Ακριβότερη γίνεται κάθε χρόνο η εξαγορά πλασματικών ετών ασφάλισης, καθώς από το 2020 μέχρι σήμερα το ελάχιστο κόστος αναγνώρισης ασφαλιστικού χρόνου έχει αυξηθεί κατά 54 ευρώ μηνιαίως για τους μισθωτούς και κατά 20 ευρώ τον μήνα για τους ελεύθερους επαγγελματίες. Οι αυξήσεις αυτές συνδέονται άμεσα με την άνοδο του κατώτατου μισθού αλλά και με τις αυξημένες ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλουν οι αυτοαπασχολούμενοι.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι το ελάχιστο κόστος εξαγοράς για κάθε έτος αναγνώρισης έχει αυξηθεί από το 2020 έως το 2026 κατά 648 ευρώ ετησίως για τους μισθωτούς και κατά 240 ευρώ ετησίως για τους ελεύθερους επαγγελματίες.
Αυτόματες επιβαρύνσεις καταγράφονται πλέον και για τους δημοσίους υπαλλήλους, καθώς από το 2025 η αύξηση του κατώτατου μισθού επηρεάζει άμεσα και τις αποδοχές τους. Ως αποτέλεσμα, το κόστος αναγνώρισης πλασματικών ετών αυξάνεται πλέον κάθε χρόνο και για το Δημόσιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο από τις αυξήσεις των ετών 2025 και 2026 η εξαγορά πλασματικού χρόνου για δημοσίους υπαλλήλους έχει αυξηθεί κατά 15 ευρώ μηνιαίως.
Οι επιβαρύνσεις αφορούν νέες αιτήσεις που κατατίθενται κάθε χρόνο σε δύο διαφορετικές χρονικές περιόδους. Για τους ελεύθερους επαγγελματίες, οι αυξήσεις ενεργοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου, όταν αναπροσαρμόζονται οι ασφαλιστικές εισφορές. Για τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, η επιβάρυνση συνδέεται με την 1η Απριλίου, ημερομηνία κατά την οποία αυξάνεται ο κατώτατος μισθός.
Για τους ελεύθερους επαγγελματίες, το κόστος αναγνώρισης πλασματικού χρόνου υπολογίζεται με βάση τη μηνιαία εισφορά του κλάδου σύνταξης, η οποία μεταβάλλεται κάθε χρόνο. Για το 2026, η αύξηση των εισφορών ανέρχεται στο 2,5%, με αποτέλεσμα το κόστος ανά μήνα να ξεκινά από 185,09 ευρώ για περίπου οκτώ στους δέκα επαγγελματίες που βρίσκονται στην πρώτη ασφαλιστική κατηγορία και να φτάνει έως τα 597,06 ευρώ για όσους επιλέγουν υψηλότερες κατηγορίες ασφάλισης.
Για τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, το ελάχιστο κόστος εξαγοράς πλασματικού χρόνου υπολογίζεται βάσει της συνολικής ασφαλιστικής εισφοράς εργαζομένου και εργοδότη για τη σύνταξη, δηλαδή στο 20% του εκάστοτε κατώτατου μισθού. Από την 1η Απριλίου, μετά την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 930 ευρώ, το ελάχιστο κόστος αναγνώρισης πλασματικού χρόνου διαμορφώνεται στα 184 ευρώ τον μήνα.
Το συγκεκριμένο ποσό αφορά εργαζόμενους με αποδοχές χαμηλότερες από τον κατώτατο μισθό λόγω μειωμένης απασχόλησης. Ωστόσο, η πλειονότητα των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα καταβάλλει υψηλότερα ποσά για την αναγνώριση πλασματικών ετών, καθώς διαθέτει υψηλότερες αποδοχές.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί εργαζόμενος που αμειβόταν με τον κατώτατο μισθό και υπέβαλε αίτηση το 2020 για αναγνώριση τριών πλασματικών ετών, όταν ο κατώτατος μισθός βρισκόταν στα 650 ευρώ. Τότε, κατέβαλλε 130 ευρώ τον μήνα και συνολικά 4.680 ευρώ για την τριετία. Με τα σημερινά δεδομένα και κατώτατο μισθό στα 920 ευρώ, η ίδια εξαγορά κοστίζει 184 ευρώ τον μήνα και συνολικά 6.624 ευρώ.
