Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Της Σοφίας Ζαφείρη 

«Μην ανάβεις φωτιά που δεν μπορείς να σβήσεις». Αυτό συμβουλεύει μια κινεζική παροιμία, αλλά ως φαίνεται το Πεκίνο δεν μοιάζει ικανό να σβήσει τη φωτιά που άναψαν οι φόβοι ότι η ταχύτερα αναπτυσσόμενη χώρα του πλανήτη, το παγκόσμιο εργαστήριο, το ακλόνητο μεταποιητικό κέντρο της υφηλίου, όχι μόνο χάνει τη δυναμική της, αλλά κινδυνεύει να διολισθήσει σε ύφεση.

Ως αποτέλεσμα της επιβράδυνσης της κινεζικής οικονομίας οι επενδυτές ρευστοποιούν πυροδοτώντας νέες αναταραχές σε Ασία, Ευρώπη και ΗΠΑ. Οι κινεζικές Αρχές προσπάθηκαν εκ νέου σήμερα να περιορίσουν τις απώλειες με νέες παρεμβάσεις στην αγορά.

Σύμφωνα με το Reuters, εννέα κινεζικά επενδυτικά fund δεσμεύτηκαν να ρίξουν κεφάλαια 30 δισ. γουάν στην αγορά μετοχών, για να στηρίξουν το χρηματιστήριο, ένω ήδη εγχώριες χρηματιστηριακές εταιρείες, όπως η Guotai Junan Securities ΄ξεκίνησαν ήδη από χθες να αυξάνουν τις τοποθετήσεις τους για να τη στηρίξουν την αγορά.

“Οι επενδυτές βρίσκονται ακόμα σε κλίμα εξόδου. Δεν θέλουν να έχουν μετοχές ενόψει του σαββατοκύριακου. Αλλά την ίδια στιγμή, η Κίνα αγοράζει μετοχές για να στηρίξει τον δείκτη πάνω από τις 3.000 μονάδες γιατί χρειάζονται σταθερό περιβάλλον πριν την αργία” τονίζει ο Ronald Wan, επικεφαλής επενδυτικής τραπεζικής στην Partners Capital International.

Τα μέτρα, όμως, δεν φαίνεται να είναι ικανά να αλλάξουν το κλίμα. Ο δείκτης της ηπειρωτικής Κίνας, Shanghai υποχώρησε έως και 4,6% σε ενδοσυνεδριακό χαμηλό 3.019 μονάδων. Οι παρεμβάσεις κατάφεραν να φέρουν τον δείκτη σε θετικό έδαφος 0,8% στα μισά περίπου της συνεδρίασης, ωστόσο, έκλεισε με απώλειες 0,4%. Η μεταβλητότητα, σύμφωνα με τους αναλυτές είναι έντονη και θα έχει συνέχεια.

“Μπορεί να έχει κάποιον ψυχολογικό αντίκτυπο, αλλά αν δει κανείς τα στοιχεία ακόμα και μια συμβολή της τάξης των 25-30 δισ. γουάν είναι ασήμαντη μπροστά στο μέγεθος της κινεζικής αγοράς. Επίσης, οι εταιρείες αυτές έχουν χάσει τεράστια ποσά τις τελευταίες μέρες οπότε παραμένει αμφίβολο για πόσο ακόμα θα μπορούν να ρίξουν χρήματα” προσθέτει.

Η προσπάθεια να αλλάξει το επενδυτικό κλίμα επηρέασε και τους υπόλοιπους ασιατικούς δείκτες, οι οποίοι αφού πέρασαν στιγμιαία σε θετικό έδαφος υποχώρησαν ξανά, με οριακές απώλειες. Ο ιαπωνικός Nikkei, κινείται με πτώση 0,4% στις 18.095 μονάδες, έχοντας υποχωρήσει έως και 3,8% κατα την προηγούμενη συνεδρίαση.

Ο Hang Seng έκλεισε πτωτικά 1,18% στις 20.936 μονάδες, ο αυστραλιανός ASX 200 έκλεισε σε θετικό έδαφος 0,1% στις 5.101 μονάδες. Ο Kospi έκλεισε με οριακή άνοδο στις 1.915 μονάδες. Νωρίτερα, στη συνεδρίαση ο ιαπωνικός Topix υποχωρούσε 1,7%, ο Kospi 1,5% και ο δείκτης της Ν.Ζηλανδίας 1,3%.

Χθες, στη Wall Street, ο Dow υποχώρησε -469 μονάδες ή κατέγραψε απώλειες 2,84% στις 16.059 μονάδες. Ο S&P 500 σημείωσε πτώση 2,95% στις 1.914 μονάδες, ενώ ο Nasdaq υποχώρησε 2,94% στις 4.636 μονάδες.

