Μηδαμινή φαίνεται να είναι η επίδραση των διαδοχικών αεροπορικών πληγμάτων στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, καθώς ΗΠΑ και Ισραήλ δεν κατάφεραν να μεταβάλουν ουσιαστικά τις εξελίξεις, παρά τις επιχειρήσεις που ξεκίνησαν στις 28 Φεβρουαρίου και «πάγωσαν» στις 7 Απριλίου. Η εύθραυστη εκεχειρία που ακολούθησε αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξης των ασύμμετρων συγκρούσεων, με τον κίνδυνο κλιμάκωσης να παραμένει ορατός.
Σύμφωνα με το Reuters, οι εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών δείχνουν ότι ο χρόνος που απαιτείται για την κατασκευή πυρηνικού όπλου από την Τεχεράνη δεν έχει διαφοροποιηθεί σε σχέση με το περασμένο καλοκαίρι και τον 12ήμερο πόλεμο, όταν είχε εκτιμηθεί ότι οι επιθέσεις είχαν καθυστερήσει το πρόγραμμα έως και έναν χρόνο.
Οι αξιολογήσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν παραμένουν σε γενικές γραμμές αμετάβλητες ακόμη και μετά από δύο μήνες σύγκρουσης που ξεκίνησε ο Ντόναλντ Τραμπ σε συνεργασία με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, με βασικό στόχο την αποτροπή ανάπτυξης πυρηνικού όπλου από την Ισλαμική Δημοκρατία.
Οι πρόσφατες επιθέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ, από τα τέλη Φεβρουαρίου, εστίασαν κυρίως σε συμβατικούς στρατιωτικούς στόχους, αν και το Ισραήλ έπληξε και κρίσιμες πυρηνικές εγκαταστάσεις.
Το γεγονός ότι το χρονοδιάγραμμα παραμένει αμετάβλητο υποδηλώνει ότι για να ανακοπεί ουσιαστικά το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης ίσως απαιτηθεί η καταστροφή ή η απομάκρυνση των αποθεμάτων υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου, κάτι που αποτελεί βασική επιδίωξη της Ουάσινγκτον.
Ο πόλεμος έχει προσωρινά παγώσει μετά την εκεχειρία της Μεγάλης Εβδομάδας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, με στόχο τη διπλωματική αποκλιμάκωση. Ωστόσο, η ένταση παραμένει, καθώς οι δύο πλευρές εξακολουθούν να εμφανίζονται βαθιά διχασμένες, ενώ η Τεχεράνη έχει περιορίσει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, επηρεάζοντας περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και προκαλώντας διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις.
Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, τόνισε ότι στόχος της Ουάσινγκτον είναι να διασφαλίσει μέσω διαπραγματεύσεων ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα.
Πριν από τον 12ήμερο πόλεμο του Ιουνίου, οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούσαν ότι το Ιράν μπορούσε να αποκτήσει επαρκές ουράνιο οπλικής ποιότητας και να κατασκευάσει πυρηνική βόμβα μέσα σε τρεις έως έξι μήνες. Μετά τα πλήγματα σε Νατάνζ, Φορντό και Ισφαχάν, οι εκτιμήσεις μετατέθηκαν σε εννέα μήνες έως έναν χρόνο.
Παρά τις επιθέσεις, ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας δεν έχει καταφέρει να επιβεβαιώσει τη θέση περίπου 440 κιλών ουρανίου εμπλουτισμένου στο 60%, με εκτιμήσεις ότι σημαντικό μέρος βρίσκεται σε υπόγειες εγκαταστάσεις στο Ισφαχάν.
Η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας εκτιμά ότι τα συνολικά αποθέματα θα μπορούσαν να επαρκούν για έως και 10 πυρηνικές βόμβες, εφόσον εμπλουτιστούν περαιτέρω στο 90%.
Από την πλευρά του Λευκού Οίκου, η εκπρόσωπος Ολίβια Γουέιλς υποστήριξε ότι οι επιχειρήσεις «Midnight Hammer» και «Epic Fury» κατέστρεψαν κρίσιμες υποδομές, επαναλαμβάνοντας ότι «το Ιράν δεν μπορεί ποτέ να αποκτήσει πυρηνικό όπλο».
Οι αμερικανοί αξιωματούχοι επιμένουν ότι η εξάλειψη του πυρηνικού προγράμματος αποτελεί βασικό στόχο της σύγκρουσης, με τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς να δηλώνει ότι «αυτός είναι ο πυρήνας της επιχείρησης».
Η αμετάβλητη εκτίμηση για το χρονικό διάστημα κατασκευής όπλου συνδέεται με το γεγονός ότι οι πρόσφατες επιθέσεις δεν έδωσαν απόλυτη προτεραιότητα σε πυρηνικούς στόχους.
Παρά τα ισραηλινά πλήγματα, οι αμερικανικές επιχειρήσεις επικεντρώθηκαν κυρίως στις συμβατικές στρατιωτικές δυνατότητες και τη βιομηχανική βάση του Ιράν.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι ενδέχεται να μην υπάρχουν πλέον εύκολα προσβάσιμοι στόχοι που να μπορούν να καταστραφούν μέσω αεροπορικών επιδρομών.
Ο πρώην αναλυτής πληροφοριών Έρικ Μπρούερ ανέφερε ότι το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει πυρηνικό υλικό, πιθανότατα αποθηκευμένο σε βαθιά υπόγειες εγκαταστάσεις.
Τις τελευταίες εβδομάδες εξετάστηκαν ακόμη και σενάρια χερσαίων επιχειρήσεων για την ανάκτηση αποθεμάτων ουρανίου.
Το Ιράν αρνείται ότι επιδιώκει την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων, ενώ οι αμερικανικές υπηρεσίες και η ΙΑΕΑ εκτιμούν ότι το πρόγραμμα ανεστάλη το 2003, αν και διατηρήθηκαν βασικά στοιχεία του.
Η ακριβής αποτίμηση των δυνατοτήτων της Τεχεράνης παραμένει δύσκολη, ακόμη και για τις κορυφαίες υπηρεσίες πληροφοριών, με αποκλίσεις στις εκτιμήσεις.
Ορισμένοι αξιωματούχοι θεωρούν ότι οι επιθέσεις περιόρισαν την απειλή, αποδυναμώνοντας την ικανότητα προστασίας των εγκαταστάσεων.
Παράλληλα, ρόλο ενδέχεται να έχουν διαδραματίσει και οι στοχευμένες δολοφονίες Ιρανών πυρηνικών επιστημόνων από το Ισραήλ τα προηγούμενα χρόνια.
Ο πρώην επιθεωρητής του ΟΗΕ Ντέιβιντ Όλμπραϊτ σημείωσε ότι οι ενέργειες αυτές δημιουργούν αβεβαιότητα ως προς την ικανότητα του Ιράν να κατασκευάσει λειτουργικό όπλο, τονίζοντας ότι «η γνώση δεν βομβαρδίζεται, αλλά η τεχνογνωσία μπορεί να χαθεί».
Διαβάστε ακόμη
Δημογραφικό στην Ελλάδα: Η γήρανση του πληθυσμού απειλεί ανάπτυξη, συντάξεις και αγορά εργασίας
Η κατάρρευση της Spirit Airlines και οι 17.000 νέοι άνεργοι
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.