Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Μπορούν οι Δημοκρατικοί να μετατρέψουν τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου σε ένα πολιτικό σοκ για τον Ντόναλντ Τραμπ; Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ενισχύσει τις προσδοκίες του κόμματος για σημαντικά εκλογικά κέρδη, ακόμη και σε πολιτείες όπου μια νίκη των Δημοκρατικών έμοιαζε μέχρι πρόσφατα εξαιρετικά δύσκολη. Οι ελπίδες, πλέον, των ίδιων των Δημοκρατικών έχουν επεκταθεί πέρα από την ανάκτηση της Βουλής των Αντιπροσώπων και στον έλεγχο της Γερουσίας.

Η υποχώρηση της δημοτικότητας του Ντόναλντ Τραμπ, η δυσαρέσκεια για την οικονομία και οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις έχουν δημιουργήσει στους Δημοκρατικούς την προσδοκία ενός ισχυρού εκλογικού κύματος, το οποίο θα μπορούσε να τους επιτρέψει να κερδίσουν ακόμη και σε πολιτείες που παραδοσιακά ψηφίζουν Ρεπουμπλικανούς. Από το Τέξας και το Κάνσας μέχρι την Αλάσκα και την Αϊόβα, οι αναμετρήσεις εμφανίζονται περισσότερο αμφίρροπες, δημιουργώντας συζητήσεις για το ενδεχόμενο ενός μεγάλου «μπλε κύματος» που θα μπορούσε να αλλάξει τις ισορροπίες στο Κογκρέσο.

Ωστόσο, η πολιτική ιστορία των ΗΠΑ δείχνει ότι οι ενδιάμεσες εκλογές σπάνια εξελίσσονται με τον τρόπο που προεξοφλούν οι δημοσκοπήσεις. Και οι προσδοκίες είναι πλέον τόσο υψηλές, ώστε ακόμη και σημαντικά κέρδη ενδέχεται να προκαλέσουν απογοήτευση εάν δεν συνοδευτούν από την κατάκτηση και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου.

Όπως εξηγεί σε ανάλυσή του το CNN, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο πόσες έδρες θα κερδίσουν οι Δημοκρατικοί, αλλά εάν θα αποκτήσουν την κοινοβουλευτική ισχύ να περιορίσουν τις πρωτοβουλίες του Λευκού Οίκου.

Σε δημοσκόπηση Reuters/Ipsos που δημοσιεύθηκε στις 19 Οκτωβρίου, η αποδοχή του Αμερικανού προέδρου υποχώρησε στο 31%, ενώ οι Δημοκρατικοί συγκέντρωσαν το 47% στην πρόθεση ψήφου για το Κογκρέσο έναντι 35% των Ρεπουμπλικανών. Το προβάδισμα των 12 μονάδων αποτυπώνει ένα δυσμενές πολιτικό περιβάλλον για το κυβερνών κόμμα, χωρίς όμως να εγγυάται αντίστοιχη κατανομή εδρών.

Ο Ντέιβιντ Άξελροντ, πρώην στενός συνεργάτης του Μπαράκ Ομπάμα και ανώτερος πολιτικός σχολιαστής του CNN, περιέγραψε αυτή την αβεβαιότητα μιλώντας στην εκπομπή «The Arena» της Κέισι Χαντ.

«Πιστεύω ότι οι Δημοκρατικοί βρίσκονται αρκετά κοντά σε αρκετές πολιτείες ώστε να έχουν μια πραγματικά καλή εκλογική βραδιά», ανέφερε, προσθέτοντας ωστόσο ότι δεν θα τον εξέπληττε αν αποτύγχαναν να αποκτήσουν τον έλεγχο της Γερουσίας.

Δεν απέκλεισε, πάντως, το ενδεχόμενο οι Δημοκρατικοί να φτάσουν ακόμη και τις 53 έδρες, επισημαίνοντας ότι πολλά θα εξαρτηθούν από την έκταση του εκλογικού κύματος.

Η ιστορία ευνοεί την αντιπολίτευση, όχι όμως απαραίτητα και στα δύο σώματα

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα της ανάλυσης είναι η ιστορική τάση που καταγράφεται στις ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές: το κόμμα που ελέγχει τον Λευκό Οίκο συνήθως χάνει έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Τα τελευταία 100 χρόνια υπήρξαν μόλις δύο εξαιρέσεις.