Στην Ευρώπη, οι απώλειες ήταν άνω του 2% στους μεγάλους χρηματιστηριακούς δείκτες του Λονδίνου, της Φρανκφούρτης, του Παρισιού, της Μαδρίτης και του Μιλάνου.

Πώς ξεκίνησε

Oλα ξεκίνησαν, μάλλον σιωπηρά, στις 4 Ιουλίου, όταν η κινεζική κυβέρνηση αποφάσισε να μπλοκάρει τις πωλήσεις μετοχών σε μια προσπάθεια να σταματήσει κυρίως την υποχώρηση του Χρηματιστηρίου της Σανγκάης. Σχεδόν έναν μήνα νωρίτερα, στις 12 Ιουνίου, η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική, καθώς το κινεζικό χρηματιστήριο βρισκόταν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα λόγω των συνεχιζόμενων κυβερνητικών παρεμβάσεων. Ο Ιούλιος, όμως, ήταν ο χειρότερος μήνας από το 2009 για τον δείκτη Shanghai Composite, καθώς κατέγραψε απώλειες 15%.

Η ακινησία, η επίπλαστη ηρεμία που ακολούθησε, με τους επενδυτές ανά την υφήλιο να θεωρούν ότι πρόκειται για ένα «εσωτερικό πρόβλημα της Κίνας» και φυσικά να ευελπιστούν ότι υπήρχαν κρυφές παρεμβάσεις των κινεζικών αρχών -κάτι διόλου σπάνιο-, έσπασε ξαφνικά στις 10 Αυγούστου, όταν η Λαϊκή (Κεντρική) Τράπεζα της Κίνας (PBOC) αποφάσισε να προχωρήσει σε υποτίμηση του γουάν σχεδόν κατά 2%. Η PBOC προσπάθησε να πλασάρει αυτή την απόφασή της ως μέρος του σχεδίου απελευθέρωσης της συναλλαγματικής της αγοράς. Ομως το γεγονός ότι είχαν προηγηθεί κάτι παραπάνω από δυσάρεστες ανακοινώσεις, με τις εξαγωγές της Κίνας να έχουν υποχωρήσει σε υψηλό βαθμό, έπεισε τους πάντες ότι η PBOC απλώς παρενέβη για να σώσει την κατάσταση, να στηρίξει την εξαγωγική δραστηριότητα του Πεκίνου.

Η πρώτη αρνητική αντίδραση προήλθε από το Χρηματιστήριο της Σανγκάης, το οποίο συνέχισε να υποχωρεί, ενώ αντίθετα Ευρώπη, ΗΠΑ αλλά και αγορές που εξαρτώνται άμεσα από τις κινεζικές εισαγωγές πρώτων υλών, όπως αυτή της Αυστραλίας, χρειάστηκαν μία εβδομάδα για να «χωνέψουν» τη συγκεκριμένη κίνηση και να αρχίσουν και αυτές με τη σειρά τους να αποδυναμώνονται.

Η υποτίμηση του γουάν

Στις 21 Αυγούστoυ ο Dow Jones δέχεται ένα από τα πλέον ισχυρά πλήγματα των τελευταίων ετών, κλείνοντας με πτώση 531 μονάδων και καταγράφοντας τις ισχυρότερες ημερήσιες απώλειές του από το 2011. Την ίδια ώρα ο Shanghai Composite είδε την αξία του να αποδυναμώνεται κατά 8,5%, σημειώνοντας την υψηλότερη ημερήσια πτώση από το 2007.

Η 24η Αυγούστου 2015 θα μείνει στην ιστορία των χρηματιστηρίων ως μία ακόμη «Μαύρη Δευτέρα», με τις χρηματαγορές να βρίσκονται αντιμέτωπες σχεδόν με απόλυτη κατάρρευση, τους επενδυτές να συρρέουν έντρομοι στην έξοδο και την κινεζική κυβέρνηση -μέσω πάντα της PBOC- να ρίχνει στην αγορά εκατοντάδες δισ. γουάν, να προχωρά σε μείωση επιτοκίων και να εμφανίζεται απόλυτα έτοιμη να συνεχίσει αυτή την τακτική έως ότου, έστω και με τεχνικό τρόπο, κατορθώσει να σώσει ό,τι είχε απομείνει από το κινεζικό χρηματιστήριο.

