Άρθρο του Ευκλείδη Τσακαλώτου
Εδώ και αρκετό καιρό, μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2008, γίνεται συζήτηση σχετικά με τις αναγκαίες αλλαγές που πρέπει να επέλθουν στη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Γνωστή είναι και η συζήτηση και οι ρυθμίσεις που προωθούνται στο ευρωπαϊκό επίπεδο για την Τραπεζική Ένωση. Πριν από λίγες μέρες συζητήθηκαν στη Βουλή δύο προτάσεις για Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς: ο ένας αφορά τη διαφάνεια των
χρηματοπιστωτικών συναλλαγών και ο άλλος τη λήψη μέτρων για τις πολύ μεγάλες τράπεζες. Η βασική ιδέα του δεύτερου Κανονισμού είναι πρώτον, η απαγόρευση διαπραγμάτευσης για ίδιο λογαριασμό και δεύτερον, ο διαχωρισμός δραστηριοτήτων των τραπεζών υπό προϋποθέσεις.
Η Αριστερά έχει ήδη εκφράσει τις αντιρρήσεις της για την Τραπεζική Ένωση, καθώς με τον τρόπο που προωθείται δε θα είναι ουσιαστική, ιδιαίτερα όταν είναι εκτός πλάνου ένας απαραίτητος πυλώνας – η ευρωπαϊκή εγγύηση καταθέσεων. Αλλά και οι νέοι Κανονισμοί απέχουν πολύ από την ακαδημαϊκή συζήτηση για τη ρύθμιση των τραπεζών. Απέχουν ακόμα και από τις συζητήσεις που μπορεί να διαβάσει κανείς στους Financial Times ή τον Economist.
Στους Κανονισμούς αυτούς υπάρχουν πολλά «παράθυρα» και εξαιρέσεις και οι αρχές έχουν μεγάλη διακριτική ευχέρεια που εν δυνάμει μπορεί να περιορίσει την αποτελεσματικότητα των όποιων ρυθμίσεων. Για παράδειγμα, ακόμα και πριν την κρίση υπήρχε ο «κινέζικος τοίχος» εντός των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων για να περιοριστεί η σύγκρουση συμφερόντων, και να μη “σπρώχνουν” οι εμπορικές τράπεζες τους πελάτες τους να αγοράζουν τα προϊόντα που διαχειρίζονται επενδυτικά τμήματα των ίδιων τραπεζών. Επί πλέον, οι εμπορικές τράπεζες είχαν δημιουργήσει και SPVs (special purpose vehicles), που είχαν τη διαχείριση των προϊόντων με μεγαλύτερο ρίσκο (τοξικά ομόλογα κλπ), αλλά στην κρίση φάνηκε ότι αυτό δεν περιόρισε το συνολικό ρίσκο των τραπεζών. Τίποτε δεν δείχνει ότι τα «πράγματα θα είναι διαφορετικά αυτή τη φορά”, για να δανειστώ τη ρήση του Rogoff και της Reinhart.
Όπως και με την τραπεζική ένωση, φαίνεται ότι δεν υπάρχει η αίσθηση του επείγοντος στην Ευρώπη για τη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Για παράδειγμα ο κανονισμός για τις μεγάλες τράπεζες θα ισχύσει από το 2017 και το 2018. Και για αυτό το λόγο πολλοί αναλυτές περιμένουν την επόμενη χρηματοπιστωτική κρίση. Τα πράγματα είναι σοβαρά όχι μόνο επειδή δεν περιορίζεται ο συστημικός κίνδυνος, αλλά και γιατί δεν αλλάζει κατεύθυνση το όλον σύστημα. Όπως μας υπενθύμισε πριν από λίγους μήνες ο Λόρδος Τέρνερ (παλαιότερα επικεφαλής της ρυθμιστικής αρχής στη Βρετανία) μόνο το 15% της δραστηριότητας των τραπεζών αφορά την παραδοσιακή διαμεσολάβηση μεταξύ αποταμιευτών και επενδυτών.