Η πρώτη καταγράφηκε το 1998, στη διάρκεια της προεδρίας του Μπιλ Κλίντον, όταν η οικονομική ανάπτυξη και οι αντιδράσεις στη διαδικασία παραπομπής του προέδρου συνέβαλαν στην ενίσχυση των Δημοκρατικών.

Η δεύτερη σημειώθηκε το 2002, επί Τζορτζ Μπους του νεότερου, στο πολιτικό περιβάλλον που είχε διαμορφωθεί μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου.

Στις περισσότερες άλλες περιπτώσεις, το κυβερνών κόμμα υπέστη απώλειες, άλλοτε περιορισμένες και άλλοτε ιδιαίτερα μεγάλες.

Το 1994, στην πρώτη ενδιάμεση εκλογική αναμέτρηση της προεδρίας Κλίντον, οι Δημοκρατικοί έχασαν 54 έδρες στη Βουλή, στην εκλογική ανατροπή που έμεινε γνωστή ως «Ρεπουμπλικανική Επανάσταση».

Το 2010, επί Μπαράκ Ομπάμα, οι Δημοκρατικοί έχασαν 63 έδρες, με τον τότε πρόεδρο να παραδέχεται ότι το κόμμα του είχε υποστεί μια συντριπτική ήττα.

Αντίστοιχα, το 2018, κατά την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν 41 έδρες και τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Ωστόσο, η ιστορία προσφέρει και ένα παράδειγμα για το πόσο διαφορετικά μπορεί να αξιολογηθεί ένα εκλογικό αποτέλεσμα, ανάλογα με τις προσδοκίες που έχουν προηγηθεί.

Στις ενδιάμεσες εκλογές του 2022, οι Δημοκρατικοί έχασαν εννέα έδρες και την πλειοψηφία στη Βουλή, αλλά το αποτέλεσμα παρουσιάστηκε από τον Τζο Μπάιντεν ως πολιτική επιτυχία, επειδή δεν επιβεβαιώθηκαν οι προβλέψεις για σαρωτική επικράτηση των Ρεπουμπλικανών.

«Ενώ ο Τύπος και οι αναλυτές προέβλεπαν ένα τεράστιο κόκκινο κύμα, αυτό δεν συνέβη», είχε δηλώσει τότε ο Μπάιντεν.

Το 2018, ο Τραμπ είχε επίσης επιχειρήσει να προβάλει ως επιτυχία τη διατήρηση της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Γερουσία, παρά τη μεγάλη ήττα στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Η Βουλή των Αντιπροσώπων και το μικρό προβάδισμα των Ρεπουμπλικανών

Η μάχη για τη Βουλή των Αντιπροσώπων είναι αριθμητικά ευκολότερη για τους Δημοκρατικούς.

Στο Κογκρέσο των 435 εδρών, οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν 218 έδρες, οι Δημοκρατικοί 214, ενώ υπάρχουν δύο κενές θέσεις και ένας ανεξάρτητος βουλευτής, ο Κέβιν Κάιλι από την Καλιφόρνια, ο οποίος συνεργάζεται διοικητικά με τους Ρεπουμπλικανούς.

Με δεδομένη αυτή την οριακή πλειοψηφία, μια σχετικά μικρή μεταβολή στην κατανομή των εδρών αρκεί για να αλλάξει ο έλεγχος της Βουλής.

Η ανάλυση του CNN επικαλείται τα στοιχεία του μη κομματικού Cook Political Report, το οποίο κατατάσσει 21 εκλογικές περιφέρειες στην κατηγορία των αμφίρροπων αναμετρήσεων (toss-ups).

Από αυτές, οι 15 εκπροσωπούνται σήμερα από Ρεπουμπλικανούς και οι έξι από Δημοκρατικούς.

Επιπλέον, δέκα έδρες που κατέχουν Ρεπουμπλικανοί κατατάσσονται σε κατηγορίες στις οποίες οι Δημοκρατικοί εμφανίζουν προβάδισμα ή ισχυρές πιθανότητες επικράτησης.

Αντίστοιχα, οκτώ έδρες των Δημοκρατικών εμφανίζονται να ευνοούν τους Ρεπουμπλικανούς.