Παρά την πρόσκαιρη προσπάθεια σταθεροποίησης οι αγορές ξεκίνησαν εκ νέου τη βίαιη προσαρμογή τους με τη Wall Street και την Ευρώπη χθες, Τρίτη, να καταγράφουν τις μεγαλύτερες απώλειες μετά τη “Μαύρη Δευτέρα”. 

Οι προβλέψεις

Μπορεί η κατάσταση να σωθεί; Οι ειδικοί εμφανίζονται διχασμένοι, με κάποιους να αποκλείουν το ενδεχόμενο «ανώμαλης προσγείωσης» της κινεζικής οικονομίας και κάποιους άλλους να το θεωρούν βέβαιο. Διχασμένοι και οι οίκοι αξιολόγησης, με τον Standard & Poor’s να υποστηρίζει σε έκθεσή του ότι «η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη και περισσότερο περίπλοκη απ’ ό,τι θεωρούν οι περισσότεροι», ενώ αντίθετα ο Fitch εκτιμά ότι οι αντιδράσεις των αγορών είναι υπερβολικές, παρά το γεγονός ότι παραδέχεται την ύπαρξη σοβαρών προβλημάτων στην κινεζική οικονομία.

Θα πρέπει, πάντως, να διευκρινιστεί ότι στην περίπτωση της Κίνας ο όρος «ανώμαλη προσγείωση» δεν αντιστοιχεί σε ύφεση της οικονομίας, αλλά σε υποχώρηση του ρυθμού ανάπτυξης κοντά στο 4% για την επόμενη 5ετία, την ίδια ώρα που η κυβέρνηση στο Πεκίνο έχει θέσει ως στόχο ανάπτυξης για φέτος το 7%.

Οι πλέον αισιόδοξοι -μεταξύ των οποίων και η UBS- εκτιμούν ότι η κινεζική ανάπτυξη θα υποχωρήσει φέτος στο 6,8% (από 7,4% το 2014) και στο 6,5%, το 2016.

Στροφή στον «κόκκινο καπιταλισμό»

Αντιστοιχώντας στο 15% του παγκόσμιου ΑΕΠ, η κινεζική οικονομία έχει τη δυνατότητα όταν… φτερνίζεται να προκαλεί πνευμονία σε Ευρώπη και ΗΠΑ, αλλά και σε πολλές ακόμη χώρες του κόσμου. Αποτελεί τον εξαγωγικό στόχο για οικονομίες όπως αυτές της Ιαπωνίας και της Γερμανίας, αλλά και για τους παραγωγούς πρώτων υλών όπως η Βραζιλία και η Αυστραλία. Στην οικονομία της στηρίζουν τεράστιο μέρος των κερδών τους και της παραγωγής τους οι δυτικές πολυεθνικές εταιρείες.

Ταυτόχρονα, όμως, διαθέτει ένα χρέος το οποίο έφτανε στο 282% του ΑΕΠ στα μέσα του 2014, έχοντας διογκωθεί σε μία επταετία από τα 7 στα 28 τρισ. δολάρια. Ενα χρέος το οποίο οι ειδικοί χαρακτηρίζουν «διαχειρίσιμο ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, αλλά ιδιαίτερα υψηλό».

Την ίδια στιγμή το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας ξεκαθαρίζει στους πολίτες της χώρας ότι θα πρέπει να συνηθίσουν την ύπαρξη μιας «νέας φυσικής τάσης» (new normal) στην οικονομία της χώρας – μια τάση που θα πρέπει να συνηθίσει και η υπόλοιπη υφήλιος, αν δεν θέλει να διαλύεται, τουλάχιστον χρηματιστηριακά, κάθε φορά που το Πεκίνο αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα. Η Κίνα βρίσκεται εν μέσω μιας πραγματικά τεκτονικής, οικονομικής μεταμόρφωσης. Προσπαθεί να μετατραπεί από οικονομία βαριάς, αλλά εξαιρετικά ρυπογόνου βιομηχανίας, ισχυρών εξαγωγών και τεράστιων δαπανών για βελτίωση των υποδομών -οι οποίες έχουν δημιουργήσει μια τεράστια φούσκα χρεών στις επαρχίες της χώρας- σε μια οικονομία που στηρίζεται στον τομέα των υπηρεσιών, στην αύξηση των καταναλωτικών δαπανών, αλλά και στην ενίσχυση του ιδιωτικού επιχειρείν.

