search icon

Εργασιακά

Συντάξεις: Γιατί το ασφαλιστικό σύστημα εξαρτάται όλο και περισσότερο από τους φορολογούμενους

Μελέτη του ΚΕΦΙΜ προειδοποιεί ότι Ελλάδα και ΕΕ παραμένουν εγκλωβισμένες σε συνταξιοδοτικά μοντέλα υψηλής εξάρτησης από τη φορολογία, ζητώντας στροφή σε κεφαλαιοποιητικά συστήματα με αποθεματικά και επενδύσεις

Τις βαθιές διαρθρωτικές αδυναμίες των συνταξιοδοτικών συστημάτων τόσο στην Ελλάδα όσο και στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναδεικνύει νέα μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών με τίτλο «Το Συνταξιοδοτικό Σύστημα στην Ελλάδα και την ΕΕ: Ένα Αναπτυξιακό Εργαλείο Χωρίς Εφαρμογή», που υπογράφουν οι Χρήστος Λούκας και Ίων Βαλλιάνος.

Η μελέτη υποστηρίζει ότι, παρά τις εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις της τελευταίας δεκαετίας, το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη φορολογία και όχι σε αποταμιευμένα ή επενδυμένα κεφάλαια.

Το 43% των συντάξεων καλύπτεται από τον προϋπολογισμό

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το 2025 περίπου το 57% των συνταξιοδοτικών δαπανών στην Ελλάδα χρηματοδοτήθηκε από ασφαλιστικές εισφορές, ενώ το υπόλοιπο 43% καλύφθηκε από τον τακτικό κρατικό προϋπολογισμό.

Αν και η εικόνα εμφανίζεται βελτιωμένη σε σχέση με το 2021, όταν η εξάρτηση από τη γενική φορολογία ήταν υψηλότερη, οι συντάκτες της μελέτης εκτιμούν ότι το βασικό διαρθρωτικό πρόβλημα παραμένει. Για το 2029 προβλέπεται ότι οι εισφορές θα καλύπτουν περίπου το 62% των ασφαλιστικών δαπανών, ωστόσο σημαντικό μέρος των συντάξεων θα συνεχίσει να επιβαρύνει τους φορολογούμενους.

Παράλληλα, η Ελλάδα έχει υποχωρήσει από την πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τη συνταξιοδοτική δαπάνη σε ποσοστό του ΑΕΠ το 2012, στην τέταρτη θέση το 2023, πίσω από την Ιταλία, τη Γαλλία και την Αυστρία. Η μεταβολή αυτή αποδίδεται στις μεταρρυθμίσεις και στη δημοσιονομική προσαρμογή των τελευταίων ετών.

Το μοντέλο της ΕΕ χωρίς αποθεματικά

Η μελέτη δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στο συνταξιοδοτικό καθεστώς των ίδιων των ευρωπαϊκών θεσμών, σημειώνοντας ότι λειτουργεί χωρίς αποθεματικά κεφάλαια.

Οι συντάξεις των πρώην υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταβάλλονται απευθείας από τον τρέχοντα προϋπολογισμό και όχι από ειδικό επενδυτικό ταμείο. Το αποτέλεσμα είναι η συνεχής αύξηση του κόστους για τους Ευρωπαίους φορολογούμενους.

Οι σχετικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 183% την περίοδο 2000–2024, από 580 εκατ. ευρώ σε 2,9 δισ. ευρώ σε σταθερές τιμές. Σήμερα οι συντάξεις των υπαλλήλων της ΕΕ απορροφούν το 22% των δαπανών της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης, έναντι μόλις 10% το 1998.

Το 2024 μόλις το 21% των συγκεκριμένων συντάξεων καλύφθηκε από εισφορές, ενώ το υπόλοιπο 79% χρηματοδοτήθηκε μέσω της γενικής φορολογίας.

Το κεφαλαιοποιητικό μοντέλο και οι προτάσεις

Οι συντάκτες της μελέτης υποστηρίζουν ότι η μετάβαση σε ισχυρότερους κεφαλαιοποιητικούς πυλώνες δεν αποτελεί μόνο ασφαλιστική μεταρρύθμιση, αλλά και αναπτυξιακή στρατηγική.

Όπως αναφέρουν, η αποταμίευση και επένδυση των ασφαλιστικών εισφορών θα μπορούσε να περιορίσει τις πιέσεις στους κρατικούς προϋπολογισμούς, να μειώσει τη μεταφορά βαρών στις επόμενες γενιές και να ενισχύσει την παραγωγική δυναμική της οικονομίας.

Η μελέτη εκτιμά ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να προχωρήσει σε σταδιακή δημιουργία αποθεματικών κεφαλαίων για το συνταξιοδοτικό της σύστημα μέσω περιορισμένης μείωσης διοικητικών δαπανών.

Συγκεκριμένα, μια μείωση 5% στις διοικητικές δαπάνες στο επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028–2034 θα μπορούσε να δημιουργήσει αποθεματικά ύψους 87 δισ. ευρώ. Η επένδυση αυτών των κεφαλαίων, με αποδόσεις αντίστοιχες διεθνών συνταξιοδοτικών ταμείων, εκτιμάται ότι θα μπορούσε να αποφέρει περίπου 3 δισ. ευρώ ετήσιας αυτοχρηματοδότησης.

Το δημογραφικό και το κόστος μετάβασης

Η μελέτη υπογραμμίζει ότι το παραδοσιακό αναδιανεμητικό μοντέλο σχεδιάστηκε σε μια εποχή διαφορετικών δημογραφικών δεδομένων, τα οποία πλέον έχουν ανατραπεί λόγω γήρανσης του πληθυσμού και χαμηλής γεννητικότητας.

Παρά τη βελτίωση των ελληνικών δεικτών μετά την κρίση, οι ερευνητές σημειώνουν ότι μόνο τα πρώτα βήματα κεφαλαιοποίησης μέσω του ΤΕΚΑ δείχνουν ουσιαστική αλλαγή κατεύθυνσης.

Ωστόσο, αναγνωρίζουν ότι το κόστος μετάβασης σε πλήρως κεφαλαιοποιητικά μοντέλα παραμένει εξαιρετικά υψηλό για χώρες όπως η Ελλάδα, σε αντίθεση με το ευρωπαϊκό διοικητικό σύστημα όπου το δημοσιονομικό βάρος θεωρείται πιο διαχειρίσιμο.

Η θέση του ΚΕΦΙΜ

Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, δήλωσε ότι η πολυετής καθυστέρηση μεταρρυθμίσεων έχει επιβαρύνει σημαντικά τα δημόσια οικονομικά, το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων και τη βιωσιμότητα των συντάξεων.

Όπως σημείωσε, το γεγονός ότι ούτε οι ίδιοι οι θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτουν πλήρως κεφαλαιοποιητικό σύστημα αποτυπώνει τις πολιτικές δυσκολίες που εξακολουθούν να εμποδίζουν τη μετάβαση σε ένα πιο βιώσιμο μοντέλο.

Τόνισε επίσης ότι όσο καθυστερούν οι αλλαγές, τόσο αυξάνεται το κόστος για εργαζόμενους, συνταξιούχους και φορολογούμενους.

Διαβάστε ακόμη

Πέφτει η αυλαία για την ΑΜΚ της ΔΕΗ

Alpha Bank: Στα 182 εκατ. ευρώ τα κέρδη μετά από φόρους – Στα 500 εκατ. ευρώ η πιστωτική επέκταση

«Ανακαινίζω»: Επιδότηση έως 95% αλλά με «πάγωμα» ενοικίου για 3 χρόνια

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα

Exit mobile version