Το 85% για τις υπόλοιπες δραστηριότητες, αποτελεί μεγάλο αριθμό. Επί πλέον, πολλές από αυτές τις δραστηριότητες έχουν πολύ μεγάλη ιδιωτική απόδοση αλλά ελάχιστη κοινωνική – έχουν καθαρά κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Για παράδειγμα, εγώ μπορεί να γνωρίζω ότι η πραγματική αξία μιας μετοχής είναι 5 ευρώ, αλλά η χρηματιστηριακή της αξία είναι 2 ευρώ. Αν αρχίσω και αγοράζω για να φτάσει η τιμή τα 5 ευρώ, αυτή είναι μια δραστηριότητα που θα μου αποφέρει μεγάλη απόδοση, χωρίς να κερδίζει κάτι σημαντικό η κοινωνία απ’ αυτό. Άρα το ζήτημα δεν είναι μόνο η ρύθμιση αλλά ο συνολικός περιορισμός αυτών των δραστηριοτήτων. Το υπάρχον σύστημα και ευάλωτο είναι, και δεν εξηπηρετεί τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας.
Αξίζει, όμως, να τονίσουμε και κάτι ακόμα που έχει να κάνει με την ιδιαιτερότητα του τραπεζικού συστήματος. Οπως έχουν επισημάνει δύο απο τους σπουδαιότερους αναλυτές των χρηματοπιστωτικών κρίσεων του εικοστού αιώνα, ο Charles Kindleberger και ο Hyman Minsky, ο ανταγωνισμός μεταξύ των ιδρυμάτων δεν οδηγεί μόνο στην οικονομική αποτελεσματικότητα, μέσω χαμηλότερου κόστους, αλλά και στην ανάληψη μεγαλύτερου ρίσκου. Αν δει κανείς το προφίλ σχεδόν όλων των χρηματοπιστωτικών κρίσεων, θα παρατηρήσει ότι όλες ξέσπασαν γιατί υπήρχε πολύς ανταγωνισμός. Συνήθως εφαρμοζόταν μια καινοτομία με υψηλό ρίσκο – στην κρίση του Νότου το ‘80 ήταν τα consortium των τραπεζών που θα δάνειζαν στο Νότο, τώρα στην τελευταία κρίση ήταν η τιτλοποίηση. Μόλις εφαρμοζόταν η χρηματοπιστωτική καινοτομία, απέφερε τεράστια κέρδη. Ως αποτέλεσμα, έμπαιναν καινούργιοι παίκτες, οπότε έπεφτε η απόδοση και έτσι η καινοτομία επεκτεινόταν σε πεδία με όλο και μεγαλύτερο ρίσκο. Επομένως, ο ανταγωνισμός σε αυτές τις δραστηριότητες είναι μέρος του προβλήματος και όχι μέρος της λύσης.
Καινοτομίες θα έχουμε και στο μέλλον. Αν δεν περιοριστεί ο ανταγωνισμός θα συνεχίσουμε να έχουμε καινοτομίες με μεγάλη ιδιωτική απόδοση και μικρή κοινωνική. Και οι ρυθμιστές θα είναι πάντα “πίσω από την καμπύλη”, όπως λένε οι αγγλοσάξονες – θα θυμίζουν στρατηγούς που πολεμούν τον προηγούμενο πόλεμο και όχι αυτόν που έχουμε μπροστά μας. Εμείς, λοιπόν, στο ΣΥΡΙΖΑ και γενικότερα στην Αριστερά, για όλους αυτούς τους λόγους, ξεκινάμε από μια αρχή. Το τραπεζικό σύστημα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια δραστηριότητα κοινής ωφέλειας. Δεν χρειαζόμαστε μόνο περισσότερη ρύθμιση, αλλά αλλαγή κατεύθυνσης και κοινωνικό έλεγχο. Η νεοφιλελεύθερη προσέγγιση, με ιδιωτικοποιήσεις και “λάιτ” ρύθμιση, δοκιμάστηκε και απέτυχε. Παταγωδώς!
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.