Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Μέχρι και 1 τρισ. ρούβλια είναι πιθανό να χάσουν οι ρωσικές τράπεζες το 2015 όπως εκτιμούν οι αναλυτές της Moody’s παρά την κίνηση της Ρωσικής Κεντρικής Τράπεζας την περασμένη εβδομάδα να μειώσει τα επιτόκια.

Συγκεκριμένα, η Moody’s αναφέρει ότι οι ρωσικές τράπεζες προσπαθούν να περιορίσουν την αύξηση του κόστους, μετά τη σοκαριστική αύξηση των επιτοκίων κατά 650 μονάδες βάσης τον περασμένο μήνα.

Παρά το γεγονός όμως ότι η Τράπεζα της Ρωσίας προχώρησε σε μείωση του βασικού της επιτοκίου από 17% σε 15%, σε μια προσπάθεια να μετριάσει την πίεση στο τραπεζικό της σύστημα, τα μέτρα αυτά είναι απίθανο να είναι αρκετά κατά τους αναλυτές.

«Εκτιμούμε ότι συνολική καθαρή ζημιά του τομέα θα είναι γύρω στα 1 τρισ. ρούβλια το 2015, σε σύγκριση με τα καθαρά κέρδη που ανέρχονταν στα 600 δισ. το 2014 και τα καθαρά κέρδη του 1 τρισ. το 2013».

Το Interfax αναφέρει πως ο πρόεδρος του Συνδέσμου Περιφερειακών Τραπεζών της Ρωσίας, Anatoly Aksakov, σε επιστολή του προς την διοικήτρια της κεντρικής τράπεζας Elvira Nabiullina, αναφέρει:

«Η κατάσταση στη ρωσική τραπεζική αγορά είναι ανησυχητική. Παρά την κάποια σταθεροποίηση στην αγορά συναλλάγματος και την αναμενόμενη εισροή των φορολογικών και δημοσιονομικών πόρων, οι τράπεζες αντιμετωπίζουν οξεία έλλειψη ρευστότητας. Σύμφωνα με τους τραπεζίτες, η εκτίναξη των επιτοκίων οδήγησε σε αύξηση του βασικού επιτοκίου, οδηγώντας στην απώλεια της φερεγγυότητας των επιχειρήσεων. Οι τραπεζίτες πιστεύουν ότι η διατήρηση της σημερινής κατάστασης θα προκαλέσει ένα κύμα πτωχεύσεων όχι μόνο στα πιστωτικά ιδρύματα αλλά και σε επιχειρήσεις και εταιρείες…».

Ο οίκος αξιολόγησης εκτιμά ότι με τα επιτόκια να βρίσκονται στο 15%, τα καθαρά συνολικά έσοδα από τους τόκους των συναλλαγών των ρωσικών τραπεζών με τους πελάτες θα μειωθούν κατά το ένα τρίτο το 2015, στα 1.5 τρισ. ρούβλια. Τα συνολικά επαναλαμβανόμενα έσοδα θα φτάσουν μόλις τα 2.3 τρισ. το 2015, δεν επαρκούν για να καλύψουν τα διοικητικά έξοδα των τραπεζών και το πιθανό επίπεδο του πιστωτικού κόστους, λόγω της αύξησης των προβληματικών δανείων.