Παρά το χρηματιστηριακό σοκ, πάντως, ορισμένα στοιχεία εξακολουθούν να πηγαίνουν καλά στην κινεζική οικονομία, με τις λιανικές πωλήσεις να ενισχύονται σε ποσοστό 10,5% τον Ιούλιο, αν και σαφώς με χαλαρότερο ρυθμό σε σύγκριση με τους προηγούμενους μήνες. Κορυφαίες αμερικανικές επιχειρήσεις, από την Apple ως την Gap, εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν το Πεκίνο «τη μόνη συνεχώς αναπτυσσόμενη αγορά σε έναν κόσμο που βρίσκεται σε στασιμότητα». Οι Κινέζοι καταναλωτές αυξάνουν τις δαπάνες τους αγοράζοντας σωρηδόν, από εισιτήρια για τον κινηματογράφο ως κινητά τηλέφωνα, jeans αλλά και πανάκριβα αυτοκίνητα.

Η κυβέρνηση φροντίζει, αν και οι ειδήσεις αυτές σπάνια βρίσκονται στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς Τύπου, να στηρίζει την κατανάλωση, ακόμη και μέσω της «εύκολης» μεθόδου των αυξήσεων σε μισθούς και συντάξεις, προκειμένου να στηρίξει τη μεσαία τάξη και να επιτύχει έναν ικανοποιητικό ρυθμό ενίσχυσης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ.

Η μεταμόρφωση, όμως, που επιχειρείται κρύβει αρκετούς κινδύνους, ακόμη και πολιτικούς, έστω και αν το ΚΚΚ θεωρείται και είναι απόλυτα κυρίαρχο.

Προ διετίας ο πρόεδρος της χώρας Ξι Ζινπίνγκ ανακοίνωσε μια σειρά κινήτρων προκειμένου να επιτευχθεί η μετάλλαξη της οικονομίας και ο επονομαζόμενος «κόκκινος καπιταλισμός» της Κίνας να καταστεί περισσότερο βιώσιμος και ίσως πιο… καπιταλισμός. Αρκετοί από τους στόχους δεν έχουν ακόμη καν αρχίσει να υλοποιούνται, καθώς η κυβέρνηση επικεντρώνεται στη μάχη κατά της διαφθοράς, αλλά και την ενίσχυση της πολιτικής επιρροής που μπορεί να διαδραματίσει το Πεκίνο εκτός των αχανών κινεζικών συνόρων.

Ο πρωθυπουργός Λι Κεκιάνγκ δήλωσε πρόσφατα ότι «τα θεμελιώδη δεδομένα της κινεζικής οικονομίας δεν έχουν αλλάξει. Η ανάπτυξη εξακολουθεί να βρίσκεται σε λογικά πλαίσια και οι παράγοντες που τη στηρίζουν εμφανίζονται ιδιαίτερα ισχυροί».

Υπάρχουν, φυσικά, περίοδοι όπου η κυβέρνηση μοιάζει να χάνει τη διάθεσή της για μεταρρυθμίσεις και επιστρέφει στις παλιές, καλές και δοκιμασμένες μεθόδους που χρησιμοποίησε την περασμένη δεκαετία: εντολές στις τοπικές τράπεζες να αυξήσουν τον δανεισμό προκειμένου να ενισχυθεί η αγορά μετοχών.

Τις τελευταίες ημέρες τα στελέχη της PBOC παρακολουθούν ιδιαίτερα στενά την πορεία του γουάν τόσο στην κινεζική αγορά όσο και σε αυτήν του Χονγκ Κονγκ, όντας έτοιμα για νέες παρεμβάσεις, αν αυτό κριθεί απαραίτητο. Οι ειδικοί επιμένουν ότι η κυβέρνηση δεν έχει χάσει τον έλεγχο της οικονομίας, κάτι το οποίο έχει αποδείξει τις τελευταίες δεκαετίες.
Κατά τη διάρκεια της ασιατικής κρίσης στα τέλη της δεκαετίας του ’90 αποφάσισε να μην υποτιμήσει το γουάν όπως έκαναν άλλες ασιατικές χώρες με τα νομίσματά τους. Στην κρίση του 2008 ανακοινώθηκε ένα ιδιαίτερα ισχυρό πρόγραμμα στήριξης της οικονομίας, το οποίο αποτέλεσε έναν από τους παράγοντες που βοήθησαν την υφήλιο να αποφύγει την πλήρη κατάρρευση.

Σήμερα, όμως, η Κίνα εξάγει περισσότερο πανικό και μεταβλητότητα στις αγορές απ’ ό,τι προϊόντα. Ο Δείκτης VIX -γνωστός και ως «δείκτης φόβου», ο οποίος καταγράφει τη μεταβλητότητα στις αποτιμήσεις των αμερικανικών μετοχών- έφτασε σε υψηλό άνω των τριών ετών, κάτι το οποίο δεν είχε συμβεί σε προηγούμενες κινεζικές χρηματιστηριακές κρίσεις. Μία ακόμη απόδειξη ότι, εκτός από τα χρηματιστήρια, και οι οικονομίες έχουν μετατραπεί σε απόλυτα συγκοινωνούντα δοχεία, με το ένα να επηρεάζει το άλλο, κυρίως σε περιόδους κρίσης και όχι σε αυτές της ευμάρειας.