Η εικόνα αυτή δίνει στους Δημοκρατικούς περισσότερες δυνατότητες να αποσπάσουν έδρες από τους αντιπάλους τους, αν και η έκβαση θα εξαρτηθεί από την προσέλευση των ψηφοφόρων και τα αποτελέσματα σε συγκεκριμένες περιφέρειες.

Ένας ακόμη παράγοντας είναι η αναχάραξη των εκλογικών περιφερειών, γνωστή ως gerrymandering, η οποία έχει περιορίσει τον αριθμό των πραγματικά ανταγωνιστικών εδρών.

Για τον λόγο αυτό, ακόμη και ένα σαφές εθνικό προβάδισμα των Δημοκρατικών δεν μεταφράζεται υποχρεωτικά σε τεράστια αύξηση των κοινοβουλευτικών τους εδρών.

Γιατί η Γερουσία είναι δυσκολότερος στόχος

Η κατάσταση στη Γερουσία είναι πολύ πιο σύνθετη.

Οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν σήμερα 53 έδρες, οι Δημοκρατικοί 45, ενώ υπάρχουν δύο ανεξάρτητοι γερουσιαστές που συνεργάζονται με τους Δημοκρατικούς.

Για να εξασφαλίσουν τον έλεγχο της Γερουσίας, οι Δημοκρατικοί πρέπει να φτάσουν τουλάχιστον τις 51 έδρες, καθώς σε περίπτωση ισοψηφίας 50-50 την καθοριστική ψήφο διαθέτει ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς.

Οι Δημοκρατικοί χρειάζονται συνεπώς καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών.

Στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου ανανεώνονται 35 από τις 100 έδρες της Γερουσίας. Από αυτές, το CNN ξεχωρίζει δέκα ως ιδιαίτερα σημαντικές για τη διαμόρφωση της νέας πλειοψηφίας.

Τρεις από τις επίμαχες έδρες βρίσκονται σήμερα στα χέρια των Δημοκρατικών, στην Τζόρτζια, στο Μίσιγκαν και στο Νιου Χάμσαϊρ.

Οι υπόλοιπες επτά ανήκουν στους Ρεπουμπλικανούς και βρίσκονται στην Αλάσκα, την Άιοβα, το Κάνσας, το Μέιν, τη Βόρεια Καρολίνα, το Οχάιο και το Τέξας.

Για να αποκτήσουν πλειοψηφία, οι Δημοκρατικοί πρέπει να κερδίσουν οκτώ από αυτές τις δέκα κρίσιμες αναμετρήσεις.

Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει τη δυσκολία της προσπάθειάς τους, καθώς θα χρειαστεί να επικρατήσουν σε αρκετές πολιτείες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ασφαλείς για τους Ρεπουμπλικανούς.

Τέξας, Κάνσας και Αλάσκα στο εκλογικό ραντάρ των Δημοκρατικών

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις έχουν ενθαρρύνει τους Δημοκρατικούς να επενδύσουν πολιτικά και οικονομικά σε πολιτείες όπου η εκλογή γερουσιαστή του κόμματός τους αποτελούσε μέχρι πρόσφατα εξαιρετικά δύσκολο στόχο.

Στο Τέξας, οι Δημοκρατικοί προσπαθούν επί δεκαετίες να κερδίσουν μία από τις δύο έδρες της πολιτείας στη Γερουσία. Η τελευταία φορά που εξελέγη Δημοκρατικός γερουσιαστής εκεί ήταν το 1988.

Στο Κάνσας, η παράδοση είναι ακόμη ισχυρότερη υπέρ των Ρεπουμπλικανών, καθώς η πολιτεία έχει να εκλέξει Δημοκρατικό γερουσιαστή σχεδόν έναν αιώνα.

Παρά τα ιστορικά αυτά δεδομένα, οι πρόσφατες μετρήσεις δείχνουν ότι ορισμένες αναμετρήσεις ενδέχεται να είναι πιο ανταγωνιστικές σε σύγκριση με προηγούμενες εκλογές.

Στη Βόρεια Καρολίνα, οι Δημοκρατικοί έχουν υποψήφιο τον δημοφιλή πρώην κυβερνήτη Ρόι Κούπερ, ενώ στην Τζόρτζια επιδιώκουν την επανεκλογή του εν ενεργεία γερουσιαστή Τζον Όσοφ.

