Η απόφαση του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, να αναστείλει προσωρινά το «Project Freedom» στα Στενά του Ορμούζ δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η ειρήνη βρίσκεται κοντά, ωστόσο αποκαλύπτει ξεκάθαρα ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να μεταφέρει τη σύγκρουση από το στρατιωτικό στο διπλωματικό πεδίο.
Αυτό που φαίνεται να επιχειρεί να πετύχει ο Τραμπ δεν είναι ο τερματισμός της κρίσης στη Μέση Ανατολή, αλλά μια προσπάθεια αποκλιμάκωσης χωρίς όμως την απώλεια στρατηγικού ελέγχου.
Το «Project Freedom» ανακοινώθηκε επίσημα στις 3 Μαΐου ως αμερικανική πρωτοβουλία συνοδείας εμπορικών πλοίων μέσω των Στενών του Ορμούζ, έπειτα από το ουσιαστικό κλείσιμο της θαλάσσιας οδού από τα τέλη Φεβρουαρίου, όταν η στρατιωτική επιχείρηση ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν οδήγησε την Τεχεράνη σε αντίποινα.
Τα Στενά του Ορμούζ, από όπου περνά περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και LNG, μετατράπηκαν σε επίκεντρο μιας διπλής ναυτικής ασφυξίας: από τη μία το Ιράν περιόριζε τη ναυσιπλοΐα μέσω απειλών με νάρκες, drones, πυραύλους και ταχύπλοα σκάφη, και από την άλλη οι ΗΠΑ επέβαλλαν αποκλεισμό στα πλοία που κατευθύνονταν προς ή από ιρανικά λιμάνια.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, το «Project Freedom» παρουσιάστηκε από τον Τραμπ ως ανθρωπιστική και εμπορική αποστολή με στόχο την απελευθέρωση των εγκλωβισμένων πλοίων και την αποκατάσταση της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας χωρίς άμεση στρατιωτική κλιμάκωση.
Η κατάσταση είχε ήδη λάβει διαστάσεις διεθνούς κρίσης. Σύμφωνα με την αμερικανική Κεντρική Διοίκηση, περίπου 1.550 εμπορικά πλοία και περισσότεροι από 22.500 ναυτικοί από 87 χώρες παρέμεναν εγκλωβισμένοι στον Περσικό Κόλπο. Οι ΗΠΑ μάλιστα έκαναν λόγο για σοβαρές ελλείψεις τροφίμων και βασικών προμηθειών σε αρκετά πλοία.
Παράλληλα, οι τιμές του πετρελαίου εκτοξεύθηκαν πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να προειδοποιεί ότι ακόμη και αν οι εχθροπραξίες σταματούσαν άμεσα, οι οικονομικές επιπτώσεις θα διαρκούσαν για μήνες.
Η επιχειρησιακή εφαρμογή του σχεδίου στηρίχθηκε σε μεγάλη ανάπτυξη αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων. Η Ουάσιγκτον κινητοποίησε αντιτορπιλικά κατευθυνόμενων πυραύλων, περισσότερα από 100 αεροσκάφη, drones, μη επανδρωμένα συστήματα και περίπου 15.000 στρατιωτικούς.
Ο επικεφαλής της αμερικανικής Κεντρικής Διοίκησης, ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, ανέφερε ότι οι ΗΠΑ συνεργάζονταν άμεσα με ναυτιλιακές εταιρείες για την επανεκκίνηση της εμπορικής κίνησης μέσω των Στενών.
Οι ΗΠΑ υποστήριξαν ότι δύο αμερικανικά εμπορικά πλοία διέσχισαν επιτυχώς τα Στενά, ενώ η A.P. Moller – Maersk ανακοίνωσε ότι το πλοίο Alliance Fairfax εξήλθε από τον Κόλπο υπό αμερικανική στρατιωτική συνοδεία. Το Ιράν αμφισβήτησε αυτές τις αναφορές.
Η Τεχεράνη απάντησε στρατιωτικά, σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, με πυραύλους, drones και επιθέσεις από μικρά ταχύπλοα σκάφη εναντίον αμερικανικών πολεμικών και εμπορικών πλοίων. Οι ΗΠΑ υποστήριξαν ότι κατέρριψαν drones και πυραύλους και κατέστρεψαν ιρανικά σκάφη, κάτι που το Ιράν αρνήθηκε.