«Η απλή πραγματικότητα για την Κίνα είναι ότι δεν διαθέτει ξεκάθαρο πρόγραμμα οικονομικών μεταρρυθμίσεων, το οποίο να ακολουθεί βήμα-βήμα», υποστήριξε πρόσφατα ο Αντριου Μπέιτσον, οικονομολόγος της Gavekal Dragonomics.
Περισσότερο ξεκάθαρος, ο Στίβεν Ροτς, ένας εκ των ανθρώπων που γνωρίζει την κινεζική οικονομία όπως την παλάμη του, σε πρόσφατο άρθρο του ξεκαθάρισε ότι η μεταρρύθμιση της κινεζικής οικονομίας δεν θα είναι ένας ευχάριστος περίπατος, ούτε για το ίδιο το Πεκίνο, αλλά ούτε και για την υφήλιο.

Η παγίδα των… Chinese statistics

Μέχρι πρότινος γνωρίζαμε τα περίφημα «Greek statistics», υπάρχουν όμως και τα «Chinese statistics», τα οποία προβληματίζουν πολύ περισσότερο τους οικονομολόγους, με δεδομένη την ύψιστη σημασία της Κίνας για την παγκόσμια οικονομία.

Οι αναλυτές θέτουν, πλέον, φανερά εν αμφιβόλω την ακρίβεια των στοιχείων που ανακοινώνονται από την κινεζική στατιστική υπηρεσία, κυρίως σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη της χώρας. Αρκετοί εξ αυτών υποστηρίζουν ότι ο ρυθμός ανάπτυξης 7% που ανακοινώθηκε για το β’ τρίμηνο του 2015 είναι απόλυτα πλασματικός. Σύμφωνα με τη βρετανική «Capital Economics», η ανάπτυξη της κινεζικής οικονομίας τον Ιούλιο δεν ξεπέρασε το 4,1%, ενώ η εταιρεία Lombard Street είναι ακόμη πιο απαισιόδοξη, ρίχνοντας την ανάπτυξη για το β’ τρίμηνο στο 3,4%, δηλαδή σχεδόν στο μισό σε σύγκριση με τις επίσημες ανακοινώσεις.

Η διαφάνεια δεν ήταν ποτέ ένα από τα πλεονεκτήματα της κινεζικής οικονομίας, με τους αναλυτές να υποστηρίζουν ότι το Πεκίνο πολύ συχνά χρησιμοποιεί τα δεδομένα που το βολεύουν προκειμένου να μαγειρέψει τις ανακοινώσεις για την ανάπτυξη της χώρας από τη μία πλευρά για να μη δημιουργήσει εκτεταμένο πανικό και από την άλλη -όσο υπερβολικό και εάν ακούγεται για ένα κόμμα το οποίο ελέγχει τα πάντα- για να διατηρήσει τη δημοτικότητα της κυβέρνησης σε υψηλά επίπεδα.

Παράλληλα, κανείς δεν μπορεί να μιλήσει για μια ανεξάρτητη Κεντρική Τράπεζα, όπως ισχύει στις ανεπτυγμένες οικονομίες της Δύσης. Η PBOC μπορεί να μοιάζει ότι παίρνει μόνη της τις όποιες αποφάσεις ανακοινώνει, αλλά πρόκειται για έναν μαγικό καθρέφτη. Χωρίς την έγκριση της κεντρικής κυβέρνησης σαφώς τίποτα δεν μπορεί να αποφασιστεί και να εκτελεστεί.

Μπορεί, τελικά, η Κίνα να αποδειχτεί, όπως πολλοί φοβούνται, η νέα Lehman Brothers για την παγκόσμια οικονομία, πραγματική και χρηματιστηριακή; Καλύτερα η απάντηση σε αυτό το ερώτημα να είναι αρνητική. Γιατί αν καταστεί θετική, τότε αυτό που έζησε η παγκόσμια οικονομία όταν έσκασε η φούσκα της Lehman Brothers θα αποδειχτεί υγιεινός περίπατος σε σύγκριση με την κατάρρευση που θα επέλθει αν τελικά το κινεζικό, οικονομικό θαύμα αποδειχτεί ψεύτικο.