Στο Τέξας, η υποψηφιότητα του Δημοκρατικού Τζέιμς Ταλαρίκο έχει καταστήσει τη μάχη ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, ενώ στο Κάνσας το κόμμα επενδύει σε έναν μετριοπαθή υποψήφιο, επιδιώκοντας να διευρύνει την εκλογική του απήχηση.

Η αυξημένη ανταγωνιστικότητα έχει οδηγήσει και τις δύο παρατάξεις σε μεγαλύτερες εκλογικές δαπάνες. Σύμφωνα με τους Financial Times, τις τελευταίες εβδομάδες οι Ρεπουμπλικανοί έχουν ενισχύσει σημαντικά τη διαφημιστική τους παρουσία, ιδίως σε πολιτείες όπου οι υποψήφιοί τους αντιμετωπίζουν ισχυρότερη πίεση.

Η εκλογική ιστορία, πάντως, δείχνει ότι οι δημοσκοπήσεις σε παραδοσιακά ρεπουμπλικανικές πολιτείες δεν καταλήγουν πάντοτε σε αντίστοιχα αποτελέσματα.

Το 2014, για παράδειγμα, ένας ανεξάρτητος υποψήφιος στο Κάνσας εμφανιζόταν να προηγείται του Ρεπουμπλικανού αντιπάλου του πριν από τις εκλογές, αλλά τελικά ηττήθηκε.

Οι αναλυτές προειδοποιούν επίσης ότι ακόμη και ένα συνηθισμένο δημοσκοπικό σφάλμα μπορεί να αλλάξει την εικόνα σε αρκετές από τις αμφίρροπες αναμετρήσεις, ιδιαίτερα όταν οι διαφορές μεταξύ των υποψηφίων περιορίζονται σε λίγες ποσοστιαίες μονάδες.

Γιατί η Βουλή και η Γερουσία μπορούν να κινηθούν σε διαφορετικές κατευθύνσεις

Ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά στοιχεία που αναδεικνύει το CNN είναι ότι οι εκλογές για τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία δεν ακολουθούν απαραίτητα την ίδια πολιτική κατεύθυνση.

Στις δύο τελευταίες ενδιάμεσες εκλογικές αναμετρήσεις, το κόμμα του προέδρου έχασε τον έλεγχο της Βουλής, αλλά ενίσχυσε την παρουσία του στη Γερουσία.

Το 2018, οι Ρεπουμπλικανοί του Τραμπ έχασαν τη Βουλή των Αντιπροσώπων, αλλά κατέγραψαν καθαρό κέρδος δύο εδρών στη Γερουσία.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2022, οι Δημοκρατικοί του Τζο Μπάιντεν έχασαν τη Βουλή, αλλά κέρδισαν μία επιπλέον έδρα στη Γερουσία.

Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι τα τελευταία 100 χρόνια η ταυτόχρονη αλλαγή πλειοψηφίας και στα δύο σώματα του Κογκρέσου έχει καταγραφεί μόλις δύο φορές.

Η πρώτη ήταν το 1994, όταν οι Ρεπουμπλικανοί επικράτησαν στις εκλογές κατά την προεδρία Κλίντον.

Η δεύτερη σημειώθηκε το 2006, όταν οι Δημοκρατικοί ανέκτησαν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων, εν μέσω της αυξανόμενης δυσαρέσκειας για τον πόλεμο στο Ιράκ και την κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους.

Τι θα αλλάξει για τον Τραμπ αν χάσουν οι Ρεπουμπλικανοί

Το εκλογικό αποτέλεσμα της 3ης Νοεμβρίου θα καθορίσει τους συσχετισμούς στο Κογκρέσο κατά τα τελευταία δύο χρόνια της δεύτερης προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ.

Η απόκτηση πλειοψηφίας από τους Δημοκρατικούς στη Βουλή των Αντιπροσώπων θα τους έδινε τη δυνατότητα να ενισχύσουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβέρνησης.

Θα μπορούσαν να προχωρήσουν σε έρευνες, ακροάσεις και κλήσεις αξιωματούχων για κατάθεση, εξετάζοντας αποφάσεις και πολιτικές του Λευκού Οίκου.

Παράλληλα, θα αποκτούσαν σημαντικότερο ρόλο στις διαπραγματεύσεις για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, καθώς οι δαπάνες του αμερικανικού κράτους απαιτούν τη συμμετοχή του Κογκρέσου.

