Της Στεφανίας Σούκη
«Το ΤΑΙΠΕΔ ζητούσε ένα τίμημα πάνω από τα 900 εκατ. ευρώ και οι Lamda Development- Fosun- Αl Maabar έδειξαν πόσο ήθελαν το έργο».
Αυτό σχολίαζαν αργά χθες το βράδυ στελέχη του εγχώριου real estate για το τίμημα των 915 εκατ. ευρώ το οποίο προσέφερε τελικά το σχήμα των Lamda Development- Fosun και Al Maabar, βελτιωμένο κατά 25% έναντι του αρχικού τιμήματος της περασμένης εβδομάδας. Αν και ο διαγωνισμός δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη (αφού σύμφωνα με τη διαδικασία, οι χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι -Citigroup, Piraeus Bank- με τη συνδρομή του εξειδικευμένου συμβούλου του ΤΑΙΠΕΔ, Happold Consulting, θα πρέπει να προχωρήσουν στην αξιολόγηση του δικαίου και ευλόγου της τελικής δεσμευτικής οικονομικής προσφοράς της Lamda Development), η βελτιωμένη προσφορά αυτή την στιγμή αποτελεί μία ικανοποιητική ‘’βάση’’ για το ΤΑΙΠΕΔ, σχολίαζαν τα ίδια στελέχη επιμένοντας στα συνολικά πολλαπλασιαστικά οφέλη που θα έχει η επένδυση του Ελληνικού, εφόσον τελικά υλοποιηθεί. Οι τελικές αποφάσεις αναμένονται άμεσα, σήμερα μάλιστα θα υπάρξει στο ΤΑΙΠΕΔ συνεργασία και με τους συμβούλους, ώστε η κατακύρωση ή μη του διαγωνισμού να έχει ολοκληρωθεί πριν το τέλος του μήνα.
Στα …παρασκήνια της χθεσινής, δύσκολης ημέρας, οι διαβουλεύσεις ξεκίνησαν από το μεσημέρι με την υποβολή της βελτιωμένης οικονομικής προσφοράς στα 915 εκατ. ευρώ από τους ιδιώτες επενδυτές, ενώ φαίνεται να καταβλήθηκε προσπάθεια από πλευράς του ΤΑΙΠΕΔ για αύξηση του τιμήματος κοντά στο ‘’ψυχολογικό όριο’’ του 1 δισ. ευρώ, για να έλθουν το βράδυ τελικά οι ανακοινώσεις.
Σημειώνεται εδώ ότι το τίμημα των 915 εκατ. ευρώ, από τα οποία το 33% θα δοθεί ως προκαταβολή και το υπόλοιπο ποσό σε βάθος 10ετίας, προκύπτει με βάση το μαθηματικό τύπο που χρησιμοποιεί το ΤΑΙΠΕΔ με ορίζοντα δεκαετίας και είναι υψηλότερη κατά τι σε σχέση με την αποτίμηση του ανεξάρτητου εκτιμητή, της American Appraisal. Σε καθαρές παρούσες αξίες, όπως επεσήμαναν κύκλοι που παρακολουθούν από κοντά το διαγωνισμό, η προσφορά των ιδιωτών επενδυτών κυμαίνεται στα πέριξ των 700 εκατ. ευρώ.
Από την πλευρά του, το ΤΑΙΠΕΔ στέκεται και στα επιπλέον (αναμενόμενα όμως) κεφάλαια που θα διαθέσει ο επενδυτής, «ο οποίος αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου κόστος ύψους 1,25 δισ. ευρώ, που απαιτείται για την υλοποίηση των αναγκαίων υποδομών και του Ενιαίου Μητροπολιτικού Πάρκου δεδομένου ότι η έκταση είναι ένα παλαιό αεροδρόμιο και απαιτεί σημαντικές δαπάνες για την αποκατάστασή του ως ‘’οικοπέδου’’ προς ανάπτυξη. Ενδεικτικά, σημειώνεται ότι το κόστος αποξήλωσης των αεροδιαδρόμων, ανακύκλωσης της τεράστιας ποσότητας υλικών που θα εξαχθούν και της αναγέννησης του εδάφους που έχει μολυνθεί από την κηροζίνη των αεροπλάνων επί δεκαετίες, ξεπερνά τα 200 εκατ. ευρώ», αναφέρεται χαρακτηριστικά.
Από τις χθεσινοβραδινές εξελίξεις φαίνεται ότι είναι η πρώτη φορά που ένα έργο αυτού του μεγέθους στη χώρα μας φθάνει τόσο κοντά ώστε να πάρει το δρόμο της υλοποίησης (σ.σ. εκτός απροόπτου πάντα), πολλώ δε μάλλον όταν πρόκειται για το αεροδρόμιο του Ελληνικού για το οποίο έχουν υλοποιηθεί έξι μελέτες αξιοποίησης την τελευταία δεκαπενταετία, χωρίς φυσικά να έχει προχωρήσει καμία. Ήδη από πλευράς του Δημοσίου, φαίνεται να προεξοφλείται, ως ένα βαθμό, η κατακύρωση του διαγωνισμού, αν ληφθούν υπόψη και οι χθεσινοβραδινές δηλώσεις ανωτάτου στελέχους στο πρακτορείο Reuters, σύμφωνα με τις οποίες «είναι δύσκολο οι σύμβουλοι να μην αποδεχθούν την βελτιωμένη προσφορά των ιδιωτών επενδυτών».
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.