Στο μεταξύ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανέφεραν επιθέσεις κατά πλοίων τους, ενώ και νοτιοκορεατικό φορτηγό πλοίο φέρεται να επλήγη κοντά στα εμιρατινά ύδατα.
Γιατί ο Τραμπ αποφάσισε να αναστείλει την επιχείρηση μόλις δύο ημέρες μετά την έναρξή της
Κατά τα φαινόμενα, η παύση της επιχείρησης δεν αποτελεί ένδειξη εγκατάλειψης της στρατηγικής πίεσης προς το Ιράν, αλλά μάλλον τακτική παύση με στόχο να δοθεί χώρος στις διαπραγματεύσεις.
Ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε ότι το «Project Freedom» αναστέλλεται προσωρινά ώστε να διαπιστωθεί αν μπορεί να οριστικοποιηθεί και να υπογραφεί συμφωνία με το Ιράν. Παράλληλα όμως ξεκαθάρισε ότι ο ναυτικός αποκλεισμός παραμένει πλήρως ενεργός.
Η απόφαση δε, επηρεάστηκε από το Πακιστάν, το οποίο λειτουργεί ως διαμεσολαβητής μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
Ταυτόχρονα, η Ουάσιγκτον φαίνεται να θεωρεί ότι έχει ήδη πετύχει βασικούς στρατιωτικούς στόχους. Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι η «Operation Epic Fury» έχει ολοκληρωθεί, προσθέτοντας ότι οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν νέα κλιμάκωση.
Από την άλλη πλευρά, το Ιράν παρουσίασε την παύση του σχεδίου ως αμερικανική υποχώρηση. Ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης υποστήριξαν ότι η Ουάσιγκτον απέτυχε να επιβάλει τον έλεγχο στα Στενά και αναγκάστηκε να κάνει πίσω μετά τις «αυστηρές προειδοποιήσεις» της Τεχεράνης.
Παρά τη μερική αποκλιμάκωση, η κατάσταση παραμένει εύθραυστη. Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, τόνισε ότι η εκεχειρία εξακολουθεί να ισχύει, αλλά οι ΗΠΑ παρακολουθούν στενά κάθε ιρανική κίνηση. —«Δεν επιδιώκουμε σύγκρουση», δήλωσε. «Όμως το Ιράν δεν μπορεί να εμποδίζει αθώες χώρες και τα εμπορεύματά τους να διέρχονται από μια διεθνή θαλάσσια οδό».
Ωστόσο, η επιχείρηση αύξησε τον κίνδυνο περαιτέρω κλιμάκωσης, καθώς ΗΠΑ και Ιράν αντάλλαξαν πυρά τη Δευτέρα, ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δέχθηκαν επιθέσεις για δεύτερη συνεχόμενη ημέρα.
Ο πρόεδρος του Γενικού Επιτελείου των ΗΠΑ Νταν Κέιν διευκρίνισε ότι οι πρόσφατες ιρανικές επιθέσεις σε πλοία και αμερικανικές δυνάμεις δεν θεωρήθηκαν επαρκείς για την επανέναρξη μεγάλης κλίμακας στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Από την εκεχειρία της 8ης Απριλίου μέχρι σήμερα, το Ιράν φέρεται να έχει πραγματοποιήσει επιθέσεις σε εμπορικά πλοία, καταλήψεις containerships και πλήγματα κατά αμερικανικών στόχων.
Όταν ρωτήθηκε υπό ποιες συνθήκες θα μπορούσε να καταρρεύσει η εκεχειρία, ο Τραμπ απάντησε χαρακτηριστικά: «Ξέρουν τι δεν πρέπει να κάνουν».