Αντίστοιχα, ελεύθερος επαγγελματίας που βρισκόταν στην πρώτη ασφαλιστική κατηγορία και προχώρησε το 2020 σε εξαγορά τριών πλασματικών ετών πλήρωνε 155 ευρώ τον μήνα και συνολικά 5.580 ευρώ. Αν υποβάλει σήμερα αίτηση για εξαγορά τριών ετών, θα χρειαστεί να καταβάλει 185,09 ευρώ μηνιαίως και συνολικά 6.663 ευρώ.
Τα οφέλη από την αναγνώριση πλασματικών ετών ασφάλισης παραμένουν σημαντικά. Η εξαγορά αυξάνει την ανταποδοτική σύνταξη, καθώς τα επιπλέον έτη ασφάλισης ανεβάζουν το ποσοστό αναπλήρωσης. Για παράδειγμα, με 37 έτη ασφάλισης το ποσοστό αναπλήρωσης διαμορφώνεται στο 42,36%, ενώ με εξαγορά τριών επιπλέον ετών και συμπλήρωση 40ετίας το ποσοστό φτάνει στο 50%.
Παράλληλα, η αναγνώριση πλασματικών χρόνων δίνει τη δυνατότητα εξασφάλισης πλήρους σύνταξης με 40 έτη ασφάλισης, αποφεύγοντας τη μειωμένη σύνταξη και τη μείωση κατά 30% στην εθνική σύνταξη. Έτσι, αντί για περίπου 313 ευρώ, ο ασφαλισμένος μπορεί να λάβει το πλήρες ποσό των 446,87 ευρώ.
Η απόσβεση του κόστους εξαγοράς μέσω της αυξημένης σύνταξης πραγματοποιείται συνήθως μέσα σε διάστημα τεσσάρων έως έξι ετών για όσους κατορθώνουν να συνταξιοδοτηθούν με πλήρη αντί μειωμένης σύνταξης.
Επιπλέον, σε περίπτωση εφάπαξ εξόφλησης της εξαγοράς παρέχεται έκπτωση 2% για κάθε πλήρες έτος αναγνώρισης. Έτσι, για εξαγορά τριών ετών η έκπτωση ανέρχεται στο 6%, ενώ για αναγνώριση 2,6 ετών περιορίζεται στο 4%.
Οι περισσότεροι ασφαλισμένοι που προχωρούν σε αναγνώριση πλασματικών χρόνων επιλέγουν έως τρία έτη και εξοφλούν το ποσό μέσω παρακράτησης του 25% της σύνταξής τους.
Υπάρχει πάντως δυνατότητα «παγώματος» του κόστους εξαγοράς με βάση την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Ο ασφαλισμένος μπορεί να καταθέσει την αίτηση τώρα και να την ενεργοποιήσει αργότερα, κοντά στη συνταξιοδότηση, διατηρώντας όμως το κόστος που ίσχυε κατά τον χρόνο υποβολής. Με αυτόν τον τρόπο, όσοι κινηθούν έγκαιρα μπορούν να «κλειδώσουν» τις σημερινές εισφορές και μισθολογικές βάσεις ακόμη και αν προχωρήσουν στην εξόφληση αρκετά χρόνια αργότερα, όταν το κόστος θα έχει αυξηθεί σημαντικά.
Διαβάστε ακόμη
Ψηφιακό δίχτυ για influencers: Πώς η εφορία «βλέπει» τα λεφτά από τα social πριν δηλωθούν
Κόκκινοι, κίτρινοι, πράσινοι, μπλε: Εσείς τί τύπος είστε στη δουλειά;
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