Αν οι Δημοκρατικοί αποκτούσαν τον έλεγχο και της Γερουσίας, οι δυνατότητες ελέγχου της κυβέρνησης θα διευρύνονταν ακόμη περισσότερο, ενώ θα μπορούσαν να επηρεάσουν και τις διαδικασίες έγκρισης σημαντικών διορισμών.

Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση που οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν πλειοψηφία και στα δύο σώματα, η νομοθετική τους ισχύς θα εξακολουθούσε να υπόκειται σε σοβαρούς περιορισμούς.

Ο Τραμπ θα διατηρούσε το δικαίωμα άσκησης προεδρικού βέτο, ενώ στη Γερουσία η διαδικασία του filibuster απαιτεί, για τα περισσότερα νομοθετήματα, τη συγκέντρωση 60 ψήφων προκειμένου να τερματιστεί η συζήτηση και να προχωρήσει η ψηφοφορία.

Αυτό σημαίνει ότι για αρκετές βασικές νομοθετικές παρεμβάσεις θα εξακολουθούσε να απαιτείται διακομματική συμφωνία.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει επίσης επιχειρήσει να εξασφαλίσει πολυετή χρηματοδότηση ορισμένων προτεραιοτήτων της, μεταξύ των οποίων η ενίσχυση της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE), αξιοποιώντας ειδικές δημοσιονομικές διαδικασίες που δεν υπόκεινται στους συνήθεις περιορισμούς του filibuster.

Αντιθέτως, στην περίπτωση που οι Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν την πλειοψηφία τους και στα δύο σώματα, ο Τραμπ θα συνεχίσει να διαθέτει μεγαλύτερη ευχέρεια στην προώθηση των κυβερνητικών προτεραιοτήτων του.

Το πρόβλημα των υψηλών προσδοκιών για τους Δημοκρατικούς

Η βασική επισήμανση της ανάλυσης του CNN αφορά τη διαφορά ανάμεσα σε ένα εκλογικό αποτέλεσμα που ενισχύει ουσιαστικά την αντιπολίτευση και σε μια νίκη που ανταποκρίνεται στις προσδοκίες που έχουν δημιουργηθεί πριν από την κάλπη.

Οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται σήμερα να έχουν περισσότερες δυνατότητες από όσες ανέμεναν πριν από μερικούς μήνες. Δημοσκοπικά ανταγωνιστικές αναμετρήσεις καταγράφονται ακόμη και σε περιοχές όπου ο Ντόναλντ Τραμπ είχε επικρατήσει με μεγάλη διαφορά στις προεδρικές εκλογές του 2024.

Την ίδια στιγμή, η προσπάθεια για τη Γερουσία παραμένει αριθμητικά δυσκολότερη, καθώς προϋποθέτει την επικράτηση σε σειρά πολιτειών με ισχυρή ρεπουμπλικανική παράδοση.

Έτσι, η ανάκτηση της Βουλής των Αντιπροσώπων θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντική πολιτική επιτυχία για τους Δημοκρατικούς, ακόμη και χωρίς την κατάκτηση της Γερουσίας. Εάν όμως οι προσδοκίες έχουν ήδη φτάσει στο επίπεδο της πλήρους ανατροπής των συσχετισμών στο Κογκρέσο, το ίδιο αποτέλεσμα ενδέχεται να αξιολογηθεί διαφορετικά από τα δύο κόμματα.

Για τους Δημοκρατικούς το ζητούμενο είναι η μετατροπή του δημοσκοπικού προβαδίσματος σε πραγματικές κοινοβουλευτικές έδρες. Για τους Ρεπουμπλικανούς, αντίστοιχα, η διατήρηση της Γερουσίας ή ο περιορισμός των απωλειών στη Βουλή θα μπορούσε να αποτελέσει βασικό στοιχείο της μετεκλογικής πολιτικής τους επιχειρηματολογίας.

Η διάκριση αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της ανάλυσης του CNN: η 3η Νοεμβρίου δεν θα κρίνει μόνο ποιο κόμμα θα ελέγχει το Κογκρέσο, αλλά και κατά πόσο οι προσδοκίες μιας μεγάλης εκλογικής ανατροπής ανταποκρίνονται στις πραγματικές δυνατότητες των Δημοκρατικών.