Ο πιο αντιδημοφιλής πρόεδρο στην ιστορία των ΗΠΑ
Ρόλο ίσως στην απόφαση Τραμπ είναι και τα ευρήματα των γκάλοπ λίγους μόλις μήνες πριν τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ. Ο Αμερικανός πρόεδρος φαίνεται πως βρίσκεται στην κορύφωση της αντιδημοφιλίας του, σύμφωνα με δημοσκόπηση που πραγματοποίησε το CNN. Το αμερικανικό δίκτυο αναφέρει μάλιστα ότι η περίοδος αυτή είναι χειρότερη ακόμη και από εκείνη που ακολούθησε μετά την επίθεση της 6ης Ιανουαρίου 2021 στο Καπιτώλιο.
Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, ο μέρος όρος του ποσοστού αποδοχής του κυμαίνεται στο 35%, αριθμός που τον κατατάσσει κοντά στα επίπεδα του Τζορτζ Γ. Μπους. Ο Μπους είναι ο μόνος πρόεδρος μετά τον Τζίμι Κάρτερ ο οποίος παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ποσοστά γύρω ή κάτω από τα μέσα της δεκαετίας του 30%.
Όλα αυτά θέτουν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σε κίνδυνο να δεχθεί μια σοβαρή αποδοκιμασία από τους ψηφοφόρους σε μόλις έξι μήνες, στις ενδιάμεσες εκλογές του 2026. Και μεγάλο ρόλο σε αυτό έχει διαδραματίσει ο πόλεμος στο Ιράν τον οποίον δεν επιθυμεί η ευρεία πλειοψηφία των Αμερικανών…
Πόσο πιθανό είναι να κρατήσει η εκεχειρία – Ο ρόλος των φρουρών της Επανάστασης
Στο μεταξύ, όπως αναφέρει η New York Post, αναλυτές εκτιμούν ότι το βασικό πρόβλημα παραμένει το ποιος πραγματικά κρατά τα ηνία στην Τεχεράνη, καθώς ο πρόεδρος του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ, στρατηγός Νταν Κέιν, δήλωσε ότι τη χώρα δεν τη διοικεί η πολιτική ηγεσία αλλά οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν.
«Είναι σωστό να λέμε ότι οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης αποτελούν τον ισχυρότερο θεσμό στο Ιράν. Όμως αυτό δεν συνέβη από τη μια ημέρα στην άλλη», δήλωσε ο Μπεχνάμ Μπεν Ταλεμπλού, διευθυντής του προγράμματος για το Ιράν στο Foundation for Defense of Democracies.
«Κανείς άλλος πέρα από τον Αλί Χαμενεΐ δεν υπήρξε καθοριστικός σε αυτό. Κανείς», πρόσθεσε, υποστηρίζοντας ότι ο Ανώτατος Ηγέτης του Ιράν — και όχι οι πιέσεις του Τραμπ ή του Ισραήλ — ήταν εκείνος που μετέτρεψε τους Φρουρούς της Επανάστασης στην κυρίαρχη δύναμη του καθεστώτος.
Ο πρώην πρέσβης του Πακιστάν, Τζαμίλ Άχμεντ Καν, δήλωσε ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα συνειδητής στρατηγικής και πλέον οδηγεί σε χάος στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ιρανικής κυβέρνησης.
«Όλα τα προηγούμενα χρόνια οι Φρουροί της Επανάστασης είχαν τη μέγιστη χρηματοδότηση, το μεγαλύτερο κίνητρο και βαθιά παρουσία σε όλους τους πολιτικούς οργανισμούς του Ιράν», ανέφερε.
«Έχουν τα δικά τους συμφέροντα και τον τελευταίο λόγο σε πολλά υπουργεία και κρατικούς θεσμούς του Ιράν», πρόσθεσε.
Η συγκέντρωση εξουσίας στο σκληροπυρηνικό στρατόπεδο του Ιράν θα μπορούσε να περιπλέξει σοβαρά οποιαδήποτε προσπάθεια διατήρησης της εκεχειρίας, ειδικά καθώς οι επιθέσεις επεκτείνονται πέρα από την άμεση αντιπαράθεση ΗΠΑ–Ιράν.
«Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια πραγματική εκεχειρία όταν βαλλιστικοί πύραυλοι συνεχίζουν να πετούν», δήλωσε ο Ταλεμπλού, αναφερόμενος στη διεύρυνση της λεγόμενης «γκρίζας ζώνης» επιχειρήσεων της Τεχεράνης — από παρενοχλήσεις στη ναυσιπλοΐα μέχρι άμεσες επιθέσεις εναντίον συμμάχων των ΗΠΑ, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Παράλληλα, οι εσωτερικές διαιρέσεις και η πολυπλοκότητα της εξουσίας στο Ιράν καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη τη διπλωματική διαδικασία, σύμφωνα με τον Μαρκ Κίμιτ, πρώην υφυπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ αρμόδιο για πολιτικοστρατιωτικές υποθέσεις.
«Οι Ιρανοί μιλούν με πολλές διαφορετικές φωνές και αυτό κάνει τις ΗΠΑ να αναρωτιούνται ποιος πραγματικά έχει τον έλεγχο», είπε.
«Ο υπουργός Εξωτερικών ζητά διαπραγματεύσεις, την ίδια στιγμή που οι Φρουροί της Επανάστασης φαίνεται να προκαλούν επιστροφή στον πόλεμο», πρόσθεσε.
Όπως υποστήριξε, «υπό αυτές τις συνθήκες είναι δύσκολο να δούμε άμεση επιστροφή στη διπλωματία».
Κατά την εκτίμηση του Ταλεμπλού, η έλλειψη ισχυρής αντίδρασης στις πρόσφατες στρατιωτικές επιθέσεις των Φρουρών της Επανάστασης ενδέχεται να ενθαρρύνει περαιτέρω το ιρανικό καθεστώς.
«Η απουσία αντίδρασης βοήθησε να ανοίξει ο δρόμος για την αυξημένη διάθεση ανάληψης ρίσκου από το καθεστώς μέσω πυραυλικών επιθέσεων», ανέφερε, παραπέμποντας στην εκτόξευση βαλλιστικών πυραύλων από το Ιράν μετά τη δολοφονία του στρατηγού Qassem Soleimani από τις ΗΠΑ το 2020.
Τώρα, όπως προειδοποίησε, η Ουάσιγκτον ίσως βρίσκεται μπροστά σε ένα νέο σημείο καμπής.
«Φοβάμαι ότι στο μέλλον θα δούμε αυτή τη στιγμή ως σημείο καμπής για το πόσο ρίσκο είναι διατεθειμένο να αναλάβει το καθεστώς», δήλωσε.
Παρότι ο Λευκός Οίκος επιχειρεί να αποφύγει έναν ευρύτερο πόλεμο, η σημερινή στρατηγική — περιορισμένα αντίποινα σε συνδυασμό με αυτοσυγκράτηση — ίσως να μην επαρκεί μακροπρόθεσμα.
«Ένα καθεστώς που επιλέγει να μη λυγίσει, πιθανόν μπορεί μόνο να σπάσει», είπε χαρακτηριστικά ο Ταλεμπλού.
«Το ερώτημα είναι αν η Ουάσιγκτον θα επενδύσει τον χρόνο που απαιτείται για να το “σπάσει” ή αν τελικά θα αποχωρήσει από το τραπέζι», πρόσθεσε.
Από την άλλη πλευρά, ο Καν εκτίμησε ότι επειδή οι Φρουροί της Επανάστασης δεν ανέλαβαν επισήμως την ευθύνη για τις επιθέσεις στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το περιστατικό ίσως να μην οδηγήσει τελικά σε μεγαλύτερη κλιμάκωση.
«Το Ιράν δεν το έχει παραδεχθεί», είπε, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο οι επιθέσεις να αποτελούσαν επιχειρήσεις παραπλάνησης ή έμμεσης αποστολής μηνυμάτων.
«Αν όμως οι Φρουροί της Επανάστασης προχωρούσαν σε επίσημη ανάληψη ευθύνης, τότε αυτό θα σήμαινε πλήρη παραβίαση της εκεχειρίας — και θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες», κατέληξε.
Διαβάστε ακόμη
Barcode: Οι γραμμές που άλλαξαν το παγκόσμιο εμπόριο
Γιατί τα ευέλικτα ομολογιακά κεφάλαια γίνονται και πάλι «της μόδας» (γράφημα)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
