Σεπτεμβρίου), τη στιγμή που ο πληθωρισμός κινείται επισήμως στο 20%, ενώ ανεπισήμως εκτιμάται ότι βρίσκεται υψηλότερα. Ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας Σαχάπ Καβσίογλου δηλώνει πειθήνια ότι πιστεύει και εκείνος στην «ανάποδη» θεωρία περί επιτοκίων του Ερντογάν.

Ο Τούρκος πρόεδρος έχει απολύσει τρεις κεντρικούς τραπεζίτες τα τελευταία χρόνια, επειδή ήταν αντίθετοι με τις θεωρίες του, γεγονός που τροφοδοτεί την καχυποψία των επενδυτών και των ξένων εταιρειών απέναντι στην οικονομική διακυβέρνηση, η οποία στο παρελθόν ήταν το ισχυρό χαρτί του σημερινού προέδρου. Είναι ενδεικτικό ότι, σύμφωνα με δηλώσεις του διάσημου αναλυτή στην Τουρκία, Ερντάλ Σαγκλάμ, οι πιο στενοί σύμβουλοι του Τούρκου προέδρου είναι ο καθηγητής Θεολογίας, Σερβέτ Μπαγιντίρ, και ο ισλαμιστής οικονομολόγος, Νουρετίν Τσανικλί.

Το αδιέξοδο για την τουρκική οικονομία δείχνει πλήρες, ιδιαίτερα καθώς εμφανίζονται διεθνώς πληθωριστικές πιέσεις, οι οποίες αναπόδραστα θα εντείνουν το φαινόμενο στο εσωτερικό της χώρας όπου ορισμένοι αναλυτές πιστεύουν ότι θα φτάσει στο 30% τους επόμενους μήνες.

Η κατάσταση προκαλεί μεγάλη κοινωνική και πολιτική δυσαρέσκεια για τον ισχυρό άνδρα της Τουρκίας, ενώ πολλοί αναλυτές προβλέπουν ότι αργά ή γρήγορα θα επιβληθούν capital controls.

Διαβάστε ακόμη

Τουρισμός: Πότε έρχεται η επιστροφή στην κανονικότητα στην Ελλάδα – Τι προβλέπουν Eurobank και Expedia

Η λύτρωση της Εθνικής Ασφαλιστικής, οι δυο μνηστήρες της Dory, οι…18 του Hilton και ο Αερολιμένας Αθηνών

Επίδομα θέρμανσης: Προκαταβολές €90 εκατ. σε 700.000 νοικοκυριά